|
00:01 -
17/02/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Μισθοί και ακρίβεια: Γιατί οι εργαζόμενοι δεν
βλέπουν βελτίωση στο πορτοφόλι τους
Τα διαθέσιμα
στοιχεία εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τη δυσαρέσκεια των πολιτών
για την πορεία των τιμών σε σχέση με τις αποδοχές τους. Το
2025 ο μέσος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 1,5%, ενώ ο
πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,5%, οδηγώντας σε απώλεια
αγοραστικής δύναμης.
Αν εξεταστεί η
τετραετία 2021–2025, δηλαδή η περίοδος της ενεργειακής και
πληθωριστικής κρίσης, προκύπτει ότι οι ονομαστικές αποδοχές
αυξήθηκαν περίπου 22%, όμως το κόστος ζωής ενισχύθηκε πάνω
από 19%. Το αποτέλεσμα ήταν η πραγματική βελτίωση να είναι
οριακή έως ανύπαρκτη. Αντίθετα, την περίοδο 2019–2021, παρά
την περιορισμένη αύξηση μισθών κατά 6,8%, ο σχεδόν μηδενικός
ή αρνητικός πληθωρισμός επέτρεψε καλύτερη διατήρηση της
αγοραστικής δύναμης.
Η εξέλιξη των
μεικτών αποδοχών από μόνη της δεν αποτυπώνει την πραγματική
οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Πρέπει να
συνυπολογιστούν οι κρατήσεις, οι μεταβολές στη φορολογία και
στις εισφορές, καθώς και –κυρίως– η πορεία των τιμών. Με
βάση όλα τα παραπάνω, το 2025 αναδεικνύεται ως η δεύτερη πιο
δυσμενής χρονιά της τελευταίας επταετίας, μετά το 2022, όταν
οι εκρηκτικές αυξήσεις στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά
συμπίεσαν δραστικά τα εισοδήματα.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία του συστήματος
Εργάνη, ο μέσος μεικτός μισθός το 2025 διαμορφώθηκε
στα 1.363 ευρώ, από 1.342 ευρώ το 2024, δηλαδή αυξήθηκε κατά
1,56%. Σε καθαρούς όρους (για εργαζόμενο με δύο παιδιά) η
αύξηση ήταν 1,78%, με τον μέσο καθαρό μισθό να φτάνει τα
1.087 ευρώ. Ωστόσο, με πληθωρισμό 2,5%, ο πραγματικός
καθαρός μισθός μειώθηκε κατά περίπου 0,7%.
Το 2024, αντίθετα,
είχε καταγραφεί ουσιαστική πραγματική ενίσχυση εισοδήματος.
Ο μέσος μεικτός μισθός αυξήθηκε κατά 7,27%, ο καθαρός κατά
7,55% και με πληθωρισμό 2,7% προέκυψε πραγματική αύξηση
κοντά στο 4,9%.
Αν εξεταστεί
συνολικά η περίοδος από το 2021, η εικόνα είναι πιο
απογοητευτική. Οι μεικτές αποδοχές αυξήθηκαν κατά 21,9%,
όμως οι καθαρές κατά 20,2%, καθώς η μη τιμαριθμοποίηση της
φορολογικής κλίμακας περιόρισε το καθαρό όφελος. Με
σωρευτικό πληθωρισμό περίπου 19,4%, το καθαρό αποτέλεσμα για
την αγοραστική δύναμη ήταν πρακτικά στάσιμο.
Πέρα από τα
ποσοστά μεταβολής, βαρύνουσα σημασία έχουν και τα απόλυτα
επίπεδα αμοιβών. Η μισθολογική πυραμίδα έχει μετατοπιστεί
προς υψηλότερα κλιμάκια τα τελευταία χρόνια. Οι εργαζόμενοι
με μεικτές αποδοχές κάτω των 800 ευρώ έχουν περιοριστεί σε
περίπου 380.000, δηλαδή στο 15,4% του συνόλου, από 48% το
2019. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αύξηση του κατώτατου
μισθού και τη μείωση της μερικής απασχόλησης.
Παράλληλα, το
εύρος 800–1.500 ευρώ έχει εξελιχθεί στο κυρίαρχο μισθολογικό
κλιμάκιο, καλύπτοντας το 61,4% των εργαζομένων, ενώ το 2019
αντιστοιχούσε μόλις στο 36%. Στα υψηλότερα επίπεδα αποδοχών
παρατηρείται επίσης αύξηση, ωστόσο μόνο το 12% των
εργαζομένων λαμβάνει μεικτές αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ,
έναντι 8,2% το 2019.
Παρά τη βελτίωση
της κατανομής, οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί. Το 76,8% των
εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα λαμβάνει καθαρές αποδοχές
κάτω από 1.200 ευρώ. Σε αυτά τα εισοδηματικά επίπεδα, ο
πληθωρισμός βιώνεται εντονότερα, καθώς μεγαλύτερο μέρος του
εισοδήματος κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες όπως η στέγαση
και η διατροφή, όπου οι ανατιμήσεις ξεπέρασαν τον μέσο όρο.
Με τις τιμές των τροφίμων να έχουν αυξηθεί περίπου 30% μέσα
στην κρίση, γίνεται σαφές γιατί για τους χαμηλόμισθους το
πραγματικό εισόδημα συχνά καταγράφει καθαρή μείωση.
|
|
|
|
|

|
|
Ελληνικό Χρέος
Κομισιόν: Η πορεία
μείωσης του ελληνικού χρέους θεωρείται διατηρήσιμη – Κλειδί
η συνέχιση της ίδιας δημοσιονομικής γραμμής
Μόνο μια
ουσιαστική μεταστροφή της τρέχουσας δημοσιονομικής
στρατηγικής θα μπορούσε να ανακόψει την καθοδική τροχιά του
ελληνικού δημόσιου χρέους. Αυτό προκύπτει από τη νέα μελέτη
της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη βιωσιμότητα του χρέους των
κρατών-μελών (Debt Sustainability Monitor 2025), η οποία
αξιολογεί τη δυναμική του ελληνικού χρέους ως ελεγχόμενη
τόσο σε μεσοπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Στο βασικό σενάριο
της ανάλυσης, το ακαθάριστο χρέος της χώρας – στο οποίο
περιλαμβάνονται και οι αναβαλλόμενοι τόκοι του δεύτερου
προγράμματος στήριξης – εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει από το
141,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 στο 123,5% του ΑΕΠ έως το
2036. Παρότι η μείωση θεωρείται σημαντική, το ποσοστό
παραμένει αισθητά πάνω από το όριο αναφοράς του 90% του ΑΕΠ.
Οι προβολές
στηρίζονται στην παραδοχή ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί κατά
2,2% φέτος και 1,7% το 2027, ενώ από το 2028 και μετά ο
ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα κινηθεί
κάτω από το 1%, παραπέμποντας σε φάση χαμηλής δυναμικής. Η
έκθεση βασίζεται σε στοιχεία έως το 2025 και δεν ενσωματώνει
πλήρως τα μέτρα που έχει κοινοποιήσει η Αθήνα στο
επικαιροποιημένο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2026–2029, όπου
προβλέπεται μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης κοντά στο 2% χάρη
σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Ακόμη και υπό
λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες – δηλαδή με χαμηλότερα πρωτογενή
πλεονάσματα, αυξημένο κόστος δανεισμού ή και ασθενέστερη
ανάπτυξη – η Επιτροπή εκτιμά ότι η καθοδική τάση του χρέους
δεν ανατρέπεται. Στο δυσμενέστερο σενάριο, ο λόγος χρέους
προς ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 133,4% το 2036, περίπου δέκα
ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το βασικό σενάριο, αλλά
και πάλι σε πτωτική κατεύθυνση.
Η έκθεση
αναγνωρίζει ότι, παρά τις δημογραφικές πιέσεις και τον
κίνδυνο σταδιακής αύξησης των δαπανών για συντάξεις και
υγεία, οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι μιας
απότομης επιδείνωσης της πορείας του χρέους παραμένουν
περιορισμένοι.
Το στοίχημα των
πρωτογενών πλεονασμάτων
Κρίσιμο ζήτημα,
σύμφωνα με την ανάλυση, είναι κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορέσει
να διατηρήσει σε βάθος χρόνου πρωτογενή πλεονάσματα γύρω στο
2% του ΑΕΠ και διαρθρωτικά πλεονάσματα κοντά στο 1,8%. Η
συνέπεια σε αυτή τη γραμμή θεωρείται απαραίτητη για να
συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του χρέους. Εμμέσως, η Επιτροπή
υπογραμμίζει την ανάγκη συνέχισης της υφιστάμενης
δημοσιονομικής πολιτικής.
Παράλληλα,
εκτιμάται ότι οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου
θα παραμείνουν συγκρατημένες, ξεπερνώντας το 10% του ΑΕΠ όχι
πριν από το 2030 και διατηρούμενες κάτω από το 20% έως το
2036.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|

Βραχυπρόθεσμες εστίες
κινδύνου
Πέρα από τα
μακροοικονομικά μεγέθη, η Κομισιόν επισημαίνει τρεις
παράγοντες που ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσθετες πιέσεις
βραχυπρόθεσμα.
Πρώτον, αν και τα
μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί αισθητά και το
τραπεζικό σύστημα έχει ενισχυθεί, το σχετικό ποσοστό
εξακολουθεί να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός
που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει κρατικές εγγυήσεις.
Δεύτερον,
εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις ενδέχεται να επιβαρύνουν τον
προϋπολογισμό. Σε αυτές περιλαμβάνονται υποθέσεις που
αφορούν δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη ή πιθανές
διεκδικήσεις για επαναφορά επιδομάτων και αναδρομικών
αποδοχών.
Τρίτον, γίνεται
ειδική μνεία σε ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις από
συνεχιζόμενους ελέγχους στη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών
κονδυλίων, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Συνολικά, η εικόνα
που αποτυπώνεται είναι ότι η τροχιά του ελληνικού χρέους
παραμένει καθοδική και διαχειρίσιμη, υπό την προϋπόθεση ότι
δεν θα υπάρξει απόκλιση από τη σημερινή δημοσιονομική
στρατηγική.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στεγαστικό πρόβλημα – κλειστά σπίτια
Το στεγαστικό
πρόβλημα στην Ευρώπη δεν αφορά μόνο την κοινωνική συνοχή,
αλλά και τη βιωσιμότητα των πόλεων. Τα ενοίκια κινούνται
ανοδικά, η αστεγία διευρύνεται και πολλά νοικοκυριά
αδυνατούν να καλύψουν το ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, σε
αρκετές ευρωπαϊκές μητροπόλεις σημαντικός αριθμός κτιρίων
παραμένει άδειος ή αξιοποιείται ελάχιστα. Η εικόνα είναι
αντιφατική: αυξανόμενη ανάγκη για προσιτή στέγη από τη μία,
ανεκμετάλλευτο οικιστικό απόθεμα από την άλλη.
Η ελληνική
ιδιαιτερότητα
Στην Ελλάδα
περισσότερες από 2,2 εκατομμύρια κατοικίες δεν
χρησιμοποιούνται. Περίπου το 35% του συνολικού αποθέματος
παραμένει εκτός κατοίκησης – ένα από τα υψηλότερα ποσοστά
στην ΕΕ. Από αυτές, ένα μεγάλο μέρος αφορά εξοχικές ή
δευτερεύουσες κατοικίες, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό είναι
πραγματικά κενά ακίνητα. Αν και σε σχέση με την προηγούμενη
απογραφή καταγράφεται μείωση, το μέγεθος του προβλήματος
παραμένει έντονο.
Οι αιτίες
διαφέρουν: ακίνητα σε περιοχές χωρίς ζήτηση, κτίρια σε κακή
κατάσταση που απαιτούν υψηλές δαπάνες ανακαίνισης, αλλά και
νομικές ή φορολογικές εκκρεμότητες (κληρονομικά ζητήματα,
συνιδιοκτησίες, οικονομικές επιβαρύνσεις). Τα τελευταία
χρόνια προστέθηκε και η δυναμική των βραχυχρόνιων μισθώσεων,
με πολλούς ιδιοκτήτες να προτιμούν την τουριστική
εκμετάλλευση αντί της μακροχρόνιας ενοικίασης.
Η ευρωπαϊκή
πρωτοβουλί
Σε αυτό το
περιβάλλον, το Σχέδιο Προσιτής Στέγασης της
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
(EAHP) επιχειρεί να δώσει κατεύθυνση πολιτικής. Για πρώτη
φορά αναγνωρίζεται ρητά ότι τα κενά και υποχρησιμοποιούμενα
κτίρια μπορούν να αποτελέσουν τμήμα της λύσης.
Το σχέδιο δίνει
προτεραιότητα στην ανακαίνιση και επανάχρηση αντί για
κατεδαφίσεις και νέες οικοδομές. Η ενεργοποίηση του
υπάρχοντος αποθέματος θεωρείται ταχύτερη, οικονομικότερη και
περιβαλλοντικά ηπιότερη επιλογή, καθώς περιορίζει την
κατανάλωση γης και τις εκπομπές.
Ωστόσο, η πολιτική
αυτή κατεύθυνση δεν συνοδεύεται ακόμη από επαρκή εργαλεία.
Δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός για το «κενό ακίνητο», ούτε
ολοκληρωμένη καταγραφή, ούτε ειδική χρηματοδότηση για τη
μετατροπή τους σε προσιτές κατοικίες. Στην πράξη, η έμφαση
εξακολουθεί να δίνεται στις νέες κατασκευές.
Η πρόθεση για
απλούστευση διαδικασιών μπορεί να επιταχύνει επενδύσεις,
όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος αποδυνάμωσης περιβαλλοντικών και
ενεργειακών προτύπων. Μια τέτοια χαλάρωση δεν θα λύσει το
πρόβλημα της προσιτότητας, αλλά θα μεταθέσει το κόστος στο
περιβάλλον και στις τοπικές κοινωνίες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Δεν αρκεί η αύξηση της προσφοράς
Η στεγαστική κρίση
δεν είναι μόνο αριθμητικό ζήτημα διαθέσιμων κατοικιών. Είναι
και ζήτημα πρόσβασης: ποιοι μπορούν να βρουν σπίτι και με
ποιους οικονομικούς όρους. Η αξιοποίηση κενών κτιρίων μπορεί
να συμβάλει ουσιαστικά, ιδίως αν συνδυαστεί με περιορισμό
της κερδοσκοπίας και ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας.
Σε χώρες της
Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η πρόκληση συνδέεται και
με την ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών πολυκατοικιών όπου
διαμένουν ιδιοκτήτες χαμηλού εισοδήματος. Εκτεταμένες
ανακαινίσεις και κοινωνικά μοντέλα στέγασης θα μπορούσαν να
μειώσουν ανισότητες και ενεργειακή φτώχεια, εφόσον υπάρξει
στοχευμένη χρηματοδότηση.
Η εικόνα στις
πόλεις
Η κατάσταση σε
μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ενδεικτική. Στο
Βερολίνο χιλιάδες
διαμερίσματα παραμένουν κενά παρά την έλλειψη κατοικιών.
Στην Πράγα τα άδεια
διαμερίσματα υπερβαίνουν τις 90.000, ενώ στις
Βρυξέλλες πολλές
κατοικίες και γραφειακοί χώροι μένουν χωρίς χρήση. Δεν
πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για δομικό
πρόβλημα.
Το Σχέδιο έχει
χαρακτηριστεί περισσότερο διορθωτικό παρά ριζοσπαστικό. Η
τελική του σημασία θα εξαρτηθεί από το αν οι ευρωπαϊκοί
θεσμοί θα το μετατρέψουν σε συνεκτική στρατηγική με σαφή
κοινωνικό και περιβαλλοντικό προσανατολισμό.
Η Ευρώπη δεν
υποφέρει από έλλειψη κτιρίων. Υποφέρει από έλλειψη
αποφασιστικής πολιτικής που να τα εντάξει σε μια δίκαιη και
βιώσιμη στεγαστική πολιτική. Το ζήτημα δεν είναι να χτιστούν
περισσότερα σπίτια, αλλά να αξιοποιηθούν αυτά που ήδη
υπάρχουν.
|
|
|
|
|
|