|

Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στη φτώχεια και στην αδυναμία κάλυψης
έκτακτων δαπανών – Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία της
Eurostat
Μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το βιοτικό
επίπεδο των Ελλήνων αποτυπώνουν τα στοιχεία της Eurostat για
το 2025, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της
Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια σειρά από κρίσιμους δείκτες που
αφορούν τη φτώχεια, την υλική στέρηση, την ανεργία και την
αγοραστική δύναμη.
Σχεδόν 93 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 20,9%
του πληθυσμού της ΕΕ, βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας
ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η κατάσταση αυτή αφορά ανθρώπους
που είτε βρίσκονται κάτω από το όριο της εισοδηματικής
φτώχειας, είτε αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική και κοινωνική
στέρηση, είτε ζουν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση
εργασίας.
Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη
θέση στην ΕΕ, καθώς το 27,5% του πληθυσμού αντιμετωπίζει
κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Χειρότερη επίδοση
καταγράφει μόνο η Βουλγαρία με 29%, ενώ ακολουθούν η
Ρουμανία με 27,4% και η Λιθουανία με 26,3%.
Η Ελλάδα πρώτη στην αδυναμία αντιμετώπισης
μιας έκτακτης δαπάνης
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στον
δείκτη της οικονομικής ανθεκτικότητας των νοικοκυριών.
Το 2025, το 29,2% του πληθυσμού της ΕΕ δεν
μπορούσε να καλύψει μια απροσδόκητη οικονομική δαπάνη. Στην
Ελλάδα, όμως, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 50,5%, το υψηλότερο
μεταξύ όλων των κρατών-μελών.
Με άλλα λόγια, ένας στους δύο κατοίκους της
Ελλάδας δεν διαθέτει επαρκές οικονομικό «μαξιλάρι» για να
αντιμετωπίσει ένα απρόβλεπτο έξοδο.
Ακολουθούν η Λετονία με 43,7%, η Βουλγαρία
με 42,4% και η Λιθουανία με 41,1%. Στον αντίποδα, στις Κάτω
Χώρες το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 15,3%.
Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι ιδιαίτερα
σημαντικό, καθώς δεν αποτυπώνει απλώς το επίπεδο του
εισοδήματος αλλά και την οικονομική ανθεκτικότητα των
νοικοκυριών. Ένα νοικοκυριό μπορεί να βρίσκεται πάνω από το
τυπικό όριο φτώχειας και ταυτόχρονα να αδυνατεί να
αντιμετωπίσει ένα σοβαρό απρόβλεπτο έξοδο.
Σχεδόν οι μισοί Έλληνες δεν μπορούν να
πληρώσουν μία εβδομάδα διακοπών
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις
διακοπές.
Το 27,5% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε
το 2025 να καλύψει οικονομικά το κόστος μίας εβδομάδας
διακοπών μακριά από το σπίτι.
Στην Ελλάδα το ποσοστό ανήλθε στο 46,6%,
κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση της ΕΕ,
πίσω μόνο από τη Ρουμανία όπου το ποσοστό έφτασε το 61,4%.
Στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία το αντίστοιχο
ποσοστό ήταν 39,1%.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις
χώρες της βόρειας Ευρώπης. Στις Κάτω Χώρες μόλις το 12,8%
δεν μπορούσε να καλύψει μία εβδομάδα διακοπών, στη Σουηδία
το 12,4% και στο Λουξεμβούργο το 10,6%.
Η απασχόληση αυξάνεται, αλλά η φτώχεια
παραμένει υψηλή
Το παράδοξο είναι ότι η ελληνική αγορά
εργασίας παρουσιάζει βελτίωση.
Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας
20-64 ετών στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025 κατά 1,7 ποσοστιαίες
μονάδες, η μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Σε
επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η αύξηση ήταν μόλις 0,3 μονάδες,
στο 76,1%.
Ωστόσο, η βελτίωση της απασχόλησης δεν έχει
μεταφραστεί στον ίδιο βαθμό σε βελτίωση του βιοτικού
επιπέδου.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από
τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην ΕΕ. Το 2025 διαμορφώθηκε
στο 8,9% για τις ηλικίες 15-74 ετών, έναντι 10,5% στην
Ισπανία και 9,7% στη Φινλανδία.
Παρά ταύτα, η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη
μείωση της ανεργίας στην ΕΕ, κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι δημιουργούνται
νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα παραμένει σημαντικό το
ζήτημα της ποιότητας, της αμοιβής και της παραγωγικότητας
της εργασίας.
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά η απόσταση
από την Ευρώπη παραμένει
Το ελληνικό ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανήλθε το
2025 στα 248,35 δισ. ευρώ, από 236,74 δισ. ευρώ το 2024,
καταγράφοντας ονομαστική αύξηση περίπου 4,9%.
Η Ελλάδα αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 1,32%
του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ.
Η εικόνα όμως αλλάζει δραματικά όταν η
σύγκριση γίνεται σε όρους ΑΕΠ ανά κάτοικο και αγοραστικής
δύναμης.
Το 2025, το ΑΕΠ ανά κάτοικο της Ελλάδας σε
όρους PPS αντιστοιχούσε μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της
ΕΕ.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι πολύ κοντά στη
Βουλγαρία, όπου ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 68,1%, ενώ η
διαφορά από τις πλουσιότερες χώρες είναι τεράστια.
Στο Λουξεμβούργο το ΑΕΠ ανά κάτοικο έφτανε
το 238,7% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ στην Ιρλανδία το
237,3%.
Η σύγκριση αυτή δείχνει με σαφήνεια ότι η
ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη
αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Η μεγάλη δημοσιονομική βελτίωση της Ελλάδας
Σε αντίθεση με τους δείκτες φτώχειας και
βιοτικού επιπέδου, η δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας
παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.
Το 2025 η χώρα εμφάνισε δημοσιονομικό
πλεόνασμα, σε αντίθεση με την πλειονότητα των κρατών-μελών
που κατέγραψαν ελλείμματα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξέλιξη του
δημόσιου χρέους.
Το ελληνικό χρέος υποχώρησε το 2025 στο
146,1% του ΑΕΠ, παραμένοντας το υψηλότερο στην ΕΕ, αλλά
σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ όλων των
κρατών-μελών, κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Πρόκειται για σημαντική βελτίωση, αν και το
απόλυτο επίπεδο του χρέους εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα
υψηλό.
Τουρισμός και υπηρεσίες παραμένουν ο βασικός
πυλώνας
Η οικονομική δομή της Ελλάδας εξακολουθεί να
χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη βαρύτητα των υπηρεσιών.
Παράλληλα, η χώρα εμφανίζει μία από τις
υψηλότερες συμμετοχές του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία
της ΕΕ. Η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία αντιστοιχούσαν
το 2025 στο 4,1% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, ποσοστό
που ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ μετά τη Λετονία.
Η εξάρτηση από τον τουρισμό και τις
υπηρεσίες προσφέρει σημαντικά έσοδα, αλλά ταυτόχρονα καθιστά
την οικονομία περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές
και σε μεταβολές της τουριστικής ζήτησης.
|