| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 18/08/26

                   

 

Καταθέσεις ρεκόρ στις τράπεζες, αλλά χωρίς «μαξιλάρι» για την πλειονότητα των Ελλήνων – Η μεγάλη αντίφαση της αποταμίευσης

 

Είχαμε αναφερθεί και προσφάτως στο ζήτημα και κυρίως τα ποιοτικά στοιχεία των καταθέσεων. Οι τραπεζικές καταθέσεις στην Ελλάδα συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, δημιουργώντας την εικόνα μιας οικονομίας που ενισχύει σταδιακά τη ρευστότητά της. Ωστόσο, πίσω από τη βελτίωση των συνολικών μεγεθών κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα: η μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να διαθέτει ελάχιστη ή καθόλου αποταμίευση.

 

Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι μόνο τον Ιούνιο οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 8,58 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στο 8,8%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τη σημαντική ενίσχυση της ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και αντανακλά τη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Όμως, η άνοδος των συνολικών καταθέσεων δεν σημαίνει ότι η οικονομική θέση του μέσου Έλληνα έχει βελτιωθεί αντίστοιχα.

 

Τα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) αποκαλύπτουν ότι περίπου επτά στους δέκα ιδιώτες καταθέτες διαθέτουν υπόλοιπο μικρότερο των 1.000 ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να ζει χωρίς ουσιαστικό οικονομικό απόθεμα.

 

Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική:

 

Οι συνολικές καταθέσεις αυξάνονται, αλλά η αποταμιευτική δυνατότητα των περισσότερων νοικοκυριών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

 

Η αύξηση των καταθέσεων δεν αφορά όλους τους Έλληνες

 

Η ενίσχυση των τραπεζικών καταθέσεων αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη για το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μεγαλύτερη καταθετική βάση σημαίνει περισσότερη ρευστότητα για τις τράπεζες, δυνατότητα αύξησης των χορηγήσεων και καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας.

 

Ωστόσο, η κατανομή αυτών των καταθέσεων παρουσιάζει σημαντικές ανισορροπίες.

 

Η αύξηση των συνολικών υπολοίπων δεν προέρχεται από ομοιόμορφη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης όλων των νοικοκυριών. Αντίθετα, μεγάλο μέρος της αύξησης συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό λογαριασμών με υψηλά υπόλοιπα, ενώ η πλειονότητα των πολιτών συνεχίζει να αντιμετωπίζει περιορισμούς στην καθημερινή κατανάλωση.

 

Η εικόνα αυτή αντανακλά μια οικονομία δύο ταχυτήτων:

 

από τη μία πλευρά, επιχειρήσεις, υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα και επενδυτές ενισχύουν τη ρευστότητά τους,

 

από την άλλη, μεγάλο μέρος των νοικοκυριών καταναλώνει σχεδόν το σύνολο του εισοδήματός του για βασικές ανάγκες.

 

Η αύξηση των μισθών και η βελτίωση της απασχόλησης δεν έχουν μεταφραστεί σε αντίστοιχη ενίσχυση της αποταμίευσης, καθώς το κόστος ζωής παραμένει υψηλό.

 

                                    

 

Επτά στους δέκα καταθέτες έχουν λιγότερα από 1.000 ευρώ

 

Τα στοιχεία του ΤΕΚΕ αποτυπώνουν με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο τη συγκέντρωση του καταθετικού πλούτου.

 

Στο τέλος του 2025:

 

Κατηγορία καταθέσεων

Ποσοστό καταθετών

Έως 1.000 ευρώ

περίπου 70%

1.000 – 5.000 ευρώ

13%

5.000 – 50.000 ευρώ

14%

50.000 – 100.000 ευρώ

1,5%

 

Η εικόνα δείχνει ότι για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών οι τραπεζικές καταθέσεις λειτουργούν περισσότερο ως μέσο καθημερινής διαχείρισης και όχι ως πραγματικό αποθεματικό ασφαλείας.

 

Ένα απρόβλεπτο έξοδο, μία περίοδος ανεργίας ή μία έκτακτη οικονομική ανάγκη μπορεί να δημιουργήσει σημαντική πίεση σε νοικοκυριά που δεν διαθέτουν επαρκές χρηματοοικονομικό «μαξιλάρι».

 

Αντίθετα, ένα μικρότερο τμήμα του πληθυσμού συγκεντρώνει μεγάλο μέρος του συνολικού καταθετικού πλούτου, ενισχύοντας την εικόνα της άνισης κατανομής της αποταμίευσης.

 

Η Ελλάδα αποκλίνει από την Ευρώπη στην αποταμίευση

 

Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ύψος των καταθέσεων αλλά κυρίως τη δυνατότητα των νοικοκυριών να δημιουργούν νέα αποταμίευση.

 

Στην Ευρωζώνη, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών διατηρήθηκε στο 14,3% του διαθέσιμου εισοδήματος το πρώτο τρίμηνο του 2026.

 

Στην Ελλάδα, αντίθετα, σημειώθηκε σημαντική επιδείνωση, με το ποσοστό αποταμίευσης να μειώνεται κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες πτώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η διαφορά με την Ευρώπη παραμένει μεγάλη.

 

Ενώ πολλά ευρωπαϊκά νοικοκυριά εξακολουθούν να διατηρούν υψηλά επίπεδα αποταμίευσης μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με μια διαφορετική πραγματικότητα: την ανάγκη κάλυψης βασικών καθημερινών δαπανών.

 

                             

 

Το κόστος ζωής απορροφά τις αυξήσεις εισοδήματος

 

Παρά τη βελτίωση της αγοράς εργασίας και την αύξηση των ονομαστικών μισθών, η πραγματική αγοραστική δύναμη παραμένει υπό πίεση.

 

Οι αυξήσεις σε:

 

τρόφιμα,

ενοίκια και κόστος στέγασης,

ενέργεια,

υπηρεσίες,

έχουν περιορίσει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

 

Για πολλά ελληνικά νοικοκυριά, η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης.

 

Η εικόνα των καταθέσεων επομένως χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Η αύξηση των συνολικών υπολοίπων στις τράπεζες είναι θετική εξέλιξη, όμως δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τη χρηματοοικονομική ασφάλεια της κοινωνίας.

 

Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία

 

Η ενίσχυση των καταθέσεων αποτελεί σημαντικό παράγοντα σταθερότητας για το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση είναι διαφορετική: η δημιουργία συνθηκών ώστε περισσότερα νοικοκυριά να μπορούν να αποταμιεύουν.

 

Μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το συνολικό ύψος των καταθέσεων, αλλά και από το πόσοι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα οικονομικό απόθεμα για το μέλλον.

 

Σήμερα η Ελλάδα εμφανίζει μια έντονη αντίφαση: οι τράπεζες έχουν περισσότερη ρευστότητα, αλλά εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να μην έχουν ένα επαρκές οικονομικό δίχτυ ασφαλείας.

 

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις της επόμενης περιόδου, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην αύξηση των μακροοικονομικών δεικτών, αλλά απαιτεί και βελτίωση της πραγματικής οικονομικής ανθεκτικότητας των νοικοκυριών.

 

                             

 

Οι Έλληνες μένουν περισσότερα χρόνια στην εργασία – Τι κρύβεται πίσω από την παράταση του εργασιακού βίου

 

Σημαντική μεταβολή στη σχέση των Ελλήνων με την αγορά εργασίας καταγράφεται την τελευταία δεκαετία, καθώς η διάρκεια του εργασιακού βίου έχει αυξηθεί αισθητά. Οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, η σταδιακή μετατόπιση των ορίων συνταξιοδότησης, αλλά και οι δημογραφικές εξελίξεις που μεταβάλλουν τη σύνθεση του πληθυσμού, έχουν οδηγήσει σε περισσότερα χρόνια ενεργού παρουσίας στην αγορά εργασίας.

 

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2025 η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου στην Ελλάδα ανήλθε στα 35,3 έτη, από 34,8 έτη έναν χρόνο νωρίτερα.

 

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε βάθος χρόνου. Το 2014 ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν μόλις στα 32,1 χρόνια. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, επομένως, η εκτιμώμενη διάρκεια συμμετοχής στην αγορά εργασίας αυξήθηκε κατά 3,2 χρόνια.

 

Πρόκειται για μια αλλαγή που δεν αφορά απλώς τα τυπικά όρια συνταξιοδότησης. Αντανακλά μια ευρύτερη μεταβολή στο πόσα χρόνια παραμένει κατά μέσο όρο ένας άνθρωπος οικονομικά ενεργός.

 

Τι μετρά ο δείκτης της Eurostat

 

Χρειάζεται, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση. Η «διάρκεια του εργασιακού βίου» δεν ταυτίζεται με το νόμιμο όριο συνταξιοδότησης και δεν σημαίνει ότι κάθε Έλληνας εργάζεται για 35,3 χρόνια.

 

Ο δείκτης αποτελεί στατιστική εκτίμηση της συνολικής περιόδου κατά την οποία ένα άτομο αναμένεται να συμμετέχει στην αγορά εργασίας, είτε ως απασχολούμενος είτε ως άνεργος. Ο υπολογισμός βασίζεται στα υφιστάμενα ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας ανά ηλικία και στο προσδόκιμο ζωής.

 

Η ανοδική του πορεία, πάντως, είναι ενδεικτική: η ελληνική κοινωνία μετακινείται σταδιακά προς ένα μοντέλο στο οποίο η επαγγελματική δραστηριότητα διαρκεί περισσότερο.

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται της Ευρώπης

 

Παρά τη σημαντική βελτίωση, η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Το 2025 η μέση αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφθασε τα 37,5 χρόνια, από 37,2 το 2024. Σε σχέση με το 2016, όταν βρισκόταν στα 35,2 χρόνια, έχει αυξηθεί κατά περίπου 2,3 χρόνια.

 

Η απόσταση από τις χώρες με τις υψηλότερες επιδόσεις είναι ακόμη μεγαλύτερη.

 

Στην κορυφή βρίσκεται η Ολλανδία με 44 χρόνια, ακολουθούν η Σουηδία με 43,4 και η Δανία με 42,6. Στον αντίποδα βρίσκονται η Ρουμανία με 32,7 χρόνια, η Ιταλία με 33 και η Βουλγαρία με 34,6.

 

Η Ελλάδα, με 35,3 χρόνια, βρίσκεται επομένως αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά ταυτόχρονα έχει καταγράψει μια από τις πιο αξιοσημείωτες αυξήσεις σε σχέση με το παρελθόν της.

 

Το μεγάλο χάσμα ανδρών και γυναικών

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορετική εικόνα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

 

Για τους άνδρες στην Ελλάδα, η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου ανέρχεται στα 38,5 χρόνια. Για τις γυναίκες, όμως, περιορίζεται στα 31,8 χρόνια.

 

Η διαφορά φθάνει σχεδόν τα 7 χρόνια, καταδεικνύοντας ότι η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές ανισότητες ως προς τη συμμετοχή των δύο φύλων.

 

Μάλιστα, η επίδοση των Ελληνίδων είναι η δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ιταλία.

 

Πίσω από αυτή την απόσταση βρίσκονται διαχρονικά προβλήματα, όπως η δυσκολότερη πρόσβαση των γυναικών στην απασχόληση, οι διακοπές της επαγγελματικής διαδρομής για οικογενειακούς λόγους και η άνιση κατανομή των υποχρεώσεων φροντίδας.

    

                           

 

Η Ευρώπη χρειάζεται τους μεγαλύτερους εργαζομένους

 

Η παράταση του εργασιακού βίου δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Συνδέεται άμεσα με τη γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού και τις αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού.

 

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ΟΟΣΑ έχει ανοίξει τη συζήτηση για την κατάργηση της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης στις χώρες όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται.

 

Η βασική λογική είναι ότι ένας άνθρωπος που έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση δεν θα πρέπει υποχρεωτικά να αποχωρεί από την αγορά εργασίας, εφόσον επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται και μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης του.

 

Η πρόταση μετατοπίζει ουσιαστικά το βάρος από την υποχρεωτική έξοδο προς την ελεύθερη επιλογή του εργαζομένου.

 

Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: είναι πραγματικά έτοιμες οι επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας;

 

Η Ελλάδα έχει ακόμη μεγάλο πρόβλημα στις προσλήψεις άνω των 50

 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.

 

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μόλις 5% των προσλήψεων στην Ελλάδα το 2023 αφορούσε εργαζομένους ηλικίας άνω των 50 ετών.

 

Η εικόνα αλλάζει σημαντικά από κλάδο σε κλάδο.

 

Στον τουρισμό και την εστίαση, όπου οι ελλείψεις προσωπικού είναι ιδιαίτερα έντονες, οι εργαζόμενοι άνω των 50 αντιστοιχούσαν στο 26% των προσλήψεων. Στις τέχνες το ποσοστό ήταν 19%, ενώ στον αγροτικό τομέα περιοριζόταν στο 9%.

 

Αντίθετα, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στο real estate το ποσοστό των προσλήψεων ατόμων άνω των 50 ετών δεν έφθανε ούτε το 1%.

 

Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά η οικονομία χρειάζεται περισσότερους εργαζομένους και από την άλλη σημαντικό τμήμα των επιχειρήσεων εξακολουθεί να εμφανίζεται απρόθυμο να προσλάβει ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας.

 

Η ελληνική ιδιαιτερότητα της εργασίας μετά τη σύνταξη

 

Στην Ελλάδα η υποχρεωτική συνταξιοδότηση αφορά κυρίως τον δημόσιο τομέα. Για όσους συνταξιούχους επιλέγουν να συνεχίσουν να εργάζονται, το ισχύον πλαίσιο επιτρέπει την καταβολή της σύνταξης, με παράλληλη επιβάρυνση του εισοδήματος από εργασία με εισφορά 10% υπέρ του ΕΦΚΑ, πέρα από τις λοιπές ασφαλιστικές εισφορές όπου εφαρμόζονται.

 

Ο αριθμός όσων συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότηση έχει αυξηθεί σημαντικά και προσεγγίζει πλέον τις 300.000. Η μεγάλη πλειονότητα αφορά μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ σημαντική είναι και η συμμετοχή αγροτών, για τους οποίους ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ως προς τις εισφορές.

 

Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια επιλογή όσων θέλουν να παραμείνουν επαγγελματικά ενεργοί.

 

Για ένα μεγάλο μέρος των συνταξιούχων, η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση αποτελεί πλέον οικονομική ανάγκη.

 

Οι χαμηλές συντάξεις ωθούν πίσω στην εργασία

 

Τα στοιχεία για το ύψος των συντάξεων εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο.

 

Με βάση τα δεδομένα του πληροφοριακού συστήματος «Ήλιος» για τον Ιούνιο, το 53,8% των συνταξιούχων λαμβάνει κύρια σύνταξη έως 1.000 ευρώ μεικτά. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 940 ευρώ καθαρά.

 

Ακόμη δυσκολότερη είναι η κατάσταση για πάνω από έναν στους τρεις συνταξιούχους. Το 34,9% λαμβάνει κύρια σύνταξη έως 700 ευρώ μεικτά, δηλαδή περίπου 658 ευρώ καθαρά κατά μέσο όρο.

 

Σε αυτές τις συνθήκες, η επιστροφή στην εργασία δεν αποτελεί απαραίτητα επιλογή καριέρας ή αξιοποίησης εμπειρίας. Για πολλούς είναι ένας τρόπος να συμπληρώσουν ένα εισόδημα που δεν επαρκεί για τις ανάγκες της καθημερινότητας.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 8 στους 10 χαμηλοσυνταξιούχους προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ άλλων από εργαζομένους, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και κτηνοτρόφους.

 

Το πραγματικό στοίχημα

 

Η αύξηση της διάρκειας του εργασιακού βίου στην Ελλάδα δεν είναι επομένως μόνο αποτέλεσμα των αλλαγών στο ασφαλιστικό.

 

Αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα τη γήρανση του πληθυσμού, την ανάγκη των επιχειρήσεων για εργατικά χέρια, τη μεγαλύτερη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών στην οικονομική δραστηριότητα, αλλά και την πίεση που ασκούν οι χαμηλές συντάξεις στα νοικοκυριά.

 

Το επόμενο μεγάλο ζήτημα δεν είναι απλώς πόσα χρόνια θα εργάζονται οι Έλληνες, αλλά υπό ποιες συνθήκες θα μπορούν να το κάνουν.

 

Εάν η αγορά εργασίας εξακολουθήσει να αποκλείει τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους από τις νέες προσλήψεις, η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η ανάγκη για μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας θα δημιουργούν μια σοβαρή αντίφαση.

 

Η πραγματική πρόκληση, συνεπώς, είναι να μετατραπεί η παράταση του εργασιακού βίου από αναγκαστική προσαρμογή σε πραγματική επιλογή. Να μπορούν οι μεγαλύτεροι εργαζόμενοι να παραμένουν στην αγορά επειδή διαθέτουν εμπειρία και παραγωγικότητα και όχι επειδή η σύνταξή τους δεν επαρκεί για να ζήσουν.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum