|
00:01 -
18/05/26 |
|
|
|
|
|

ΤΑΑ: Χαμηλές επιδόσεις απορρόφησης στην Ελλάδα σε σύγκριση
με την ΕΕ – Στο 39,1% η αξιοποίηση πόρων έως το 2025
Σημαντική
υστέρηση στην απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) καταγράφει η Ελλάδα, σύμφωνα με τα
στοιχεία της Eurostat, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και στη
διαχρονική της πορεία. Τα δεδομένα έως το τέλος του 2025
αποτυπώνουν χαμηλότερη αξιοποίηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, παρά τις επιταχύνσεις που σημειώθηκαν την
τελευταία διετία.
Χαμηλότερη
επίδοση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Μέχρι το τέλος
του 2025, η Ελλάδα είχε απορροφήσει πραγματικά 14 δισ. ευρώ
από το συνολικό πακέτο των 35,95 δισ. ευρώ, ποσοστό που
αντιστοιχεί στο 39,1%. Την ίδια περίοδο, σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απορρόφηση είχε ανέλθει σε 310 δισ.
ευρώ ή 53,7% των διαθέσιμων πόρων.
Με βάση αυτή την
επίδοση, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 23η θέση μεταξύ των 27
κρατών-μελών της ΕΕ.
Οι πρωτοπόροι
και οι ουραγοί στην ΕΕ
Στην κορυφή της
κατάταξης βρίσκονται χώρες με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά
αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου. Ενδεικτικά, η Γαλλία έχει
απορροφήσει το 96,8% των διαθέσιμων πόρων της, η Δανία το
92,4%, η Ολλανδία το 87,2% και η Γερμανία το 82,3%.
Αντίθετα, τις
χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφουν η Ουγγαρία με 19,7%, η
Πολωνία με 26,1%, η Λιθουανία με 33,3% και η Βουλγαρία με
36%. Η Ελλάδα βρίσκεται λίγο υψηλότερα από αυτές τις χώρες,
χωρίς ωστόσο να προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αργή εκκίνηση
και καθυστερημένη επιτάχυνση
Σύμφωνα με τη
Eurostat, η Ελλάδα παρουσίασε ιδιαίτερα αργή εκκίνηση στην
αξιοποίηση των πόρων. Παρά τις αρχικές αναφορές περί
«δυναμικής πορείας» και θέσης στις πρώτες χώρες ως προς τις
εκταμιεύσεις, μέχρι το τέλος του 2023 είχαν χρησιμοποιηθεί
μόλις 3,8 δισ. ευρώ, δηλαδή το 10,4% του προγράμματος.
Η αρχική θετική
εικόνα αφορούσε κυρίως στις εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή προς τη χώρα και όχι στην πραγματική απορρόφηση των
πόρων στην οικονομία.
Σε επίπεδο ΕΕ, η
εικόνα ήταν σαφώς πιο προχωρημένη, καθώς την ίδια περίοδο
είχαν ήδη απορροφηθεί 82 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 26%
των συνολικών πόρων — ποσοστό περίπου 2,5 φορές υψηλότερο
από το ελληνικό.
Επιδόσεις ανά
σκέλος: επιχορηγήσεις και δάνεια
Καλύτερη εικόνα
εμφανίζεται στο σκέλος των επιχορηγήσεων, όπου μέχρι το
τέλος του 2025 είχαν αξιοποιηθεί 8,9 δισ. ευρώ, ή το 48,8%
των διαθέσιμων 18,2 δισ. ευρώ.
Αντίθετα, στα
δάνεια η απορρόφηση είναι σαφώς χαμηλότερη, καθώς έχουν
χρησιμοποιηθεί 5,2 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 29,3% του
συνολικού πακέτου των 17,7 δισ. ευρώ.
|
|
|
|
|
|
|
|

Επιτάχυνση την περίοδο 2024–2025
Η μεγαλύτερη κινητικότητα στην απορρόφηση
καταγράφεται την τελευταία διετία 2024–2025, κατά την οποία
χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 10,3 δισ. ευρώ. Το ποσοστό αυτό
αντιστοιχεί σε 28,6% των διαθέσιμων πόρων, επίπεδο παρόμοιο
με τον μέσο όρο της ΕΕ (28,3%), όπου την ίδια περίοδο είχαν
αξιοποιηθεί 163 δισ. ευρώ.
Η σύνθεση των δαπανών
Από το σύνολο των 14 δισ. ευρώ που έχουν
απορροφηθεί έως το 2025, περίπου 4,8 δισ. ευρώ (34%)
κατευθύνθηκαν σε ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου,
δηλαδή σε επενδύσεις και εξοπλισμό.
Τα υπόλοιπα 9,2 δισ. ευρώ αφορούν
κεφαλαιουχικές μεταβιβάσεις, λοιπές κεφαλαιακές δαπάνες και
τρέχουσες δαπάνες, αποτυπώνοντας τη συνολική κατανομή της
χρηματοδότησης στο πλαίσιο του προγράμματος.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πρόταση ΙΟΒΕ: Ενίσχυση της αποταμίευσης της μεσαίας τάξης με
κίνητρα για επενδύσεις χαρτοφυλακίου
Η εφαρμογή στοχευμένων κινήτρων για
τη μακροχρόνια αποταμίευση μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός
μοχλός ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία,
κινητοποιώντας νέες επενδύσεις, ενισχύοντας το εισόδημα και
δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας, σύμφωνα με μλέτη
του ΙΟΒΕ, με τίτλο «Αποταμιευτικοί Λογαριασμοί Νοικοκυριών
για Επενδύσεις στην Κεφαλαιαγορά» που παρουσιάστηκε σήμερα
σε εκδήλωση που διοργάνωσαν η EURONEXT ATHENS και το ΙΟΒΕ.
Ν. Βέττας: Τι δείχνει η διεθνής εμπειρία
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ,
Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Νίκος
Βέττας, μιλώντας στην εκδήλωση υπογράμμισε το διαχρονικό
έλλειμμα αποταμίευσης που χαρακτηρίζει την ελληνική
οικονομία, το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες
χρηματοδότησης παραγωγικών επενδύσεων και ενίσχυσης της
αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας.
Σημείωσε ότι «η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι
καλά σχεδιασμένα και στοχευμένα κίνητρα για μακροχρόνια
αποταμίευση μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικούς πόρους με
σημαντικά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία
συνολικά.
Οι προτεινόμενοι αποταμιευτικοί
λογαριασμοί επιδιώκουν να ενισχύσουν τη συμμετοχή των
νοικοκυριών στην οργανωμένη κεφαλαιαγορά, να καλλιεργήσουν
οικονομική παιδεία και να συμβάλουν στη δημιουργία
ισχυρότερων αποταμιευτικών βάσεων για το μέλλον.
Ο αποτελεσματικός προσδιορισμός των κινήτρων
είναι κρίσιμος, ώστε τα οφέλη να είναι διατηρήσιμα και
πολλαπλάσια του δημοσιονομικού κόστους σε βάθος χρόνου.»

Γ. Κοντόπουλος: Οι πολίτες εξοικειώνονται
με την αποταμίευση
Ο κ. Γιάννος Κοντόπουλος, Διευθύνων
Σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Euronext
Athens ανέφερε:
«Η
δημιουργία ενός σύγχρονου αποταμιευτικού λογαριασμού
επενδύσεων αποτελεί μια απολύτως αναγκαία συνθήκη για τη
μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και της
οικονομίας συνολικά.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι πολίτες
εξοικειώνονται ουσιαστικά με την αποταμίευση και την
επένδυση όταν έχουν πρόσβαση σε απλά, αξιόπιστα και
μακροπρόθεσμα εργαλεία.
Στόχος μας είναι η κινητοποίηση εγχώριων
κεφαλαίων προς παραγωγικές επενδύσεις και η ενίσχυση της
συμμετοχής των νοικοκυριών.
Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία έχει
ενισχύσει την εικόνα της και η κεφαλαιαγορά αναβαθμίζεται
διεθνώς, πρέπει να καλλιεργήσουμε μια νέα κουλτούρα
αποταμίευσης και επένδυσης που θα δημιουργεί μακροπρόθεσμη
αξία για όλους τους πολίτες.»
Πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία
Στοχευμένα κίνητρα για μακροχρόνιους
αποταμιευτικούς λογαριασμούς εκτιμάται ότι έχουν σημαντικά
θετικές επιδράσεις, πολλαπλάσιες του δημοσιονομικού κόστους
που προκαλούν βραχυχρόνια.
Σύμφωνα με την μελέτη, κάθε €1
δημοσιονομικού κόστους για την εφαρμογή των κινήτρων μπορεί
να συντελέσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού
εισοδήματος κατά έως και €2 σε βάθος 5ετίας.
Παράλληλα, σε βάθος 5ετίας, με μέσο ετήσιο
δημοσιονομικό κόστος περίπου €100 εκατ., οι καθαρές νέες
επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται ότι μπορούν να
ξεπεράσουν τα €300 εκατ. ετησίως.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ενίσχυση μακροχρόνιας αποταμίευσης και οικονομικής παιδείας
Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία δύο
συμπληρωματικών αποταμιευτικών προγραμμάτων για τον ευρύ
πληθυσμό, στο πρότυπο καλών διεθνών πρακτικών.
Σε 11 από τις 27 χώρες της ΕΕ έχει ήδη
εφαρμοστεί κάποιας μορφής Αποταμιευτικός Επενδυτικός
Λογαριασμός, ενώ αντίστοιχα εργαλεία είναι διαδεδομένα στις
περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, το
Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Ιαπωνία.
Τα προγράμματα αυτά επιβραβεύουν την
εθελοντική μακροχρόνια αποταμίευση, κυρίως μέσα από
φορολογικά κίνητρα, προωθώντας τοποθετήσεις σε επιλέξιμα
προϊόντα της οργανωμένης κεφαλαιαγοράς, με χαμηλό ή μέτριο
ρίσκο. Η πρόταση συνδράμει στην προετοιμασία και δράση της
Ελλάδας σε σχέση με την υπό διαμόρφωση Ένωση Αποταμιεύσεων
και Επενδύσεων στην ΕΕ.
Η ελληνική οικονομία μετά την κρίση
χαρακτηρίζεται από συστηματικό αποταμιευτικό «κενό» και
χαμηλή συμμετοχή των ελληνικών νοικοκυριών στην οργανωμένη
κεφαλαιαγορά.

Στο πλαίσιο αυτό, με την πρόταση
επιτυγχάνονται πολλαπλοί συμπληρωματικοί στόχοι. Τονώνεται η
αδύναμη αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών, ενισχύεται η
ανθεκτικότητα της μεσαίας τάξης, καθώς και καλλιεργείται
αποταμιευτική «κουλτούρα» και οικονομική παιδεία.
Συνολικά, από μάκρο σκοπιά, συμβάλλει στην
εξισορρόπηση του μακροχρόνιου «κενού» αποταμίευσης και
επενδύσεων της ελληνικής οικονομίας, ενώ σε μίκρο επίπεδο,
δίνει την ευκαιρία στα ελληνικά νοικοκυριά να καταστούν
συμμέτοχα στην οικονομική ανάκαμψη.
Τι προτείνει η μελέτη;
Αφενός προτείνεται ένας
ατομικός Αποταμιευτικός Επενδυτικός Λογαριασμός (ΑΠΕΛ) για
μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε χαρτοφυλάκια κινητών αξιών που
πληρούν ορισμένα χαρακτηριστικά. Η συμμετοχή των ιδιωτών
είναι προαιρετική, και θα συνδέεται με έκπτωση φόρου η οποία
αυξάνεται με το βαθμό συμμετοχής, καθώς και με τον χρόνο
διακράτησης, έως και 5 έτη. Η στόχευση είναι τα νοικοκυριά
με μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια, ενώ θα υπάρχει πλαφόν στο
κίνητρο ώστε να περιορίζεται το δημοσιονομικό κόστος.
Αφετέρου, προτείνεται το άνοιγμα
ενός Παιδικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού
(ΠΑΠΕΛ), με τη γέννηση κάθε παιδιού, με πόρους που
επενδύονται μακροπρόθεσμα σε επιλεγμένα χαρτοφυλάκια
παρόμοια με τον ΑΠΕΛ. Οι γονείς δύναται να εισφέρουν
επιπλέον καταθέσεις κάθε χρόνο στον λογαριασμό του ανήλικου,
για τις οποίες λαμβάνουν δημοσιονομική επιβράβευση με
επιπλέον μεταβιβάσεις στον ίδιο λογαριασμό. Οι πόροι του
λογαριασμού δύνανται να χρησιμοποιηθούν χωρίς καμία
φορολογική επιβάρυνση μόνο όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Η
πρόταση έτσι έχει συνέργειες και με τις πολιτικές άμβλυνσης
των δημογραφικών προκλήσεων.
Τρία κλειδιά για επιτυχή εφαρμογή των νέων
εργαλείων
Ως κρίσιμα για την επιτυχή εφαρμογή της
πρότασης, η μελέτη τονίζει τρία χαρακτηριστικά που έχουν
αναδειχθεί από τη διεθνή εμπειρία. Το πρώτο είναι
η απλότητα, καθώς ο λογαριασμός χρειάζεται να είναι
χρηστικός για ένα μέσο νοικοκυριό (π.χ. σύνδεση με
λογαριασμό μισθοδοσίας, με άμεση online ενημέρωση), να
υπάρχει πλήρη διαφάνεια στις κινήσεις και αποδόσεις του,
καθώς και δυνατότητα φορητότητας, δηλαδή εύκολης και χωρίς
κόστος μεταβίβασης μεταξύ εναλλακτικών παρόχων. Το δεύτερο
είναι η ευελιξία σχετικά με την επιλογή παρόχων και
διαχειριστών από τον χρήστη, καθώς και η επιλογή στοιχείων
ενεργητικού μεταξύ πιστοποιημένων προϊόντων και
διαχειριστών. Το τρίτο είναι τα κατάλληλα κίνητρα, έτσι ώστε
να χαρακτηρίζονται από αποτελεσματική παραμετροποίηση και
συμπληρωματικότητα με υφιστάμενα προγράμματα προαιρετικής
συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως τα ΤΕΑ και η ιδιωτική
ασφάλιση.
Εκτιμώμενες επιδράσεις στην οικονομία
Η μελέτη περιγράφει τον σχεδιασμό και
εναλλακτικά σενάρια παραμετροποίησης κινήτρων των δύο
προτεινόμενων λογαριασμών. Επίσης προβαίνει σε εκτίμηση του
άμεσου δημοσιονομικού κόστους και των οικονομικών επιδράσεων
σε βάθος 25-ετίας. Σε ένα σενάριο 5-ετούς εφαρμογής μιας
ενδεικτικής δέσμης κινήτρων μέτριας έντασης ταυτόχρονα σε
ΑΠΕΛ και ΠΑΠΕΛ, το άμεσο όφελος από τις καθαρές νέες
επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται έως και υπερτριπλάσιο
του άμεσου δημοσιονομικού κόστους. Η απασχόληση μπορεί να
αυξηθεί κατά 2 χιλιάδες θέσεις απασχόλησης υψηλής
παραγωγικότητας, κατά μέσο όρο την πρώτη 10-ετία.
Σε σενάριο με υψηλότερο κίνητρο, το ετήσιο
πραγματικό ΑΕΠ μπορεί να τονωθεί έως και 0,3 π.μ. και να
παραμείνει υψηλότερο έως και €0,4 δισεκ. κάθε χρόνο έως το
2040 (Διάγραμμα 3). Κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους για
την εφαρμογή των κινήτρων μπορεί να συντελέσει σε μέση
ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος κατά έως
και 2 ευρώ σε βάθος 5-ετίας. Ο συντελεστής απόδοσης από τη
χρήση δημοσίων πόρων για τον ΠΑΠΕΛ αυξάνεται περαιτέρω σε
βάθος χρόνου και μετά την πρώτη πενταετία. Πέρα από
μακροχρόνια ανάπτυξη, έμμεσα οφέλη αγγίζουν το δημογραφικό,
τη δημοσιονομική και εξωτερική ισορροπία, καθώς και την
οικονομική παιδεία του πληθυσμού.

|
|
|
|
|
|
|
|

Αθήνα
vs
Βαρκελώνη: Πού
κερδίζει η ελληνική πρωτεύουσα και γιατί χάνει στη «μάχη»
του τουρισμού
Η σύγκριση
Αθήνας και Βαρκελώνης ως τουριστικών προορισμών αποκαλύπτει
δύο εντελώς διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης, με τη Βαρκελώνη
να υπερέχει ξεκάθαρα σε όγκο, οργάνωση και τουριστική
διασπορά, ενώ η Αθήνα εμφανίζει ισχυρά πλεονεκτήματα κυρίως
στον τομέα της φιλοξενίας και της ξενοδοχειακής εμπειρίας.
Σύμφωνα με έρευνα της
GBR Consulting
για λογαριασμό της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών – Αττικής και
Αργοσαρωνικού, η καταλανική περιφέρεια καταγράφει περίπου
34,6 εκατ. διανυκτερεύσεις ετησίως, έναντι μόλις 12,7 εκατ.
στην Αττική, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει
τους δύο προορισμούς σε τουριστική κλίμακα.
Η Βαρκελώνη
έχει καταφέρει να αναπτύξει ένα πολυκεντρικό τουριστικό
μοντέλο, αξιοποιώντας δώδεκα διαφορετικές τουριστικές ζώνες
γύρω από την πόλη και διαχέοντας τη ζήτηση σε ολόκληρη την
περιφέρειά της. Αντίθετα, η Αθήνα εξακολουθεί να βασίζεται
υπερβολικά στο ιστορικό της κέντρο, χωρίς να έχει
ενσωματώσει ουσιαστικά στην τουριστική εμπειρία ούτε το
παραλιακό μέτωπο ούτε τα νησιά του Αργοσαρωνικού.
Είναι
χαρακτηριστικό ότι πολλοί επισκέπτες αγνοούν ακόμη και την
ύπαρξη της αθηναϊκής ριβιέρας, ενώ το 71% όσων δεν
επισκέφθηκαν τα νησιά του Αργοσαρωνικού δήλωσαν ότι δεν
είχαν επαρκή χρόνο.
Η διαφορά
αποτυπώνεται και στο ξενοδοχειακό δυναμικό. Η Βαρκελώνη
διαθέτει 909 ξενοδοχειακές μονάδες με περίπου 147.500
δωμάτια, ενώ η Αττική μόλις 716 μονάδες και 36.000 δωμάτια.
Το μέσο ξενοδοχείο στη Βαρκελώνη διαθέτει υπερτριπλάσιο
μέγεθος σε σχέση με την Αθήνα, προσφέροντας σημαντικά
μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας.
Παράλληλα, η
Βαρκελώνη κυριαρχεί στις υψηλές κατηγορίες φιλοξενίας, με
πολύ μεγαλύτερο αριθμό τετράστερων και πεντάστερων
ξενοδοχείων και σημαντικά υψηλότερη χωρητικότητα.
Ωστόσο, η Αθήνα εμφανίζει πολύ πιο έντονη ανάπτυξη στη
βραχυχρόνια μίσθωση. Στην Αττική λειτουργούν έως και 35.000
καταλύματα τύπου
Airbnb,
αριθμός σημαντικά υψηλότερος από τα περίπου 24.000 της
ευρύτερης περιοχής της Βαρκελώνης.
Στο οικονομικό επίπεδο, η Αθήνα εμφάνισε το 2025 καλύτερη
δυναμική στα ξενοδοχειακά έσοδα, με άνοδο στη μέση τιμή
δωματίου και στα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο (REVPAR),
ενώ η Βαρκελώνη κατέγραψε μικρή κάμψη. Παρ’ όλα αυτά, η
ισπανική πόλη εξακολουθεί να διατηρεί υψηλότερες πληρότητες
και πολύ μεγαλύτερη συνολική τουριστική κίνηση.
Εκεί όπου η
Αθήνα φαίνεται να υπερτερεί είναι στην ποιότητα της
φιλοξενίας. Οι επισκέπτες αξιολογούν καλύτερα τα ξενοδοχεία
της ελληνικής πρωτεύουσας, αλλά και τη συμπεριφορά των
κατοίκων, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα μιας πιο
ανθρώπινης και αυθεντικής εμπειρίας.
Αντίθετα, η
μεγάλη αδυναμία της Αθήνας εντοπίζεται στη λειτουργία και
στη διαχείριση της πόλης. Η Βαρκελώνη καταγράφει σαφώς
υψηλότερες επιδόσεις σε τομείς όπως οι δημόσιες
συγκοινωνίες, η καθαριότητα, η ασφάλεια και η ενημέρωση των
επισκεπτών για πολιτιστικές και τουριστικές δραστηριότητες.
Η εικόνα που
προκύπτει είναι ότι η Αθήνα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά
πλεονεκτήματα ως προορισμός, αλλά εξακολουθεί να υστερεί
στην οργάνωση, στη διασύνδεση των επιμέρους τουριστικών
περιοχών και στη συνολική διαχείριση της εμπειρίας του
επισκέπτη.
|
|
|
|
|
|