| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 19/06/26

                             

 

Ασημένια Οικονομία και μικρή επιχειρηματικότητα: Οι δημογραφικές εξελίξεις δημιουργούν προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες

 

Αμφισβητώντας διαδεδομένες αντιλήψεις που συνδέουν το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων με χαμηλές επιδόσεις και την προχωρημένη ηλικία με οικονομική επιβάρυνση, η μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με τίτλο «Ασημένια Οικονομία: Οι επιπτώσεις των δημογραφικών αλλαγών στις μικρές επιχειρήσεις» επιχειρεί να αναδείξει μια διαφορετική οπτική. Η συγγραφέας της έρευνας, η οικονομολόγος και καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, Αντιγόνη Λυμπεράκη, επισημαίνει ότι η απομονωμένη προσέγγιση αυτών των φαινομένων συχνά οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

 

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι πρώην αυτοαπασχολούμενοι είναι εκείνοι που αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας μετά τη συνταξιοδότησή τους, κυρίως εξαιτίας των χαμηλών συνταξιοδοτικών αποδοχών που λαμβάνουν.

 

Η ανθεκτικότητα των μικρών επιχειρήσεων

 

Η έρευνα αμφισβητεί την παραδοσιακή οικονομική προσέγγιση που αντιμετωπίζει τις μικρές επιχειρήσεις ως ένα ξεπερασμένο μοντέλο οικονομικής δραστηριότητας. Αντίθετα, επισημαίνει ότι η διαχρονική τους παρουσία και προσαρμοστικότητα από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα μέχρι σήμερα αποτελεί απόδειξη της ανθεκτικότητας και της δυναμικής τους.

 

Πλεονεκτήματα όπως η ευελιξία και η δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής στις αλλαγές της αγοράς μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά εφόδια στο πλαίσιο ενός σύγχρονου αναπτυξιακού σχεδιασμού. Παράλληλα, ωστόσο, απαιτείται αντιμετώπιση διαχρονικών αδυναμιών, όπως η περιορισμένη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και οι προκαταλήψεις που συχνά επικρατούν στους μηχανισμούς χρηματοδότησης και χάραξης πολιτικής.

 

Η ηλικία δεν συνεπάγεται απαραίτητα μειωμένη παραγωγικότητα

 

Η μελέτη σημειώνει ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από τη γήρανση του πληθυσμού επικεντρώνεται συχνά σε αρνητικά σενάρια. Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν ότι η διάρκεια της υγιούς ζωής αυξάνεται, ενώ η παραγωγική δραστηριότητα δεν φθίνει υποχρεωτικά με την ηλικία.

 

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία επιχειρηματίες και αυτοαπασχολούμενοι εξακολουθούν να παραμένουν ενεργοί επαγγελματικά για περισσότερα χρόνια σε σχέση με άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Παράλληλα, η εξάπλωση τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη δεν αναμένεται να τους εκτοπίσει από την αγορά εργασίας, αλλά να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται.

 

Τι δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας SHARE

 

Η ανάλυση των δεδομένων της πανευρωπαϊκής έρευνας SHARE, που αφορά άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών σε έντεκα χώρες, κατέληξε σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα:

 

Παραμονή στην εργασία για περισσότερα χρόνια: Οι αυτοαπασχολούμενοι αποχωρούν αργότερα από την αγορά εργασίας και συνταξιοδοτούνται σε μεγαλύτερη ηλικία συγκριτικά με τους μισθωτούς, με το φαινόμενο να είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ελλάδα.

 

Χαμηλότερη εργασιακή συμμετοχή των μισθωτών: Οι Έλληνες μισθωτοί, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, παρουσιάζουν από τις χαμηλότερες συμμετοχές στην απασχόληση μεταξύ 50 και 64 ετών, συγκριτικά τόσο με τους αυτοαπασχολούμενους όσο και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Καλύτερη κατάσταση υγείας: Μέχρι την ηλικία των 74 ετών, οι αυτοαπασχολούμενοι εμφανίζουν καλύτερους δείκτες σωματικής και ψυχικής υγείας από τους συνομήλικους μισθωτούς ή συνταξιούχους.

 

Αυξημένος κίνδυνος φτώχειας μετά τα 75: Μετά την αποχώρηση από την ενεργό επαγγελματική δραστηριότητα, η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώνεται αισθητά. Οι πρώην αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν την κατηγορία με τον μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας σε Ελλάδα και Ευρώπη, εξαιτίας του συνταξιοδοτικού ελλείμματος που αντιμετωπίζουν.

 

Οι τέσσερις βασικές προκλήσεις

 

Η ταυτόχρονη εξέταση της γήρανσης του πληθυσμού και της μικρής επιχειρηματικότητας αναδεικνύει τέσσερα κρίσιμα ζητήματα για τα επόμενα χρόνια.

 

Πρώτον, το συνταξιοδοτικό κενό, καθώς οι χαμηλές συντάξεις ωθούν πολλούς επιχειρηματίες να παραμένουν ενεργοί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η οριστική αποχώρησή τους συνοδεύεται από σημαντική μείωση του εισοδήματός τους.

 

Δεύτερον, το ζήτημα της διαδοχής. Η μείωση του μεγέθους των οικογενειών, η περιορισμένη διάθεση των νεότερων γενεών να συνεχίσουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις και οι δυσκολίες αποτίμησης και μεταβίβασης μη εισηγμένων εταιρειών οδηγούν συχνά στο κλείσιμο ακόμη και βιώσιμων επιχειρήσεων.

 

Τρίτον, οι αλλαγές στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, με την ενίσχυση προστατευτικών πολιτικών και την επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης, δημιουργούν ευνοϊκότερες συνθήκες για τις μεγάλες επιχειρήσεις εις βάρος των μικρότερων.

 

Τέταρτον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Η διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης παραμένει περιορισμένη στις μικρές επιχειρήσεις, γεγονός που ενδέχεται να τις καταστήσει λιγότερο ορατές και ανταγωνιστικές εάν δεν αξιοποιήσουν έγκαιρα τις νέες τεχνολογίες.

                          

 

Προτάσεις πολιτικής για τη στήριξη της ασημένιας οικονομίας

 

Η μελέτη προτείνει ένα σύνολο παρεμβάσεων που οργανώνονται σε τρεις βασικούς άξονες.

 

Στον τομέα της τεχνολογίας και της δικτύωσης, προτείνεται η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων ιδιοκτητών και εργαζομένων, η δημιουργία ενός ψηφιακού βοηθού για τη διαχείριση των διοικητικών υποχρεώσεων των μικρών επιχειρήσεων, η ανάπτυξη προγραμμάτων μαθητείας που θα διευκολύνουν τη μεταφορά γνώσης μεταξύ γενεών, καθώς και η λειτουργία μηχανισμών που θα υποστηρίζουν τη σύναψη συνεργασιών και τη διεθνή δικτύωση.

 

Στο πεδίο της χρηματοδότησης και της διαδοχής, προτείνεται η αξιοποίηση εργαλείων όπως τα προγράμματα αντίστροφης υποθήκης (reverse mortgages), ώστε οι μεγαλύτεροι επιχειρηματίες να μπορούν να αντλήσουν αξία από την ακίνητη περιουσία τους. Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας, σε συνεργασία με τα επιμελητήρια, για τη διευκόλυνση της μεταβίβασης επιχειρήσεων σε νέους διαδόχους.

 

Τέλος, όσον αφορά την ατομική στήριξη και το ασφαλιστικό σύστημα, η έρευνα εισηγείται την παροχή κινήτρων για συμπληρωματική ασφάλιση υγείας μετά τα 65 έτη, τη δημιουργία εργαλείων ενημέρωσης για συνταξιοδοτικά ζητήματα και την ενθάρρυνση συμμετοχής σε επαγγελματικά ταμεία και κεφαλαιοποιητικά σχήματα ασφάλισης.

 

Η μελέτη καταλήγει ότι απαιτούνται επίσης στοχευμένες δράσεις ενημέρωσης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα αρνητικά στερεότυπα που συνοδεύουν τόσο τους ηλικιωμένους όσο και τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς οι προκαταλήψεις αυτές συχνά λειτουργούν ανασταλτικά για την ανάπτυξη και την ενεργή συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή. 

 

                          

 

Ευρώπη: Στεγαστική κρίση, κλιματικοί στόχοι και το δίλημμα νέων κατασκευών

 

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια έντονη στεγαστική κρίση, καθώς η προσφορά κατοικιών δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση σε πολλές χώρες. Την ίδια στιγμή, η ανάγκη περιορισμού των εκπομπών άνθρακα και οι δημογραφικές μεταβολές έχουν αναζωπυρώσει τη συζήτηση για το μέλλον της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Κεντρικό ερώτημα παραμένει αν η ανακαίνιση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος μπορεί να υποκαταστήσει τις νέες κατασκευές ή αν μια τέτοια επιλογή θα επιδείνωνε περαιτέρω το στεγαστικό πρόβλημα.

 

Η επικρατούσα άποψη μεταξύ εκπροσώπων της ευρωπαϊκής αγοράς ακινήτων είναι ότι η ήπειρος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση χωρίς την κατασκευή νέων κατοικιών, έστω και με πιο βιώσιμα πρότυπα.

 

Νέες κατασκευές ή ανακαινίσεις; Το βασικό δίλημμα

 

Τα τελευταία χρόνια ενισχύεται η θέση ότι η Ευρώπη θα πρέπει να περιορίσει τις νέες οικοδομές και να δώσει έμφαση στην ανακαίνιση, κυρίως λόγω του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των δομικών υλικών και της δημογραφικής συρρίκνωσης σε ορισμένες περιοχές.

 

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Frank Hovorka (Fédération des Promoteurs Immobiliers – FPI), η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

 

Με βάση σενάρια για τους κλιματικούς στόχους της Γαλλίας έως το 2050, προκύπτουν δύο θεωρητικά δρόμοι:

 

είτε πλήρης παύση νέων κατασκευών

είτε συνέχιση της οικοδομής με περίπου 400.000 νέες κατοικίες ετησίως, υπό αυστηρά βιώσιμους όρους

 

Συνεπώς, η επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων δεν προϋποθέτει απαραίτητα μηδενική οικοδομική δραστηριότητα, αλλά διαφορετικό τρόπο σχεδιασμού της.

 

Περιβαλλοντικό αποτύπωμα: πέρα από το κτίριο

 

Ένα κρίσιμο σημείο της συζήτησης είναι ότι η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ίδιο το κτίριο, αλλά να περιλαμβάνει και τις μεταφορές και τη χωροταξία.

 

Όπως επισημάνθηκε, μπορεί να έχει χαμηλότερο συνολικό αποτύπωμα:

 

ένα λιγότερο «πράσινο» κτίριο με δημόσιες μετακινήσεις
σε σχέση με

ένα ενεργειακά αποδοτικό κτίριο με υψηλή χρήση ΙΧ και ορυκτών καυσίμων

 

Η προσέγγιση αυτή ενισχύει τη σημασία της πολεοδομίας και της οργάνωσης των πόλεων

 

Νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις εκπομπές

 

Η ευρωπαϊκή πολιτική μετατοπίζεται σταδιακά από την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου προς την αξιολόγηση του συνολικού κύκλου ζωής και του αποτυπώματος άνθρακα.

 

Παρά τη θετική εξέλιξη, επισημαίνονται κίνδυνοι από την ανομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων μεταξύ κρατών-μελών, που μπορεί να αυξήσει το διοικητικό βάρος και να περιορίσει τη διασυνοριακή δραστηριότητα.

 

Ρυθμιστικό βάρος και καθυστερήσεις

 

Παρά την πίεση για περισσότερες κατοικίες, ο κατασκευαστικός κλάδος αντιμετωπίζει αυξανόμενη γραφειοκρατία.

 

Σύμφωνα με την Housing Europe, η πολυπλοκότητα των κανονισμών:

 

επιβραδύνει την αδειοδότηση

 

καθυστερεί την υλοποίηση έργων

 

δημιουργεί αντίφαση μεταξύ πολιτικής στόχευσης και πρακτικής εφαρμογής

 

Ψηφιοποίηση και δεδομένα

 

Σημαντικό εμπόδιο θεωρείται επίσης η έλλειψη ενιαίων δεδομένων στον κατασκευαστικό τομέα, που οδηγεί σε σπατάλη πόρων.

 

Ωστόσο, υπάρχουν ήδη επιτυχημένα παραδείγματα:

 

Εσθονία: πλήρως ψηφιακή αδειοδότηση

 

Ολλανδία: ανοικτά συστήματα ανταλλαγής δεδομένων υλικών

 

ΕΕ: προώθηση Ψηφιακού Διαβατηρίου Προϊόντων έως το 2028

 

Εξωτερικές πιέσεις: Κίνα και χάλυβας

 

Ο ευρωπαϊκός κατασκευαστικός κλάδος αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από την Κίνα, ιδιαίτερα στα δομικά υλικά.

 

Παράλληλα, ο κλάδος του χάλυβα βρίσκεται υπό πίεση:

 

παραγωγή κάτω από το όριο βιωσιμότητας

 

υπερβάλλουσα παγκόσμια προσφορά ~700 εκατ. τόνοι

 

Αυτό επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

 

Προοπτικές και ανάγκη στήριξης

 

Παρά τις προκλήσεις, αρκετοί εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν πολιτικές τόνωσης της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Η βασική εκτίμηση είναι ότι:

 

η αγορά βρίσκεται σε στάσιμη φάση

η μείωση κόστους χρηματοδότησης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης

η επανεκκίνηση επενδύσεων απαιτεί πιο ευνοϊκές συνθήκες δανεισμού

 

Πίνακας σύνοψης

Θεματική

Κύρια πρόκληση

Κατεύθυνση πολιτικής / τάσης

Στεγαστική κρίση

Έλλειψη κατοικιών

Ανάγκη νέων κατασκευών + ανακαινίσεις

Περιβάλλον

Εκπομπές άνθρακα

Έμφαση σε κύκλο ζωής κτιρίων

Πολεοδομία

Μετακινήσεις & χωροθέτηση

Ολιστική προσέγγιση (όχι μόνο κτίρια)

Ρυθμιστικό πλαίσιο

Καθυστερήσεις αδειοδότησης

Απλοποίηση διαδικασιών

Ψηφιοποίηση

Έλλειψη δεδομένων

DPP & ενιαίες πλατφόρμες

Βιομηχανία

Ανταγωνισμός Κίνας

Προστασία ευρωπαϊκής παραγωγής

Χρηματοδότηση

Υψηλό κόστος δανεισμού

Πιθανή χαλάρωση για τόνωση αγοράς

 

                                      

 

IMD: Η Ελλάδα μένει 50ή παγκοσμίως στην ανταγωνιστικότητα το 2026

 

Για όποιον δεν διάβασε χθες την έκθεση της IMD που έπαιξε σε όλα τα site. Η Ελλάδα διατηρεί και το 2026 την 50ή θέση στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας του IMD, σύμφωνα με την Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας που δημοσιοποίησε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος ως εθνικός εκπρόσωπος του Ινστιτούτου. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια παρατεταμένη περίοδο σχετικής στασιμότητας, καθώς η χώρα κινείται τα τελευταία πέντε χρόνια μεταξύ 47ης και 50ής θέσης, ενώ σε σχέση με το 2024 καταγράφει απώλεια τριών θέσεων.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα εμφανίζει οριακή βελτίωση, ανεβαίνοντας στην 21η θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. που συμμετέχουν στην έρευνα, από 22η το προηγούμενο έτος.

 

Η συνολική αξιολόγηση του IMD βασίζεται σε 262 κριτήρια για 70 οικονομίες, συνδυάζοντας στατιστικά δεδομένα και έρευνα στελεχών επιχειρήσεων. Οι επιδόσεις κάθε χώρας αποτυπώνονται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: οικονομική αποδοτικότητα, κυβερνητική αποτελεσματικότητα, επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και υποδομές.

 

Οι επιδόσεις ανά πυλώνα

 

Η εικόνα της Ελλάδας είναι μικτή. Στην οικονομική αποδοτικότητα καταγράφεται βελτίωση, με άνοδο δύο θέσεων στην 51η θέση. Αντίθετα, στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα σημειώνεται η μεγαλύτερη επιδείνωση, με πτώση έξι θέσεων στην 59η θέση. Στην επιχειρηματική αποτελεσματικότητα η χώρα παραμένει σταθερή στην 53η θέση, ενώ στις υποδομές υποχωρεί στην 44η θέση, σημειώνοντας τη χειρότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας.

 

Δυνατά σημεία και αδυναμίες

 

Στα θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας ξεχωρίζουν η υψηλή εξαγωγική συγκέντρωση (2η θέση διεθνώς) και τα τουριστικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ (8η θέση). Στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα, η χώρα καταγράφει κορυφαία επίδοση στην ένδειξη περί ελεύθερων εκλογών (1η θέση), καθώς και υψηλή θέση στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (9η θέση).

 

Ωστόσο, σημαντικές αδυναμίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη συνολική εικόνα. Η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ χαμηλά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (65η θέση), στην ανεργία (64η θέση), στο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ (67η θέση) και στη φορολογική επιβάρυνση (60ή θέση).

 

Στον τομέα της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας, θετικά στοιχεία αποτελούν η αύξηση του εργατικού δυναμικού και τα επίπεδα μισθών στη βιομηχανία, ενώ αδυναμίες εντοπίζονται στην εταιρική διακυβέρνηση και στα προγράμματα μαθητείας.

 

Στις υποδομές, η Ελλάδα καταγράφει πολύ καλές επιδόσεις στην αναλογία μαθητών–εκπαιδευτικών (1η θέση στην πρωτοβάθμια και 2η στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), αλλά υστερεί σε κρίσιμους δείκτες όπως η σύνδεση πανεπιστημίων με επιχειρήσεις και η δημογραφική δυναμική.

 

Διεθνής εικόνα

 

Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ελβετία, ενώ στην πρώτη δεκάδα κυριαρχούν μικρές και ευέλικτες οικονομίες, όπως η Δανία, η Ιρλανδία και οι ΗΠΑ, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος μιας χώρας.

 

Συμπέρασμα

 

Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η έκθεση του IMD δείχνει ότι η Ελλάδα παραμένει σε ένα στάδιο χαμηλής αλλά σταθερής διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, ώστε να μετατραπούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική.

 
 

                                     

 

Η ανταγωνιστικότητα σε πίνακες

 

Πάμε να δούμε όλα τα παραπάνω συμπεράσματα για την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας σε 3 πίνακες.

Κατηγορία

Θέση 2026

Μεταβολή

Παγκόσμια κατάταξη (70 χώρες)

50η

Σταθερή σε σχέση με 2025

Ε.Ε. (ευρωπαϊκές χώρες της έρευνας)

21η

+1 θέση

Εύρος 5ετίας (2022–2026)

47η – 50ή

Στασιμότητα

 

Πυλώνας

Θέση 2026

Μεταβολή

Οικονομική αποδοτικότητα

51η

▲ +2

Κυβερνητική αποτελεσματικότητα

59η

▼ -6

Επιχειρηματική αποτελεσματικότητα

53η

Σταθερή

Υποδομές

44η

▼ Χειρότερη 5ετίας

 

Κατηγορία

Δείκτης

Θέση

Δυνατά

Εξαγωγική συγκέντρωση

Δυνατά

Τουριστικά έσοδα / ΑΕΠ

Δυνατά

Ελεύθερες εκλογές

Δυνατά

Δημοσιονομικό αποτέλεσμα

Αδυναμίες

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

65η

Αδυναμίες

Ανεργία

64η

Αδυναμίες

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ

67η

Αδυναμίες

Φορολογική επιβάρυνση

60ή

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum