|

Η Ευρώπη χρειάζεται τους μεγαλύτερους εργαζομένους
Η παράταση του εργασιακού βίου δεν αποτελεί
μόνο ελληνικό φαινόμενο. Συνδέεται άμεσα με τη γήρανση του
ευρωπαϊκού πληθυσμού και τις αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού
δυναμικού.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ΟΟΣΑ έχει ανοίξει
τη συζήτηση για την κατάργηση της υποχρεωτικής
συνταξιοδότησης στις χώρες όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται.
Η βασική λογική είναι ότι ένας άνθρωπος που
έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση δεν θα
πρέπει υποχρεωτικά να αποχωρεί από την αγορά εργασίας,
εφόσον επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται και μπορεί να
ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης του.
Η πρόταση μετατοπίζει ουσιαστικά το βάρος
από την υποχρεωτική έξοδο προς την ελεύθερη επιλογή του
εργαζομένου.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα κρίσιμο
ερώτημα: είναι πραγματικά έτοιμες οι επιχειρήσεις να
αξιοποιήσουν εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας;
Η Ελλάδα έχει ακόμη μεγάλο πρόβλημα στις
προσλήψεις άνω των 50
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απάντηση δεν
είναι αυτονόητη.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μόλις 5% των προσλήψεων
στην Ελλάδα το 2023 αφορούσε εργαζομένους ηλικίας άνω των 50
ετών.
Η εικόνα αλλάζει σημαντικά από κλάδο σε
κλάδο.
Στον τουρισμό και την εστίαση, όπου οι
ελλείψεις προσωπικού είναι ιδιαίτερα έντονες, οι εργαζόμενοι
άνω των 50 αντιστοιχούσαν στο 26% των προσλήψεων. Στις
τέχνες το ποσοστό ήταν 19%, ενώ στον αγροτικό τομέα
περιοριζόταν στο 9%.
Αντίθετα, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες
και στο real estate το ποσοστό των προσλήψεων ατόμων άνω των
50 ετών δεν έφθανε ούτε το 1%.
Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά
η οικονομία χρειάζεται περισσότερους εργαζομένους και από
την άλλη σημαντικό τμήμα των επιχειρήσεων εξακολουθεί να
εμφανίζεται απρόθυμο να προσλάβει ανθρώπους μεγαλύτερης
ηλικίας.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα της εργασίας μετά
τη σύνταξη
Στην Ελλάδα η υποχρεωτική συνταξιοδότηση
αφορά κυρίως τον δημόσιο τομέα. Για όσους συνταξιούχους
επιλέγουν να συνεχίσουν να εργάζονται, το ισχύον πλαίσιο
επιτρέπει την καταβολή της σύνταξης, με παράλληλη επιβάρυνση
του εισοδήματος από εργασία με εισφορά 10% υπέρ του ΕΦΚΑ,
πέρα από τις λοιπές ασφαλιστικές εισφορές όπου εφαρμόζονται.
Ο αριθμός όσων συνεχίζουν να εργάζονται μετά
τη συνταξιοδότηση έχει αυξηθεί σημαντικά και προσεγγίζει
πλέον τις 300.000. Η μεγάλη πλειονότητα αφορά μισθωτούς και
ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ σημαντική είναι και η
συμμετοχή αγροτών, για τους οποίους ισχύουν διαφορετικοί
κανόνες ως προς τις εισφορές.
Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια επιλογή όσων
θέλουν να παραμείνουν επαγγελματικά ενεργοί.
Για ένα μεγάλο μέρος των συνταξιούχων, η
εργασία μετά τη συνταξιοδότηση αποτελεί πλέον οικονομική
ανάγκη.
Οι χαμηλές συντάξεις ωθούν πίσω στην εργασία
Τα στοιχεία για το ύψος των συντάξεων
εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο.
Με βάση τα δεδομένα του πληροφοριακού
συστήματος «Ήλιος» για τον Ιούνιο, το 53,8% των συνταξιούχων
λαμβάνει κύρια σύνταξη έως 1.000 ευρώ μεικτά. Το ποσό αυτό
αντιστοιχεί περίπου σε 940 ευρώ καθαρά.
Ακόμη δυσκολότερη είναι η κατάσταση για πάνω
από έναν στους τρεις συνταξιούχους. Το 34,9% λαμβάνει κύρια
σύνταξη έως 700 ευρώ μεικτά, δηλαδή περίπου 658 ευρώ καθαρά
κατά μέσο όρο.
Σε αυτές τις συνθήκες, η επιστροφή στην
εργασία δεν αποτελεί απαραίτητα επιλογή καριέρας ή
αξιοποίησης εμπειρίας. Για πολλούς είναι ένας τρόπος να
συμπληρώσουν ένα εισόδημα που δεν επαρκεί για τις ανάγκες
της καθημερινότητας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 8 στους 10
χαμηλοσυνταξιούχους προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα,
μεταξύ άλλων από εργαζομένους, ελεύθερους επαγγελματίες,
αγρότες και κτηνοτρόφους.
Το πραγματικό στοίχημα
Η αύξηση της διάρκειας του εργασιακού βίου
στην Ελλάδα δεν είναι επομένως μόνο αποτέλεσμα των αλλαγών
στο ασφαλιστικό.
Αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα τη γήρανση του
πληθυσμού, την ανάγκη των επιχειρήσεων για εργατικά χέρια,
τη μεγαλύτερη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών στην
οικονομική δραστηριότητα, αλλά και την πίεση που ασκούν οι
χαμηλές συντάξεις στα νοικοκυριά.
Το επόμενο μεγάλο ζήτημα δεν είναι απλώς
πόσα χρόνια θα εργάζονται οι Έλληνες, αλλά υπό ποιες
συνθήκες θα μπορούν να το κάνουν.
Εάν η αγορά εργασίας εξακολουθήσει να
αποκλείει τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους από τις
νέες προσλήψεις, η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η
ανάγκη για μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας θα δημιουργούν μια
σοβαρή αντίφαση.
Η πραγματική πρόκληση, συνεπώς, είναι να
μετατραπεί η παράταση του εργασιακού βίου από αναγκαστική
προσαρμογή σε πραγματική επιλογή. Να μπορούν οι μεγαλύτεροι
εργαζόμενοι να παραμένουν στην αγορά επειδή διαθέτουν
εμπειρία και παραγωγικότητα και όχι επειδή η σύνταξή τους
δεν επαρκεί για να ζήσουν.
|