| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 16/12/25

 

                                       

Συντάξεις - Διευρύνεται το χάσμα συντάξεων μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα

 

Μήνα με τον μήνα εντείνεται η απόκλιση ανάμεσα στις συντάξεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, επιβεβαιώνοντας μια διαρθρωτική ανισορροπία στο συνταξιοδοτικό σύστημα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης «Ήλιος» για τον Νοέμβριο του 2025, η μέση κύρια σύνταξη λόγω γήρατος για τους νέους συνταξιούχους του ΕΦΚΑ που προέρχονται από τα ταμεία του ιδιωτικού τομέα – κυρίως ΙΚΑ και ΟΑΕΕ – ανήλθε στα 787,91 ευρώ. Αντίθετα, για τους νέους συνταξιούχους του Δημοσίου το αντίστοιχο ποσό διαμορφώθηκε στα 1.504,67 ευρώ.

 

Η διαφορά μεταξύ των δύο τομέων φτάνει τα 716,76 ευρώ υπέρ του Δημοσίου, χωρίς να διαφαίνεται τάση σύγκλισης. Και αυτό παρά το γεγονός ότι στον ιδιωτικό τομέα οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονται με βάση 14 μισθούς, συμπεριλαμβανομένων των Δώρων, ενώ στο Δημόσιο μετά το 2010 λαμβάνονται υπόψη 12 μισθοί.

 

Γιατί παραμένει το χάσμα

 

Κύρια αιτία της διαφοράς αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο αποδοχών που καταγράφεται διαχρονικά στον δημόσιο τομέα. Παράλληλα, τον μέσο όρο των συντάξεων του ιδιωτικού τομέα επιβαρύνουν οι χαμηλές συντάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι σε ποσοστό περίπου 80% επιλέγουν την πρώτη και χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, καταβάλλοντας περιορισμένες εισφορές.

 

Κυριαρχία χαμηλών συντάξεων

 

Σε συνολικό επίπεδο, έξι στους δέκα συνταξιούχους εξακολουθούν να λαμβάνουν σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα από κύρια και επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος διαμορφώθηκε στα 1.120,77 ευρώ.

 

Η μέση κύρια σύνταξη ανέρχεται στα 846 ευρώ, ενώ η σύνταξη λόγω γήρατος φτάνει κατά μέσο όρο τα 954 ευρώ. Η μέση σύνταξη χηρείας διαμορφώνεται στα 616 ευρώ και η αναπηρίας στα 643,45 ευρώ. Η επικουρική σύνταξη ανέρχεται στα 196,4 ευρώ και το μέσο μέρισμα στα 113,98 ευρώ.

 

Τα υψηλότερα ποσά καταγράφονται στην ηλικιακή ομάδα 60-65 ετών, με μέση σύνταξη 1.132 ευρώ.

 

              

Συνταξιούχοι και συνολική δαπάνη

 

Ο συνολικός αριθμός των συνταξιούχων στη χώρα ανέρχεται σε 2.522.177, με το μηνιαίο εισόδημα από συντάξεις να φτάνει τα 2,72 δισ. ευρώ. Τον Νοέμβριο του 2025 καταβλήθηκαν συνολικά 4.720.741 συντάξεις, εκ των οποίων 2.889.977 ήταν κύριες, 1.391.080 επικουρικές και 439.684 μερίσματα.

 

Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι η πλειονότητα των κύριων συντάξεων κινείται στο εύρος των 500 έως 1.000 ευρώ. Παράλληλα, περίπου το 41,33% των συντάξεων γήρατος υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ, σημειώνεται όμως ότι τα δεδομένα αφορούν συντάξεις και όχι συνολικό εισόδημα ανά συνταξιούχο.

 

Η συνολική δαπάνη αναδρομικών προς νέους συνταξιούχους με οριστική απόφαση ανήλθε σε 95,7 εκατ. ευρώ, ενώ για την πληρωμή 29.977 νέων συντάξεων δαπανήθηκαν συνολικά 17,27 εκατ. ευρώ.

 

Ηλικιακή κατανομή

 

Σε ό,τι αφορά την ηλικιακή σύνθεση, το 25,29% των συνταξιούχων είναι άνω των 81 ετών, το 35,77% βρίσκεται μεταξύ 71 και 80 ετών και το 35,90% μεταξύ 51 και 70 ετών. Μόλις το 1,41% αφορά συνταξιούχους ηλικίας κάτω των 25 ετών.

 

Τα υψηλότερα ποσά σύνταξης καταβάλλονται στις ηλικίες 61-70 ετών. Μεταξύ των ανδρών συνταξιούχων, η μεγαλύτερη συγκέντρωση παρατηρείται στις ηλικίες 66-70 ετών (20,32%), ενώ στις γυναίκες το μεγαλύτερο ποσοστό (17,62%) εντοπίζεται στις ηλικίες 71-75 ετών.

 

 

                            

Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει 15% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα – Τι απαιτείται για να κλείσει η απόσταση με την Ευρώπη 

 

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να καταγράφει καλύτερες επιδόσεις ανάπτυξης σε σχέση με την Ευρωζώνη, ωστόσο το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με τα προ κρίσης υψηλά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Eurobank, το πραγματικό ΑΕΠ του γ’ τριμήνου 2025 βρίσκεται ακόμη 14,8% κάτω από το υψηλό του β’ τριμήνου 2007. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης αντιστοιχεί στο 70% του μέσου όρου της Ε.Ε., έναντι 93% το 2008. Αυτό υποδηλώνει ότι οι υψηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης θα πρέπει να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά το χάσμα.

 

Η τράπεζα επισημαίνει επίσης ότι η ελληνική ανάπτυξη βασίζεται σε δυσανάλογο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, κάτι που περιορίζει την αύξηση της αποταμίευσης και άρα των διαθέσιμων πόρων για επενδύσεις. Παρά τη στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης, που συμβάλλει σε μια συνολική ανάπτυξη κοντά στο 2% για το 2025, τονίζεται η ανάγκη καλύτερης αξιοποίησης των πόρων του προς δράσεις που ενισχύουν τη συσσώρευση κεφαλαίου και την τεχνολογική και παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας. Παράλληλα, απαιτείται συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ώστε η αναπτυξιακή δυναμική να διατηρηθεί και μετά τη λήξη του Ταμείου.

 

Οι επιδόσεις του ΑΕΠ στο γ’ τρίμηνο 2025

 

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση και 2,0% σε ετήσια, έναντι 0,4% και 1,6% στο προηγούμενο τρίμηνο. Η διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης κρίνεται κρίσιμη, τόσο για την πλήρη ανάκτηση των απωλειών της κρίσης – η οποία προκάλεσε συνολική πτώση 27% ως το 2013 – όσο και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές εξωτερικές αναταράξεις.

 

Σε σταθερές τιμές, το ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του 2007, ενώ σε τρέχουσες τιμές – λόγω πληθωρισμού – έχει πλέον ξεπεράσει το υψηλό του 2008.

 

Τι τροφοδότησε την ανάπτυξη

 

Η άνοδος του ΑΕΠ προήλθε κυρίως από:

 

την αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου,

 

τη θετική συμβολή των καθαρών εξαγωγών,

 

την ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση.

 

Από την πλευρά της παραγωγής, τη μεγαλύτερη ώθηση έδωσαν οι κατασκευές, οι δημόσιες υπηρεσίες, η βιομηχανία και οι χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Σε όρους εννεαμήνου (Ιανουάριος–Σεπτέμβριος), η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 2%, οριακά χαμηλότερα από τις προβλέψεις της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και του Μεσοπρόθεσμου (2,1%–2,2%).

 

 

                           

Σύγκριση με την Ευρώπη 

 

Η Ελλάδα συνέχισε να υπεραποδίδει έναντι των οικονομιών της ΕΕ-27 και της Ευρωζώνης, έστω με πιο ήπιο ρυθμό. Στο εννεάμηνο του 2025 είχε:

 

τον 10ο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην ΕΕ,

τον 7ο στην Ευρωζώνη.

 

Η Κύπρος, η Πολωνία και η Βουλγαρία ήταν οι πλέον δυναμικές οικονομίες. Για να καλυφθεί η υστέρηση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η υπεραπόδοση πρέπει να συνεχιστεί για πολλά χρόνια.

 

Αναλυτική εξέταση της δαπάνης

 

Παρά τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις (2,9% ο εναρμονισμένος δείκτης τον Νοέμβριο), η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,4% και συνέβαλε κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες στη συνολική ανάπτυξη.

 

Ωστόσο, ο κύριος μοχλός της μεγέθυνσης ήταν οι επενδύσεις παγίων, με άνοδο 12,8% σε ετήσια βάση και συμβολή 2,1 π.μ. Χαρακτηριστικά:

 

οι «άλλες κατασκευές» ενισχύθηκαν κατά 17,9%,

 

η οικοδομή κατοικιών κατά 25,4%,

 

ο μεταφορικός εξοπλισμός κατά 28%.

 

Θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα (+2,4 π.μ.), καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν και οι εισαγωγές μειώθηκαν, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών πετρελαίου.

 

Αντιθέτως, η μεταβολή των αποθεμάτων συνέχισε να λειτουργεί αρνητικά, αφαιρώντας 3,7 π.μ. από τον ετήσιο ρυθμό – εξέλιξη που η Eurobank χαρακτηρίζει δύσκολο να ερμηνευθεί, καθώς αφορά υπολειμματικό μέγεθος που συνδέεται και με ημιτελή επενδυτικά έργα.

 

 

 

                                       

Η ιδιωτική κατανάλωση ως «ατμομηχανή» – αλλά με κόστος

 

Η κατανάλωση παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας ανάπτυξης στην Ελλάδα, με ποσοστό γύρω στο 69% του ΑΕΠ στο εννεάμηνο του 2025 – το υψηλότερο στην Ευρώπη.

 

Θετική είναι η ανάκαμψη των καθαρών εξαγωγών και η αύξηση των επενδύσεων, όμως η ενίσχυση των επενδύσεων πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα ώστε να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και το εισόδημα στο μέλλον.

 

Επενδύσεις: πρόοδος, αλλά ακόμη χαμηλά

 

Οι επενδύσεις έχουν κινηθεί ανοδικά τα τελευταία χρόνια, από 11% του ΑΕΠ το 2019 στο 16% το 2024, χάρη κυρίως στους ευρωπαϊκούς πόρους (ΤΑΑ, ΕΣΠΑ). Στο εννεάμηνο του 2025 έφτασαν το 16,2%.

 

Η Ελλάδα, όμως, εξακολουθεί να έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων στην ΕΕ, πολύ κάτω από τα επίπεδα της Ευρωζώνης και της ΕΕ (περίπου 21%). Η δεκαετής υποεπένδυση έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στο παραγωγικό κεφάλαιο, περιορίζοντας την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, κάτι που αντανακλάται και στο υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών (25 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2025, περίπου 13,5% του ΑΕΠ).

 

Παραγωγικότητα εργασίας

 

Η παραγωγικότητα βελτιώθηκε το γ’ τρίμηνο:

 

+1,0% ετησίως ανά απασχολούμενο,

+2,5% ανά ώρα εργασίας.

 

Στο εννεάμηνο, οι αντίστοιχες αυξήσεις ήταν 1,2% και 3,1%. Παρά τις βελτιώσεις, η παραγωγικότητα παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2007:

 

-21,7% ανά απασχολούμενο,

-15% ανά ώρα εργασίας.

 

Με δεδομένη τη γήρανση του πληθυσμού και τα όρια στην αύξηση της απασχόλησης, η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη για τη συνέχιση της ανάπτυξης.

                                        

                                        

                                       

                                           

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum