| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 16/02/26

                          

Ελληνική Οικονομία

 

Μια πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ επιχειρεί να αποτυπώσει με συστηματικό τρόπο τη σημερινή φυσιογνωμία της ελληνικής οικονομίας, αναδεικνύοντας τις μεταβολές που συντελέστηκαν την τελευταία δεκαετία και αμφισβητώντας την απλουστευμένη άποψη ότι η αναπτυξιακή της πορεία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό και την εστίαση. Τα ευρήματα δείχνουν μια σταδιακή μετάβαση σε ένα πιο εξωστρεφές και ανταγωνιστικό παραγωγικό μοντέλο, στο οποίο οι εξαγωγές, η μεταποίηση και η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ενισχύονται παράλληλα με τον τουρισμό, παρότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.

 

Σύμφωνα με την ανάλυση, μετά το 2015 οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τις τουριστικές εισπράξεις και το ΑΕΠ. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανόδου των εξαγωγών διαμορφώνεται στο +7,8%, έναντι +4,8% για τον τουρισμό και +3,4% για το ΑΕΠ. Παράλληλα, η μεταποίηση καταγράφει σταθερή ενίσχυση: η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται κατά περίπου +3% την περίοδο 2013–2024, ταχύτερα από το συνολικό προϊόν της οικονομίας (+2,7%). Την ίδια περίοδο, η απασχόληση στη μεταποίηση αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό +2,3%, δηλαδή διπλάσιο σε σχέση με τη συνολική απασχόληση (+1,1%), ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και τεχνολογία καταγράφουν σημαντική άνοδο της τάξης του +8,8%.

 

Αξιοσημείωτη είναι και η μεταβολή στον αγροδιατροφικό τομέα. Το εξωτερικό ισοζύγιο του κλάδου, που το 2008 εμφάνιζε έλλειμμα περίπου 3 δισ. ευρώ, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 460 εκατ. ευρώ το 2023, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας. Συνολικά, η βελτίωση της διεθνούς θέσης της χώρας αντανακλάται και στη σημαντική μείωση –κατά περίπου 32,9% σε σχέση με το τέλος του 2009– της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

 

Θετική πορεία καταγράφει και η παραγωγικότητα σε περιόδους σχετικής οικονομικής ομαλότητας. Την τριετία 2017–2019 αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό +1,23%, ενώ την περίοδο 2021–2025 η άνοδος επιταχύνθηκε στο +1,9%. Όσον αφορά την απασχόληση, οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης συνέβαλαν περίπου στο 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013 — ποσοστό σημαντικό, αλλά σαφώς χαμηλότερο από την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι σχεδόν οι μισές νέες θέσεις συνδέονται με τον τουρισμό.

 

Η μελέτη επισημαίνει ότι ο τουρισμός δεν συνιστά δομική αδυναμία, αλλά συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας. Η αναβάθμιση και ποιοτική του ενίσχυση μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την παραγωγικότητα και να στηρίξουν μια πιο βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.

 

                             

 

Αναθεώρηση της εικόνας για το παραγωγικό μοντέλο

 

Η δημόσια συζήτηση συχνά αναπαράγει το σχήμα της «οικονομίας του καφέ», δηλαδή μιας οικονομίας που εξαρτάται μονομερώς από δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Από αυτή τη σκοπιά προκύπτει η εκτίμηση ότι η χώρα παραμένει αδύναμη στη βιομηχανία και στις εξαγωγές και ότι η αναπτυξιακή της δυναμική είναι εύθραυστη.

 

Το ΙΝΣΕΤΕ αντιπαραθέτει μια πιο σύνθετη ανάγνωση. Υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται σταδιακά και ότι ο τουρισμός λειτουργεί συμπληρωματικά σε ένα ευρύτερο παραγωγικό πλέγμα που περιλαμβάνει τη μεταποίηση και έναν πιο ανταγωνιστικό αγροτικό τομέα.

 

Η εμμονή στο εμπορικό έλλειμμα και στην αύξηση της απασχόλησης στον τουρισμό μετά το 2013, σημειώνεται, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει την άποψη περί αδυναμίας μετασχηματισμού. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνδέεται με τη συνολική διάρθρωση του εξωτερικού τομέα: η αύξηση των εισαγωγών συνοδεύεται από ενίσχυση των πλεονασμάτων στις υπηρεσίες και από εισροές κεφαλαίων, ενώ οι εξαγωγές αγαθών εμφανίζουν ισχυρή άνοδο. Σε αντίθεση με την προ κρίσης περίοδο, η εξωτερική ισορροπία στηρίζεται πλέον περισσότερο σε διεθνώς εμπορεύσιμες υπηρεσίες και επενδυτικές ροές και λιγότερο στον δημόσιο δανεισμό.

 

Προκλήσεις και κατευθύνσεις πολιτικής

 

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να επιταχύνει τη σύγκλιση με τις χώρες της ΕΕ-20, περιορίζοντας την υπέρμετρη αύξηση των εισαγωγών και διατηρώντας επαρκή δημόσια αποταμίευση μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Ταυτόχρονα, απαιτείται προσοχή στην ποιότητα των κεφαλαιακών εισροών, ώστε να αποφεύγεται η ενίσχυση της κατανάλωσης χωρίς αντίστοιχη στήριξη της παραγωγικής βάσης.

 

Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι εξαγωγές, μεταποίηση και ανταγωνιστικότητα ενισχύονται σταθερά την τελευταία δεκαετία. Την περίοδο 2009–2024 οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου +7%, υπερβαίνοντας την άνοδο των τουριστικών εσόδων (+5%). Η μεταποίηση ακολουθεί ανοδική τροχιά από το 2013 και η απασχόληση στον κλάδο αυξάνεται ταχύτερα από το σύνολο της οικονομίας, ενώ ο αγροδιατροφικός τομέας μετατρέπεται σε πλεονασματικό.

 

Σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, ο τουρισμός συνέβαλε ουσιαστικά στη μείωση της ανεργίας, χωρίς όμως να μονοπωλεί τη δημιουργία νέων θέσεων. Παράλληλα, οι συγκρίσεις παραγωγικότητας που περιλαμβάνουν τα χρόνια της κρίσης ενδέχεται να δίνουν στρεβλή εικόνα, λόγω των ακραίων συνθηκών και των μεθοδολογικών αλλαγών στον υπολογισμό του ΑΕΠ. Σε περιβάλλον μεγαλύτερης σταθερότητας, η παραγωγικότητα εμφανίζει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανόδου ακόμη και με ισχυρή αύξηση της απασχόλησης.

 

Ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, επισημαίνει ότι η οικονομία βρίσκεται ακόμη σε φάση ουσιαστικής αναδιάρθρωσης και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αδυναμίες στη λειτουργία των αγορών, στη θεσμική αποτελεσματικότητα, στην κατανομή των πόρων και στη σύνθεση των επενδύσεων. Ωστόσο, όπως τονίζει, η χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής απαιτεί ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας και όχι αναπαραγωγή στερεοτύπων.

 

Εν κατακλείδι, η πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι να αποτινάξει έναν υποτιθέμενο χαρακτήρα «οικονομίας του καφέ», αλλά να αξιοποιήσει τα απτά βήματα προόδου της τελευταίας δεκαετίας, αντιμετωπίζοντας με ρεαλισμό τις υφιστάμενες αδυναμίες, ώστε ο δημόσιος διάλογος να στηριχθεί σε δεδομένα και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής και βιώσιμης αναπτυξιακής στρατηγικής.

 
 

                             

 

Αγορά Εργασίας

 

Όπως έχουμε επισημάνει κατά καιρούς, είναι σημαντικό να αναδεικνύουμε και τα θετικά νέα, και όχι μόνο τις αρνητικές εξελίξεις. Σε μια οικονομία που, παρά τα σημαντικά διαρθρωτικά της προβλήματα, δείχνει σαφή σημάδια βελτίωσης τα τελευταία χρόνια, η καταγραφή των θετικών δεδομένων βοηθά στο να έχουμε πιο πλήρη και ρεαλιστική εικόνα της πραγματικότητας. Η Ελλάδα λοιπόν κατέγραψε τον Δεκέμβριο του 2025 μία από τις πιο έντονες ετήσιες υποχωρήσεις της ανεργίας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, επιβεβαιώνοντας τη βελτιωμένη εικόνα της αγοράς εργασίας και διαφοροποιούμενη θετικά σε σύγκριση με πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες.

 

Με βάση τα νεότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η χώρα συγκαταλέγεται στις οκτώ όπου το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε ετήσια βάση σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, καταγράφοντας μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις μαζί με τη Δανία και την Εσθονία. Η αποκλιμάκωση ήταν γενικευμένη, καλύπτοντας σχεδόν όλες τις δημογραφικές κατηγορίες, με εξαίρεση τις γυναίκες 15–24 ετών.

 

Σε μηνιαίο επίπεδο, η πτώση ήταν επίσης αισθητή: το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 7,5% τον Δεκέμβριο, από 8,1% τον Νοέμβριο. Το επίπεδο αυτό αποτελεί το χαμηλότερο από τον Μάιο του 2008. Σε ετήσια βάση, για το σύνολο του 2025 η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε στο 8,8%, έναντι 10,1% το 2024.

 

Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το συνολικό ποσοστό ανεργίας στον ΟΟΣΑ παρέμεινε σταθερό στο 5,0% τον Δεκέμβριο του 2025 — επίπεδο στο οποίο κινείται από την άνοιξη του 2022. Στις 22 από τις 32 χώρες με διαθέσιμα στοιχεία δεν καταγράφηκε μεταβολή σε μηνιαία βάση, σε επτά σημειώθηκε μείωση και σε τρεις (Καναδάς, Κολομβία, Κορέα) αύξηση.

 

Στην ευρωζώνη η ανεργία διαμορφώθηκε στο 6,2%, κοντά στα ιστορικά χαμηλά της, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο 5,9%. Σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης που είναι μέλη του ΟΟΣΑ, η βελτίωση της Ελλάδας ήταν πιο έντονη, την ώρα που η Φινλανδία και η Σλοβενία κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις (κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες).

 

Η ανεργία των νέων στον ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στο 11,2%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερη από εκείνη των ατόμων άνω των 25 ετών. Στην Ελλάδα καταγράφηκε μείωση άνω των 2 ποσοστιαίων μονάδων σε μηνιαία βάση, ένδειξη σταδιακής βελτίωσης και για τους νεότερους εργαζόμενους.

 

Σε διεθνές επίπεδο, το Μεξικό και η Ιαπωνία διατήρησαν ποσοστά ανεργίας στο ή κάτω από το 3%, ενώ η Ισπανία και η Φινλανδία παρέμειναν σε διψήφια επίπεδα. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τον Ιανουάριο του 2026 δείχνουν υποχώρηση της ανεργίας στον Καναδά στο 6,5% και σταθεροποίηση στις ΗΠΑ στο 4,3%.

 

Συνολικά, σε ένα περιβάλλον σχετικής σταθεροποίησης των αγορών εργασίας διεθνώς, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μία από τις πλέον δυναμικές περιπτώσεις αποκλιμάκωσης της ανεργίας, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη οικονομική μεγέθυνση που στηρίζεται σε επενδύσεις, εξαγωγές και ιδιωτική κατανάλωση.

 

                                                

 

Ποσοστά Ανεργίας ΟΟΣΑ

 

Ας δούμε συγκεντρωμένα τα ποσοστά ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ.

 

                                                           (% εργατικού δυναμικού, εποχικά διορθωμένα)

Χώρα / Περιοχή

2024

2025

Δεκ. 2025

Τάση

Ιστορικό χαμηλό (έτος)

ΟΟΣΑ

4,9

5,0

4,8 (Ιουν-23)

G7

4,3

4,6

4,0 (Ιαν-23)

ΕΕ

5,9

6,0

5,9

5,8 (Οκτ-24)

Ευρωζώνη

6,4

6,3

6,2

6,2 (Νοε-24)

Αυστραλία

4,0

4,2

4,1

3,4 (Οκτ-22)

Αυστρία

5,2

5,7

5,8

3,6 (Ιαν-01)

Βέλγιο

5,7

6,2

6,4

4,9 (Απρ-20)

Καναδάς

6,4

6,8

6,8

4,8 (Ιουλ-22)

Χιλή

8,5

8,5

8,5

5,7 (Αυγ-13)

Κολομβία

10,2

8,9

8,5

8,2 (Νοε-25)

Κόστα Ρίκα

7,5

6,7

6,3

5,8 (Αυγ-25)

Τσεχία

2,8

2,9

3,1

1,7 (Φεβ-19)

Δανία

6,2

6,3

5,6

3,2 (Ιαν-08)

Εσθονία

7,6

7,4

6,3

3,9 (Μαι-08)

Φινλανδία

8,4

9,7

10,3

5,7 (Απρ-08)

Γαλλία

7,4

7,6

7,7

6,9 (Μαι-20)

Γερμανία

3,4

3,7

3,8

2,9 (Απρ-19)

Ελλάδα

10,1

8,8

7,5

7,3 (Μαι-08)

Ιταλία

6,5

6,1

5,6

5,6 (Νοε-25)

Ιαπωνία

2,6

2,5

2,6

2,2 (Μαι-18)

Ισπανία

11,4

10,5

10,0

7,9 (Μαι-07)

Σουηδία

8,4

8,9

8,8

5,6 (Ιουν-02)

Ελβετία

4,3

3,8 (Q2-23)

Τουρκία

8,7

8,4

7,7

7,7 (Δεκ-25)

Ηνωμένο Βασίλειο

4,3

3,6 (Ιουν-22)

ΗΠΑ

4,0

4,4

3,4 (Απρ-23)


 

                              

 

Επιστροφή στο γραφείο: Η σύγκρουση εργοδοτών και νέων γενεών για το μέλλον της εργασίας

 

Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις που είχαν καθιερώσει την τηλεργασία την περίοδο της πανδημίας ή λειτουργούσαν με υβριδικό μοντέλο, επαναφέρουν πλέον την υποχρεωτική φυσική παρουσία στο γραφείο πέντε ημέρες την εβδομάδα. Πρόσφατα, η Stellantis και η Home Depot προστέθηκαν στη λίστα των μεγάλων ομίλων που ζητούν πλήρη επιστροφή, ακολουθώντας το παράδειγμα εταιρειών όπως το Instagram, η Paramount και η Amazon.

 

Η αλλαγή αυτή εντείνει την τριβή ανάμεσα στη διοίκηση και τους εργαζομένους. Τα ανώτερα στελέχη υποστηρίζουν ότι η καθημερινή συνύπαρξη στον χώρο εργασίας ενισχύει την αποδοτικότητα, τη συνεργασία και την εταιρική κουλτούρα. Ωστόσο, για μεγάλο μέρος του προσωπικού –ιδίως για όσους βρίσκονται στην ηλικιακή ομάδα 20 έως 30 ετών– η πλήρης επιστροφή στο γραφείο αποτελεί τη λιγότερο επιθυμητή επιλογή.

 

Ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι η ένταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε επαγγελματική εξουθένωση, μειωμένη σύνδεση με την εργασία και διαρροή ταλέντου, εφόσον οι πιο αποδοτικοί εργαζόμενοι επιλέξουν να μετακινηθούν σε πιο ευέλικτους εργοδότες, ενώ όσοι παραμένουν αισθάνονται εγκλωβισμένοι.

 

Οι γενιές Ζ και millennials –όσοι γεννήθηκαν περίπου από το 1981 έως το 2012– αποτελούν πάνω από το 50% του εργατικού δυναμικού των 170 εκατομμυρίων ανθρώπων στις ΗΠΑ και εμφανίζονται οι πιο αρνητικές απέναντι στο μοντέλο της αποκλειστικής παρουσίας. Σύμφωνα με έρευνα της Gallup, μόλις το 6% των εργαζομένων της Generation Z και το 4% των millennials θα επέλεγαν να εργάζονται αποκλειστικά από το γραφείο. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη Generation X και τους baby boomers διαμορφώνονται στο 9% και 10%. Αντίθετα, η πλειονότητα τάσσεται υπέρ της υβριδικής εργασίας, με το 71% της Generation Z να τη θεωρεί ιδανική λύση.

 

Ανάμεσα στη συμμόρφωση και την αποχώρηση

 

Παρά τις προτιμήσεις αυτές, η επιβράδυνση της αγοράς εργασίας –με χαμηλότερους ρυθμούς προσλήψεων το 2025 και άνοδο της μακροχρόνιας ανεργίας– ωθεί πολλούς εργαζομένους να αποδεχθούν τις νέες απαιτήσεις Return to Office (RTO). Η αβεβαιότητα περιορίζει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης.

 

Έτσι, αρκετοί επιλέγουν να παραμείνουν στις θέσεις τους, ακόμη και αν αυτό σημαίνει αυστηρότερη επιτήρηση, αυξημένες αρμοδιότητες ή χαμηλότερες μισθολογικές αυξήσεις από τις αναμενόμενες. Η συσσώρευση πίεσης, ωστόσο, μπορεί να μεταφραστεί σε μειωμένη δέσμευση και αποστασιοποίηση από την εργασία, ιδίως για τους νεότερους που έχουν διαμορφώσει τις επαγγελματικές τους προσδοκίες σε ένα περιβάλλον ευελιξίας.

 

Ορισμένοι αναλυτές, όπως ο καθηγητής Οικονομικών του Stanford Nick Bloom, εκτιμούν ότι σε κάποιες περιπτώσεις η επιμονή στην πενθήμερη παρουσία ίσως λειτουργεί και ως έμμεσο εργαλείο περιορισμού του προσωπικού. Μέσω της «οικειοθελούς» αποχώρησης εργαζομένων, οι εταιρείες μπορούν να μειώσουν δαπάνες χωρίς να προχωρήσουν σε άμεσες απολύσεις.

 

Πλήρης επιστροφή ή ευέλικτο μοντέλο;

 

Οι εργοδότες επικαλούνται σειρά επιχειρημάτων υπέρ της πενθήμερης παρουσίας: καλύτερη παραγωγικότητα, ενίσχυση της καινοτομίας, βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, αλλά και ουσιαστικότερη ανάπτυξη δεξιοτήτων και εταιρικής ταυτότητας. Επιπλέον, πριν από την πανδημία, η καθημερινή εργασία στο γραφείο αποτελούσε τον κανόνα, γεγονός που καθιστά το συγκεκριμένο μοντέλο πιο γνώριμο για πολλά διοικητικά στελέχη.

 

Ωστόσο, το αυστηρό RTO φαίνεται να επηρεάζει δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες, όπως εργαζόμενους γονείς και φροντιστές –συχνά γυναίκες– καθώς και άτομα με αναπηρίες που χρειάζονται ειδικές προσαρμογές στον χώρο εργασίας. Για αυτούς, η απώλεια ευελιξίας μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε παραίτηση.

 

Παρά τη στροφή ορισμένων μεγάλων εταιρειών, οι περισσότερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να διατηρούν υβριδικά σχήματα εργασίας. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι οργανισμοί που προσφέρουν ευελιξία θα διατηρήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην προσέλκυση και διατήρηση ταλαντούχων στελεχών, σε μια περίοδο όπου η ισορροπία ανάμεσα στην απόδοση και την ποιότητα ζωής παραμένει κεντρικό ζητούμενο.

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum