| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 15/05/26

           

 

Συντάξεις: Ιστορικό κύμα εξόδου το 2026 – Πιέσεις σχεδόν 1 δισ. ευρώ στο ασφαλιστικό σύστημα

 

Σε τροχιά νέων ιστορικών υψηλών κινείται το κύμα συνταξιοδοτήσεων το 2026, με τις μαζικές αποχωρήσεις από την αγορά εργασίας να δημιουργούν ήδη ισχυρές πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στα δημόσια οικονομικά.

 

Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου επιβεβαιώνουν τη δυναμική της τάσης, καθώς οι αιτήσεις συνταξιοδότησης ανήλθαν στις 58.213, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας επταετίας για την αντίστοιχη περίοδο. Εφόσον ο ίδιος ρυθμός διατηρηθεί και τους επόμενους μήνες, το 2026 αναμένεται να εξελιχθεί σε χρονιά-ρεκόρ για τις νέες αποχωρήσεις.

 

Η αυξημένη ροή νέων συνταξιούχων μεταφράζεται ήδη σε σημαντική επιβάρυνση για το ασφαλιστικό ισοζύγιο. Οι συνολικές δαπάνες για συντάξεις το 2026 προσεγγίζουν πλέον το 1 δισ. ευρώ, με περίπου 550 εκατ. ευρώ να αφορούν αυξήσεις συντάξεων και επιπλέον 500 εκατ. ευρώ να κατευθύνονται στις νέες απονομές.

 

Εφόσον η τάση συνεχιστεί και κατά το δεύτερο τρίμηνο, θεωρείται πιθανή νέα αναθεώρηση των σχετικών προβλέψεων προς τα πάνω, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό.

 

Η εικόνα των τελευταίων ετών δείχνει ότι η έξοδος προς τη σύνταξη αποκτά πλέον περισσότερο διαρθρωτικά χαρακτηριστικά παρά συγκυριακά. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 οι αιτήσεις είχαν διαμορφωθεί στις 40.971, για να αυξηθούν στις 44.229 το 2020 και στις 48.472 το 2021. Το 2022 καταγράφηκε έντονη άνοδος στις 55.455 αιτήσεις, ενώ το 2023 σημειώθηκε προσωρινή αποκλιμάκωση στις 48.805.

 

Η ανοδική πορεία επανήλθε το 2024 με 51.568 αιτήσεις, ακολούθησε νέα κάμψη το 2025 στις 48.041, όμως το 2026 επαναφέρει το ισχυρό κύμα εξόδου, δημιουργώντας προϋποθέσεις υπέρβασης κάθε προηγούμενου ιστορικού υψηλού.

 

Σε ετήσια βάση, το μεγαλύτερο επίπεδο είχε καταγραφεί το 2021 με 212.151 αιτήσεις συνταξιοδότησης. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η φετινή χρονιά αναμένεται να κινηθεί υψηλότερα από αυτό το όριο.

 

Τρεις βασικοί παράγοντες εξηγούν τη μαζική επιτάχυνση των αποχωρήσεων.

 

Ο πρώτος αφορά την αυξανόμενη ανησυχία για πιθανές μελλοντικές αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Παρότι δεν έχουν ανακοινωθεί άμεσες παρεμβάσεις, η σύνδεση του ασφαλιστικού με το προσδόκιμο ζωής οδηγεί πολλούς ασφαλισμένους σε προληπτική έξοδο.

 

Ο δεύτερος σχετίζεται με τη συζήτηση γύρω από τα πλασματικά έτη ασφάλισης. Τα σενάρια για πιθανή αυστηροποίηση του πλαισίου ή λιγότερο ευνοϊκούς όρους αναγνώρισης ενισχύουν το κίνητρο για άμεση συνταξιοδότηση πριν υπάρξουν αλλαγές.

 

Ο τρίτος και ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας αφορά το νέο καθεστώς εργασίας μετά τη σύνταξη. Η δυνατότητα συνέχισης της επαγγελματικής δραστηριότητας χωρίς ουσιαστική απώλεια εισοδήματος, σε συνδυασμό με την προσαύξηση της σύνταξης μέσω επανυπολογισμού, αλλάζει τη φιλοσοφία της αποχώρησης από την εργασία και καθιστά τη συνταξιοδότηση πιο ευέλικτη επιλογή.

 

Την ίδια ώρα, καταγράφεται βελτίωση στην απονομή κύριων συντάξεων. Οι εκκρεμείς αιτήσεις που παραμένουν σε καθυστέρηση άνω των τριών μηνών μειώθηκαν στις 13.163 τον Μάρτιο του 2026, έναντι 16.568 την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

 

Παρά τη βελτίωση αυτή, σημαντικές καθυστερήσεις εξακολουθούν να υπάρχουν στις επικουρικές συντάξεις, όπου περίπου 32.000 αιτήσεις παραμένουν σε αναμονή, κυρίως σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης.

 

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι το ασφαλιστικό σύστημα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αυξημένων πιέσεων και μετασχηματισμού. Η ισορροπία μεταξύ συνταξιοδοτικών δαπανών, δημοσιονομικής αντοχής και αγοράς εργασίας μετατρέπεται πλέον σε κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία, καθώς η μαζική έξοδος εργαζομένων επηρεάζει όχι μόνο τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και τη συνολική παραγωγική βάση της χώρας.

 

                                   

 

Η ελληνική παραγωγικότητα παραμένει στα επίπεδα του 2000 και μόλις στο 54% της ΕΕ

 

Σημαντική υστέρηση στην παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει η Ελλάδα, παρά τη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2000, ενώ αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η ανάλυση, που παρουσιάστηκε από τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκο Βέττα, επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας την τελευταία περίοδο βασίστηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας και λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τη μελέτη, περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης ανόδου των εισοδημάτων και ουσιαστικής σύγκλισης με την ευρωπαϊκή οικονομία.

 

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας προϋποθέτει υψηλότερες επενδύσεις, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, βελτίωση δεξιοτήτων, αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, όπως ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, περιορισμό της γραφειοκρατίας και βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

 

Παραγωγικότητα χωρίς ουσιαστική πρόοδο

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η παραγωγικότητα της εργασίας σε πραγματικούς όρους το 2024 παραμένει περίπου εκεί όπου βρισκόταν το 2000, ενώ η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη έχει αυξηθεί.

 

Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας διαμορφώνεται ακόμη χαμηλότερα, στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

 

Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στην απασχόληση

 

Κατά την περίοδο 2000-2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές. Ωστόσο, η άνοδος αυτή προήλθε κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης και όχι από βελτίωση της αποδοτικότητας της οικονομίας.

 

Το ποσοστό των εργαζομένων στον συνολικό πληθυσμό αυξήθηκε κατά 26%, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης φτάνει πλέον στα όριά του, καθώς η ανεργία υποχωρεί, οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται και η διαθέσιμη δεξαμενή εργατικού δυναμικού περιορίζεται.

 

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η μελλοντική αύξηση των εισοδημάτων και της οικονομικής δραστηριότητας θα πρέπει να βασιστεί κυρίως στην άνοδο της παραγωγικότητας και όχι στην περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης.

 

Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κλάδων

 

Η παραγωγικότητα εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά κλάδο της οικονομίας. Σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο, ο χρηματοπιστωτικός τομέας καταγράφει την υψηλότερη επίδοση, με περίπου €157.300 ανά εργαζόμενο.

 

Ακολουθούν η βιομηχανία με περίπου €62.900 και ο τομέας τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών με περίπου €59.700 ανά εργαζόμενο.

 

Ωστόσο, οι κλάδοι αυτοί απασχολούν σχετικά μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Αντίθετα, οι τομείς με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην απασχόληση παρουσιάζουν αισθητά χαμηλότερη παραγωγικότητα.

 

Στο εμπόριο, όπου εργάζεται το 17,1% των εργαζομένων, η παραγωγικότητα διαμορφώνεται περίπου στα €25.200 ανά εργαζόμενο, ενώ στον τουρισμό και την εστίαση, που απορροφούν το 14,2% της απασχόλησης, περιορίζεται περίπου στις €20.400.

 

                                       

 

Το μέγεθος των επιχειρήσεων παίζει καθοριστικό ρόλο

 

Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη στενή σύνδεση μεταξύ μεγέθους επιχείρησης και παραγωγικότητας. Όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση, τόσο πιο κοντά βρίσκεται στα ευρωπαϊκά επίπεδα αποδοτικότητας.

 

Στην Ελλάδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις παράγουν περίπου €14.000 ανά εργαζόμενο, οι μικρές €19.000, οι επιχειρήσεις με 20-49 εργαζόμενους περίπου €25.000, οι μεσαίες €39.000 και οι μεγάλες περίπου €72.000.

 

Τα αντίστοιχα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αισθητά υψηλότερα σε όλες τις κατηγορίες, με αποτέλεσμα οι ελληνικές πολύ μικρές επιχειρήσεις να υπολείπονται κατά 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και οι μεγάλες κατά 17%.

 

Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης μικρότερη παρουσία μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων σε σχέση με την ΕΕ, κάτι που επηρεάζει συνολικά την παραγωγικότητα της οικονομίας.

 

Επενδυτικό έλλειμμα και χαμηλή κεφαλαιακή ένταση

 

Κεντρικός παράγοντας της χαμηλής παραγωγικότητας, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι το περιορισμένο επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο.

 

Στους περισσότερους κλάδους, το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην ΕΕ είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές υψηλότερο από ό,τι στην Ελλάδα. Η χαμηλή επενδυτική ένταση περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιήσουν τεχνολογίες, εξοπλισμό και σύγχρονες παραγωγικές υποδομές.

 

Οι βασικές παρεμβάσεις που προτείνονται

 

Η μελέτη προτείνει ένα ευρύ πλαίσιο παρεμβάσεων τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από το κράτος.

 

Στις επιχειρήσεις δίνεται έμφαση:

 

στην αύξηση των επενδύσεων,

 

στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό,

 

στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης,

 

καθώς και στη μεγέθυνση μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων.

 

Σε επίπεδο ανθρώπινου κεφαλαίου, προτείνονται:

 

αναβάθμιση επαγγελματικής εκπαίδευσης,

 

ενίσχυση ψηφιακών δεξιοτήτων,

 

πολιτικές επανακατάρτισης εργαζομένων,

 

και προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό.

 

Παράλληλα, το ΙΟΒΕ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα:

 

στη μείωση της γραφειοκρατίας,

 

στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης,

 

στη σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου,

 

στη βελτίωση πρόσβασης σε χρηματοδότηση,

 

και στην επέκταση των ψηφιακών υποδομών και της αξιοποίησης τεχνολογιών όπως cloud, big data και τεχνητή νοημοσύνη.

 

                             

 

Θεοδωρόπουλος: Η παραγωγικότητα είναι εθνικός στόχος

 

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος τόνισε ότι η παραγωγικότητα δεν συνδέεται με εντατικοποίηση της εργασίας, αλλά με την ικανότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους.

 

Όπως ανέφερε, η μέχρι σήμερα ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης, όμως πλέον η παραγωγικότητα αποτελεί τον βασικό μοχλό για υψηλότερους μισθούς και βιώσιμη σύγκλιση με την Ευρώπη.

 

Υπογράμμισε επίσης ότι για τη χαμηλή παραγωγικότητα δεν ευθύνονται οι εργαζόμενοι, αλλά τόσο οι επιχειρήσεις όσο και η Πολιτεία, οι οποίες οφείλουν να ενισχύσουν τις επενδύσεις, την καινοτομία, τις δεξιότητες και το συνολικό επιχειρηματικό περιβάλλον.

 

Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας σημείωσε ότι η βιώσιμη αύξηση των εισοδημάτων περνά αναγκαστικά μέσα από την ενίσχυση της παραγωγικότητας, ειδικά σε μια οικονομία όπου τα επίπεδα εισοδήματος παραμένουν χαμηλότερα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

                                    

                 Στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου η παραγωγικότητα – Τι πρέπει να αλλάξει-2

                                              

                                                   

                                                  

                                               

                                                   

 

                                

 

ΟΟΣΑ: Πρωτιά Ελλάδας στην αύξηση του εισοδήματος νοικοκυριών στο τέταρτο τετράμηνο του 2025

 

Τώρα για να μη λέμε μόνο τα αρνητικά …. Τη μεγαλύτερη αύξηση στο πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών, δηλαδή το εισόδημα που διατίθεται για κατανάλωση ή αποταμίευση, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ πέτυχε η Ελλάδα το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 3,3% σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο Οργανισμός.

 

Ο μέσος όρος στο σύνολο των χωρών μελών του ΟΟΣΑ για το ίδιο διάστημα περιορίστηκε στο 0,7%.

 

Κινητήριες δυνάμεις της αύξησης του πραγματικού εισοδήματος ήταν οι αυξήσεις αφενός στο καθαρό εισόδημα από ακίνητη περιουσία και αφετέρου στις αποδοχές των εργαζομένων, με τον Οργανισμό να σημειώνει πως ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009.

 

Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος καταγράφηκε πριν τεθούν σε ισχύ οι μειώσεις στις φορολογικές κρατήσεις κατά τουλάχιστον 2 ποσοστιαίες μονάδες ανά κλιμάκιο για τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα, που ανακοινώθηκαν στην περσινή ΔΕΘ και ενεργοποιήθηκαν στις αρχές του τρέχοντος έτους. Ακόμα μεγαλύτερες ελαφρύνσεις προβλέπονται για οικογένειες με παιδιά και νέους εργαζόμενους.

 

                                        

 

Μερικές από τις σημαντικότερες οικονομίες του πλανήτη κινήθηκαν σε «ρηχά νερά». Το κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στις ΗΠΑ και στη Γερμανία παρέμεινε στάσιμο, ενώ σε τέσσερις χώρες το εισόδημα υποχώρησε. Σε αυτές περιλαμβάνονται δύο από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, η Ιταλία, όπου η πτώση έφτασε στο -0,9% και η Γαλλία, όπου παρατηρήθηκε μείωση της τάξης του -0,2%.

 

Συνολικά στις χώρες του G7, δηλαδή στις ισχυρότερες οικονομίες παγκοσμίως, η βελόνα μετά βίας κινήθηκε, με την αύξηση να ανέρχεται μόλις στο 0,1%.

 

Στο σύνολο του 2025, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 1,8%, αύξηση υπερδιπλάσια του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ (0,8%) και πολύ μεγαλύτερη μεγάλων οικονομιών όπως της Γαλλίας (0,2%), της Γερμανίας (0,6%), του Ηνωμένου Βασιλείου (0,7%) και της Ιταλίας (0,8%).

 

Αντιθέτως το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα μειώθηκε στην Αυστρία (-1,8%) και τη Φινλανδία (-0,7%).

 
 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum