|

Ισχυρή αύξηση και στην απασχόληση
Ανάλογη εικόνα
καταγράφεται και στην αγορά εργασίας.
Το 2025, οι
συνολικές ώρες εργασίας στην Ελλάδα ήταν 7,5% υψηλότερες από
το 2019, όταν στις χώρες της Ευρωζώνης που έλαβαν σαφώς
μικρότερη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης η αντίστοιχη
αύξηση περιορίστηκε μόλις στο 2,6%.
Η διαφορά είναι
σημαντική και δείχνει ότι η οικονομική επέκταση συνοδεύτηκε
από πραγματική αύξηση της απασχόλησης και της οικονομικής
δραστηριότητας.
Παρά την
επιβράδυνση που καταγράφηκε το 2025, η εξέλιξη των ωρών
εργασίας εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από την τάση που θα
αναμενόταν με βάση τα δεδομένα πριν από την πανδημία.
Με άλλα λόγια,
η ελληνική οικονομία δεν αναπτύχθηκε μόνο μέσω της αύξησης
του ΑΕΠ, αλλά και μέσω της διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης
και της απασχόλησης.
Οι επενδύσεις
είναι ίσως το σημαντικότερο αποτέλεσμα
Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση της Ελλάδας εντοπίζεται, σύμφωνα
με την ανάλυση του
VOXEU, στις
επενδύσεις.
Οι συνολικές
επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ,
ενώ στην ομάδα των χωρών που έλαβαν σαφώς μικρότερη
χρηματοδότηση καταγράφηκε αντίθετα υποχώρηση περίπου 2
ποσοστιαίων μονάδων.
Η εξέλιξη αυτή
έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η χώρα ξεκίνησε
από εξαιρετικά χαμηλή επενδυτική βάση μετά τη δεκαετή κρίση.
Παρότι το
επενδυτικό ποσοστό παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης, το χάσμα έχει αρχίσει να περιορίζεται. Αντίστοιχη
βελτίωση καταγράφεται και στις ιδιωτικές επενδύσεις,
στοιχείο που δείχνει ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι δεν
λειτούργησαν αποκλειστικά ως δημόσια δαπάνη, αλλά φαίνεται
να συνέβαλαν και στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Η εικόνα σε βασικούς δείκτες
|
Δείκτης
|
Ελλάδα
|
Χώρες με χαμηλή χρηματοδότηση
|
|
Πραγματικό ΑΕΠ 2025 έναντι 2019
|
+10,8%
|
+5,4%
|
|
Συνολικές ώρες εργασίας
|
+7,5%
|
+2,6%
|
|
Επενδύσεις
|
+5,9 π.μ. του ΑΕΠ
|
περίπου -2 π.μ.
|
|
Κατανομή Ταμείου Ανάκαμψης
|
39,95 δισ. ευρώ
|
Πολύ χαμηλότερη
|
Η Ελλάδα
βρίσκεται σε φάση σύγκλισης
Το βασικό συμπέρασμα του
VOXEU για την
Ελλάδα μετά το 2020 είναι αυτό της σύγκλισης.
Η οικονομία
φαίνεται να καλύπτει σταδιακά μέρος του χαμένου εδάφους της
προηγούμενης δεκαετίας. Το ΑΕΠ βρίσκεται πάνω από την προ
πανδημίας τάση, οι επενδύσεις αυξάνονται από ιδιαίτερα
χαμηλή αφετηρία και η παραγωγικότητα παρουσιάζει βελτίωση.
Ωστόσο, η
εικόνα χρειάζεται προσοχή, καθώς δεν μπορεί να αποδοθεί
ολόκληρη η μεταβολή αποκλειστικά στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Καθοριστικό
ρόλο στη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας μετά την
πανδημία διαδραμάτισε και η ΕΚΤ, μέσω του έκτακτου
προγράμματος αγοράς ομολόγων, το οποίο περιόρισε τις πιέσεις
στην αγορά κρατικού χρέους.
Παράλληλα, ένα
μέρος της σημερινής αναπτυξιακής δυναμικής αντανακλά και τις
καθυστερημένες επιδράσεις μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν
κατά την περίοδο της κρίσης.
Επομένως, το
Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί σημαντικό κομμάτι της εξίσωσης,
αλλά όχι τη μοναδική εξήγηση της ελληνικής υπεραπόδοσης.
Το μεγάλο
ερώτημα είναι η επόμενη ημέρα
Το κρίσιμο
ζήτημα πλέον μεταφέρεται στην επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο
Ανάκαμψης.
Η ολοκλήρωση
του προγράμματος δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά
πόσο η επενδυτική δυναμική μπορεί να διατηρηθεί χωρίς την
ίδια ένταση ευρωπαϊκών πόρων.
Προς το παρόν,
οι οικονομικοί κύκλοι δεν αναμένουν απότομη κατάρρευση των
επενδύσεων. Τα δάνεια που έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί
αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική
δραστηριότητα και τα επόμενα χρόνια.
Παρόλα αυτά, η
σταδιακή μείωση των διαθέσιμων επενδυτικών κονδυλίων είναι
εμφανής.
Με βάση τον
Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό, τα επενδυτικά κονδύλια
περιορίζονται από περίπου 16,7 δισ. ευρώ το 2026 σε 10,6
δισ. ευρώ το 2027.
Η διαφορά αυτή
σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία θα πρέπει σταδιακά να
περάσει από ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται σε μεγάλο
βαθμό στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε ένα μοντέλο όπου οι
ιδιωτικές επενδύσεις, η παραγωγικότητα, οι εξαγωγές και η
εγχώρια αποταμίευση θα διαδραματίζουν μεγαλύτερο ρόλο.
|