| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 19/05/26

                            

 

Oxford Economics: Η Ελλάδα με τα μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης στην αγορά εργασίας της Ευρωζώνης

 

Η αγορά εργασίας της Ευρωζώνης παραμένει συνολικά ανθεκτική, παρά την ήπια επιβράδυνση που αποδίδεται στις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και στις διαρθρωτικές δημογραφικές πιέσεις, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Oxford Economics. Η μελέτη, εξετάζοντας το επίπεδο του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού σε κάθε χώρα, καταλήγει ότι η Ελλάδα διαθέτει, μετά την Ισπανία, τα μεγαλύτερα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης στην απασχόληση.

 

Στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ελλάδα, η απασχόληση τα τελευταία χρόνια ακολουθεί ανοδική πορεία, σε αρκετές περιπτώσεις ταχύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ωστόσο το χάσμα παραμένει σημαντικό. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη δυνατότητα μείωσης της ανεργίας, χωρίς αυτό να οδηγεί απαραίτητα σε υπερθέρμανση της αγοράς εργασίας ή σε έντονες πληθωριστικές πιέσεις στους μισθούς.

 

Η έννοια της «καλής» ανεργίας και το NAIRU

 

Σύμφωνα με το οικονομικό πλαίσιο του NAIRU, δηλαδή του ποσοστού ανεργίας που δεν επιταχύνει τον πληθωρισμό, η ύπαρξη ενός φυσικού επιπέδου ανεργίας θεωρείται αναγκαία συνθήκη για τη σταθερότητα της οικονομίας. Όταν η ανεργία βρίσκεται πάνω από αυτό το επίπεδο, οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν, ενώ όταν κινείται χαμηλότερα, η αγορά εργασίας θεωρείται «σφιχτή» και οι πιέσεις σε μισθούς και τιμές εντείνονται.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζει μια ιδιότυπη εικόνα. Παρά το γεγονός ότι καταγράφει υψηλότερη ανεργία από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, υψηλή μακροχρόνια ανεργία, χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης και χαμηλότερους μισθούς, εξακολουθεί να εμφανίζει συγκριτικά υψηλότερο πληθωρισμό. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια πιο σύνθετη και λιγότερο γραμμική εικόνα για τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

 

                              

 

Αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό και διαρθρωτικές αδυναμίες

 

Η Oxford Economics επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει «χαλαρή», με σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό. Το labour slack δεν περιορίζεται στους επίσημα ανέργους, αλλά περιλαμβάνει και υποαπασχολούμενους ή άτομα που έχουν αποσυρθεί από την ενεργό αναζήτηση εργασίας, τα οποία δεν αποτυπώνονται πλήρως στους επίσημους δείκτες.

 

Παρά τη σταδιακή βελτίωση της απασχόλησης, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην Ευρώπη, γεγονός που υποδηλώνει σημαντικά περιθώρια σύγκλισης. Η διαρθρωτική ανεργία, σύμφωνα με την ανάλυση, έχει υποχωρήσει στην Ευρωζώνη συνολικά, ενισχύοντας τη δυνατότητα για ανάπτυξη χωρίς έντονες πληθωριστικές παρενέργειες.

 

Οι βασικές αιτίες περιλαμβάνουν τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου, την αύξηση των επενδύσεων και τη μετάβαση σε οικονομία πιο έντονης γνώσης, παράγοντες που ενισχύουν τη μακροχρόνια παραγωγική ικανότητα και περιορίζουν τα δομικά εμπόδια στην απασχόληση.

 

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

 

Η Ελλάδα, μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία, συγκαταλέγεται στις χώρες με το μεγαλύτερο ανεκμετάλλευτο δυναμικό στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, ωστόσο, καταγράφει θετική συμβολή στην αύξηση της απασχόλησης στην Ευρωζώνη, καθώς ξεκινά από υψηλότερα επίπεδα ανεργίας.

 

Το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα παραμένει από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, γεγονός που υπογραμμίζει τη διαφορά δυναμικού σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Όπως σημειώνει ανώτερος οικονομολόγος της Oxford Economics, η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει δύο βασικά διαρθρωτικά κενά: την περιορισμένη αξιοποίηση της διαθέσιμης προσφοράς εργασίας και τις αδυναμίες στην αντιστοίχιση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας.

 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και στο υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, το οποίο παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι δύο αυτοί παράγοντες θεωρούνται πεδία όπου οι πολιτικές παρεμβάσεις, όπως η επανεκπαίδευση και τα φορολογικά κίνητρα, μπορούν να αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα.

 

Το δημογραφικό ως καθοριστικός παράγοντας

 

Κομβική πρόκληση για την ελληνική αγορά εργασίας παραμένει το δημογραφικό, με τη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας να εκτιμάται σε περίπου μισό εκατομμύριο άτομα την επόμενη δεκαετία. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη μακροπρόθεσμη δυναμική της οικονομίας και αποτελεί έναν από τους πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμους διαρθρωτικούς κινδύνους.

 

Σύμφωνα με την Oxford Economics, η βελτίωση της αγοράς εργασίας θα συνεχιστεί μέσω της περαιτέρω μείωσης της ανεργίας και της αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ωστόσο το δημογραφικό συνιστά τον βασικό περιοριστικό παράγοντα.

 

Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης

 

Ιδιαίτερη αβεβαιότητα περιβάλλει τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία μπορεί είτε να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας είτε να οδηγήσει σε εκτόπιση εργαζομένων σε δραστηριότητες ρουτίνας. Η τελική επίδραση στην απασχόληση και στους μισθούς παραμένει ανοιχτή, με τους αναλυτές να κλίνουν προς ένα πιο αισιόδοξο σενάριο, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν εναλλακτικές εκβάσεις.

 

Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει ότι η Ευρωζώνη και ειδικά η Ελλάδα βρίσκονται σε φάση όπου η αγορά εργασίας μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαρθρωτικές αδυναμίες και οι δημογραφικές πιέσεις θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

 

                                      

 

Η Ελλάδα μένει πίσω στην επενδυτική αποταμίευση, ενώ η Ευρώπη χτίζει κουλτούρα συμμετοχής στις αγορές

 

Την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν κίνητρα για να ενισχύσουν την αποταμίευση μέσω επενδύσεων, στην Ελλάδα εξακολουθεί να κυριαρχεί μια διαφορετική νοοτροπία. Τα περισσότερα νοικοκυριά διατηρούν τα χρήματά τους είτε σε τραπεζικές καταθέσεις χαμηλών αποδόσεων είτε τα κατευθύνουν σχεδόν αποκλειστικά στην αγορά ακινήτων, αντιμετωπίζοντας με επιφυλακτικότητα το Χρηματιστήριο Αθηνών και τα επενδυτικά προϊόντα, επηρεασμένα ακόμη από το τραύμα της περιόδου 1999-2000.

 

Την ίδια στιγμή, αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν αναπτύξει εδώ και δεκαετίες διαφορετική επενδυτική κουλτούρα, παρέχοντας φορολογικά κίνητρα, αφορολόγητες αποδόσεις και ειδικούς επενδυτικούς λογαριασμούς που επιβραβεύουν τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση μέσω τοποθετήσεων σε μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και επιχειρήσεις.

 

Σύμφωνα με μελέτη του Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, οι επενδύσεις των ελληνικών νοικοκυριών σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχούν μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει το 35,4%, σχεδόν διπλάσιο επίπεδο.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου το πρόγραμμα PEA λειτουργεί ήδη από το 1992 και έχει εξελιχθεί σε βασικό μηχανισμό διοχέτευσης αποταμιεύσεων προς τις επιχειρήσεις. Περισσότεροι από 7 εκατομμύρια Γάλλοι διαθέτουν τέτοιους λογαριασμούς, με το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο να ανέρχεται στα 114 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 3,6% του ΑΕΠ της χώρας.

 

Αντίστοιχα, στην Ιταλία, το πρόγραμμα PIR δημιουργήθηκε το 2017 με στόχο τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω ιδιωτικών αποταμιεύσεων και μέσα σε λίγα χρόνια συγκέντρωσε κεφάλαια σχεδόν 19 δισ. ευρώ.

 

Τη διεθνή εμπειρία κατέγραψε το ΙΟΒΕ στη μελέτη με τίτλο «Αποταμιευτικοί λογαριασμοί νοικοκυριών για επενδύσεις στην κεφαλαιαγορά», η οποία παρουσιάστηκε σε κοινή εκδήλωση με την Euronext Athens, παρουσία και του γενικού διευθυντή πολιτικής και μέλους του Δ.Σ. της Euronext, Jakub Michalik.

 

Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία δύο συμπληρωματικών αποταμιευτικών εργαλείων για τα ελληνικά νοικοκυριά. Το πρώτο αφορά έναν ατομικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΑΠΕΛ), ο οποίος θα απευθύνεται σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε χαρτοφυλάκια κινητών αξιών. Η συμμετοχή θα είναι προαιρετική και θα συνοδεύεται από φορολογικά κίνητρα, τα οποία θα αυξάνονται ανάλογα με το ύψος της συμμετοχής και τη διάρκεια διακράτησης, έως και πέντε έτη.

 

Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία ενός Παιδικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΠΑΠΕΛ), ο οποίος θα ανοίγει με τη γέννηση κάθε παιδιού. Οι γονείς θα μπορούν να πραγματοποιούν ετήσιες καταθέσεις, λαμβάνοντας κρατική επιβράβευση μέσω πρόσθετων ενισχύσεων στον ίδιο λογαριασμό. Τα κεφάλαια θα επενδύονται μακροπρόθεσμα και θα μπορούν να αξιοποιηθούν αφορολόγητα κατά την ενηλικίωση του παιδιού, συνδέοντας την πρόταση και με τις πολιτικές αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.

 

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, υπογράμμισε ότι η πρόταση εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους, όπως η ενίσχυση της αποταμίευσης των νοικοκυριών, η ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης και η καλλιέργεια οικονομικής παιδείας και επενδυτικής κουλτούρας.

 

Από την πλευρά της Euronext Athens εκφράστηκε αισιοδοξία ότι, σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments UnionSIU), η πρόταση θα μπορούσε να υιοθετηθεί ακόμη και εντός του 2026. Η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία στοχεύει στη διοχέτευση έως και 10 τρισ. ευρώ ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων που σήμερα παραμένουν σε τραπεζικές καταθέσεις προς παραγωγικές επενδύσεις.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους για την εφαρμογή των κινήτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και κατά 2 ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας. Με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 εκατ. ευρώ, οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται ότι μπορούν να υπερβούν τα 300 εκατ. ευρώ ετησίως.

 

Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι για την επιτυχία ενός τέτοιου συστήματος απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις: απλότητα στη χρήση των λογαριασμών, ευελιξία ως προς τους παρόχους και τα επενδυτικά προϊόντα, καθώς και σωστά σχεδιασμένα κίνητρα που θα απευθύνονται κυρίως στη μεσαία τάξη και θα ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση και συμμετοχή στις κεφαλαιαγορές.

 

                                 

 

Δημογραφικό

 

Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια βαθιά και μακροχρόνια δημογραφική μετάβαση, η οποία δεν αφορά μόνο τη μείωση των γεννήσεων, αλλά συνολικά τη μεταβολή της κοινωνικής και οικονομικής της δομής. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι πλέον τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται και αναμένεται να αναδιαμορφώσει την αγορά εργασίας, τα ασφαλιστικά συστήματα και τα δημόσια οικονομικά μέχρι το τέλος του αιώνα.

 

Σήμερα, μόλις το 23,4% των νοικοκυριών στην ΕΕ έχουν παιδιά, ενώ το 76,6% αποτελείται από μονοπρόσωπα νοικοκυριά, ζευγάρια χωρίς παιδιά ή άλλες μορφές συμβίωσης χωρίς οικογένεια με ανήλικους. Η τάση αυτή ενισχύεται σταθερά την τελευταία δεκαετία, με τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά να αυξάνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τα νοικοκυριά με παιδιά.

 

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τρεις μεγάλες μεταβολές:

 

το υψηλό κόστος στέγασης,

την αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας,

και την καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας λόγω οικονομικής ανασφάλειας.

 

Παράλληλα, η υπογεννητικότητα παραμένει διαρθρωτικό πρόβλημα σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, καθώς οι γεννήσεις βρίσκονται σταθερά κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.

 

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που αναμένεται να αντιμετωπίσουν από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές μειώσεις έως το 2100, μαζί με αρκετές χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης. Παρότι σήμερα το ποσοστό ελληνικών νοικοκυριών με παιδιά είναι ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, τα περισσότερα νοικοκυριά έχουν μόνο ένα παιδί, ενώ οι πολύτεκνες οικογένειες αποτελούν πλέον μικρή μειονότητα.

 

                               

 

Δημογραφικό & Οικονομικές προοπτικές

 

Η δημογραφική πίεση συνδέεται άμεσα και με τις οικονομικές προοπτικές. Μια κοινωνία με λιγότερους νέους και περισσότερους ηλικιωμένους αντιμετωπίζει:

 

μικρότερο εργατικό δυναμικό,

αυξημένες δαπάνες για υγεία και συντάξεις,

χαμηλότερη παραγωγικότητα και αναπτυξιακή δυναμική,

και μεγαλύτερη φορολογική πίεση στους εργαζόμενους.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι το δημογραφικό συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την αγορά κατοικίας και τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους.

 

Καθοριστικός παράγοντας διαφοροποίησης μεταξύ των χωρών παραμένει η μετανάστευση. Χώρες όπως το Luxembourg, η Iceland και η Malta εμφανίζουν θετικές δημογραφικές προοπτικές κυρίως επειδή προσελκύουν σταθερά εργαζόμενους και νέους πληθυσμούς από το εξωτερικό. Αντίθετα, κράτη με χαμηλή γονιμότητα και ταυτόχρονη εκροή νέων ανθρώπων προς το εξωτερικό αντιμετωπίζουν πολύ ταχύτερη συρρίκνωση.

 

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι και το φαινόμενο του brain drain στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη, όπου πολλοί νέοι υψηλής εξειδίκευσης μεταναστεύουν προς οικονομικά ισχυρότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό επιδεινώνει ακόμη περισσότερο τη γήρανση και μειώνει τον αριθμό των ατόμων σε αναπαραγωγική ηλικία.

 

Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι μόνο να αυξήσει τις γεννήσεις, αλλά να δημιουργήσει συνθήκες που καθιστούν εφικτή τη δημιουργία οικογένειας χωρίς υψηλό οικονομικό ρίσκο. Οι περισσότερες αναλύσεις συγκλίνουν ότι απαιτείται συνδυασμός πολιτικών:

 

προσιτή κατοικία,

σταθερή εργασία,

καλύτερες δομές παιδικής φροντίδας,

φορολογικά κίνητρα για οικογένειες,

στήριξη της ισορροπίας εργασίας και προσωπικής ζωής,

και αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική.

 

Το δημογραφικό εξελίσσεται έτσι σε μία από τις πιο καθοριστικές στρατηγικές προκλήσεις για την Ευρώπη του 21ου αιώνα, με επιπτώσεις που αγγίζουν όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη γεωπολιτική ισχύ, την κοινωνική συνοχή και το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο της ηπείρου.

 
 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum