|

Υψηλή αναπλήρωση, υψηλό κόστος
Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα προσφέρει,
παρά τις πιέσεις, σχετικά υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης.
Για εργαζόμενο με μέσο μισθό και πλήρη
ασφαλιστικό βίο από την ηλικία των 22 ετών, το μελλοντικό
ακαθάριστο ποσοστό αναπλήρωσης στην Ελλάδα υπολογίζεται
περίπου στο 80%, έναντι μέσου όρου 52% για τους άνδρες στον
ΟΟΣΑ.
Σε καθαρούς όρους, το ποσοστό αναπλήρωσης
στην Ελλάδα ξεπερνά το 85%, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ
διαμορφώνεται περίπου στο 63%
Η υψηλή αναπλήρωση περιορίζει την απόσταση
ανάμεσα στο εισόδημα πριν και μετά τη συνταξιοδότηση.
Παράλληλα, όμως, δημιουργεί αυξημένες υποχρεώσεις για το
ασφαλιστικό σύστημα, ιδιαίτερα όταν ο αριθμός των
συνταξιούχων αυξάνεται και η βάση των εργαζομένων
συρρικνώνεται.
Η ηλικία συνταξιοδότησης μπορεί να φτάσει τα
66 έτη
Η Ελλάδα έχει ήδη συνδέσει την ηλικία
συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Με βάση τις ισχύουσες
προβλέψεις και τη συγκεκριμένη σύνδεση, η ελάχιστη ηλικία
συνταξιοδότησης αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά από τα 62 στα
66 έτη.
Η δυνατότητα συνταξιοδότησης χωρίς ποινή
μετά από 40 χρόνια εργασίας επηρεάζει, βεβαίως, την τελική
ηλικία εξόδου από την αγορά εργασίας.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, η μέση κανονική ηλικία
συνταξιοδότησης για έναν άνδρα που εισέρχεται στην αγορά
εργασίας στα 22 του και έχει πλήρη ασφαλιστικό βίο
προβλέπεται να αυξηθεί στα 66,4 έτη για όσους θα
συνταξιοδοτηθούν περίπου το 2068, από 64,7 έτη το 2024.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς την
τάση αύξησης των ορίων ηλικίας. Ωστόσο, καλείται να
αντιμετωπίσει αυτή την εξέλιξη υπό πολύ εντονότερη
δημογραφική πίεση.
Εργασία μετά τη σύνταξη: Η Ελλάδα παραμένει
πίσω
Η απασχόληση των συνταξιούχων αποτελεί μία
από τις πιθανές λύσεις για τον περιορισμό των συνεπειών της
συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού.
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα διευκόλυνε τον
συνδυασμό εργασίας και σύνταξης, αντικαθιστώντας τη μείωση
της σύνταξης κατά 30% για τους εργαζόμενους συνταξιούχους με
ειδική εισφορά 10% επί των αποδοχών. Η εισφορά αυτή δεν
δημιουργεί πρόσθετα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Παρά τις αλλαγές, η Ελλάδα εξακολουθεί να
εμφανίζει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εργαζόμενων
συνταξιούχων.
Στις ευρωπαϊκές χώρες, κατά μέσο όρο περίπου
ένας στους πέντε συνταξιούχους κάτω των 70 ετών εξακολουθεί
να εργάζεται κατά τους πρώτους έξι μήνες μετά την έναρξη
καταβολής της σύνταξης.
Στην Ελλάδα, όπως και στο Βέλγιο, τη Γαλλία,
την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, τη Σλοβενία και την Ισπανία, το
ποσοστό κινείται περίπου στο 10% ή χαμηλότερα.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι όταν οι συνταξιούχοι
υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές χωρίς να αποκτούν
αντίστοιχα πρόσθετα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, δημιουργείται
αντικίνητρο για την παραμονή τους στην αγορά εργασίας.
Απουσιάζουν τα κίνητρα για καθυστερημένη
συνταξιοδότηση
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει ο ΟΟΣΑ
είναι η απουσία ειδικού μπόνους για όσους επιλέγουν να
συνταξιοδοτηθούν μετά την κανονική ηλικία.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που δεν
προσφέρουν σήμερα τέτοια πρόσθετη παροχή. Στον ΟΟΣΑ, το μέσο
μπόνους για κάθε επιπλέον έτος εργασίας μετά την κανονική
ηλικία συνταξιοδότησης ανέρχεται περίπου στο 4,8%.
Σε μια χώρα με έντονη γήρανση και
περιορισμένο εργατικό δυναμικό, η απουσία κινήτρων για
μεγαλύτερη παραμονή στην εργασία αποτελεί σημαντικό
μειονέκτημα.
Το συνταξιοδοτικό χάσμα ανδρών και γυναικών
Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, οι
γυναίκες στην Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν
σημαντικά χαμηλότερες συνταξιοδοτικές προοπτικές σε σχέση με
τους άνδρες.
Το χάσμα στις συνταξιοδοτικές απολαβές
μειώθηκε μεταξύ 2007 και 2024 κατά περισσότερες από 15
ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, η διαφορά παραμένει αισθητή,
κυρίως λόγω της μικρότερης διάρκειας του ασφαλιστικού βίου
των γυναικών.
Στην Ελλάδα, όπως και στην Ιταλία και τη
Σλοβακία, η διαφορά ανάμεσα στο ποσοστό των γυναικών στον
ηλικιωμένο πληθυσμό και στο ποσοστό τους μεταξύ των
δικαιούχων συντάξεων που συνδέονται με τις αποδοχές,
ανέρχεται περίπου στις 10 ποσοστιαίες μονάδες.
Η αναμενόμενη διάρκεια εργασιακού βίου των
ανδρών στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στα 35 έτη, ενώ οι
γυναίκες αναμένεται να έχουν κατά μέσο όρο εννέα χρόνια
μικρότερη ασφαλιστική διαδρομή.
Το γεγονός αυτό επηρεάζει άμεσα το ύψος της
σύνταξης, καθώς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα εξαρτώνται τόσο
από τις αποδοχές όσο και από τη διάρκεια εργασίας και
καταβολής εισφορών.
Το κόστος της μητρότητας
Η διακοπή της εργασίας για τη φροντίδα των
παιδιών μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά κενά στην
ασφαλιστική διαδρομή των γυναικών.
Σε αρκετές χώρες εφαρμόζονται
συνταξιοδοτικές πιστώσεις για την περίοδο ανατροφής παιδιών,
ώστε να περιορίζονται οι απώλειες στα ασφαλιστικά
δικαιώματα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι επιπτώσεις των διακοπών
εργασίας παραμένουν σημαντικές.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι μια πενταετής διακοπή
εργασίας λόγω φροντίδας παιδιών μπορεί να απαιτήσει
καθυστέρηση της συνταξιοδότησης, προκειμένου να περιοριστεί
η απώλεια παροχών.
Σε περίπτωση δεκαετούς διακοπής, οι
συνολικές συνταξιοδοτικές παροχές μπορεί να είναι σημαντικά
χαμηλότερες. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου οι
γυναίκες με μεγάλη διακοπή από την εργασία λόγω φροντίδας
παιδιών ενδέχεται να λάβουν σύνταξη τουλάχιστον 20%
χαμηλότερη από εκείνη των γυναικών με πλήρη εργασιακή
διαδρομή.
Μικρό μισθολογικό χάσμα, μεγάλη διαφορά στον
ασφαλιστικό βίο
Το ωριαίο μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών
και γυναικών στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρό σε σύγκριση με
άλλες χώρες του ΟΟΣΑ και κινείται κάτω από το 5%.
Αυτό, ωστόσο, δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη
ισότητα στις συντάξεις. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η
μικρότερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, οι
συχνότερες διακοπές απασχόλησης και η μικρότερη συνολική
διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, το χάσμα στις αποδοχές καθ’
όλη τη διάρκεια της εργασιακής ζωής μειώθηκε από 49% το 2002
σε 35% το 2022. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις
μεγαλύτερες μειώσεις, άνω των 20 ποσοστιαίων μονάδων.
Οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μελλοντικές
παροχές
Ο ΟΟΣΑ αναδεικνύει και το ζήτημα των
αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι στην Ελλάδα μπορούν να
καταβάλλουν χαμηλότερες ή διαφορετικά δομημένες εισφορές σε
σχέση με τους μισθωτούς.
Η επιλογή αυτή έχει άμεση επίπτωση στο ύψος
των μελλοντικών συντάξεων. Για εργαζόμενο με πλήρη
ασφαλιστικό βίο, η σύνταξη ενός αυτοαπασχολούμενου
υπολογίζεται περίπου στο 40% εκείνης ενός μισθωτού.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για
την Ελλάδα, όπου η αυτοαπασχόληση διατηρεί διαχρονικά
σημαντικό βάρος στην αγορά εργασίας.
Η χαμηλότερη ασφαλιστική επιβάρυνση μπορεί
να διευκολύνει τη σημερινή οικονομική δραστηριότητα,
ταυτόχρονα όμως περιορίζει τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές
παροχές και αυξάνει τον κίνδυνο συνταξιοδοτικής ανεπάρκειας.
Η αδύναμη αποταμιευτική βάση
Παρά το υψηλό βάρος των δημόσιων συντάξεων,
η Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή συσσώρευση
περιουσιακών στοιχείων σε συνταξιοδοτικά προγράμματα.
Στο τέλος του 2024, τα περιουσιακά στοιχεία
των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν
στο χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Σε 17 χώρες, τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία
αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από 20% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα
βρίσκεται μεταξύ αυτών, καθώς τα υποχρεωτικά ή αυτόματα
συνταξιοδοτικά προγράμματα παραμένουν σχετικά περιορισμένα
και πρόσφατα.
Η εικόνα απέχει σημαντικά από χώρες όπως η
Δανία, η Ισλανδία, η Ελβετία, ο Καναδάς, οι ΗΠΑ, η Ολλανδία,
η Αυστραλία και η Σουηδία, όπου τα συνταξιοδοτικά
περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το μέγεθος του ΑΕΠ.
Στην Ελλάδα, τα μετρητά και οι καταθέσεις
αντιπροσώπευαν το 11,5% των περιουσιακών στοιχείων των
συνταξιοδοτικών προγραμμάτων στο τέλος του 2024.
Το μεγάλο δημογραφικό στοίχημα
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν μια δύσκολη
πραγματικότητα για την Ελλάδα: ο πληθυσμός γερνά, ο αριθμός
των εργαζομένων μειώνεται και το ασφαλιστικό σύστημα
καλείται να χρηματοδοτήσει υψηλές παροχές με μικρότερη
ασφαλιστική βάση.
Το δημογραφικό δεν αποτελεί πλέον μια
μακρινή απειλή. Επηρεάζει ήδη την αγορά εργασίας, τα δημόσια
οικονομικά, τις συντάξεις και τις αναπτυξιακές προοπτικές
της χώρας.
Με τον αριθμό των ηλικιωμένων να
κατευθύνεται προς τους 70 ανά 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας
και τον πληθυσμό 20 έως 64 ετών να προβλέπεται ότι θα
συρρικνωθεί πάνω από 30%, η Ελλάδα θα χρειαστεί να
επαναπροσδιορίσει την ισορροπία ανάμεσα στην επάρκεια των
συντάξεων, τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την παραμονή
περισσότερων ανθρώπων στην αγορά εργασίας.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι απλώς να
αυξηθούν τα όρια ηλικίας ή να παραταθεί ο εργασιακός βίος.
Είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε οι πολίτες να
μπορούν να εργάζονται περισσότερο από επιλογή και όχι από
ανάγκη, χωρίς να φτάνουν στη συνταξιοδότηση έχοντας
εξαντλήσει κάθε οικονομικό και προσωπικό απόθεμα.
|