| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 19/08/26

                           

 

Στεγαστική κρίση: Πάνω από 1 στους 2 νέους στην Ελλάδα μένει με τους γονείς του – Το κόστος της κατοικίας γίνεται δημογραφικό πρόβλημα

 

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της αγοράς ακινήτων και επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά οργανώνει τη ζωή της. Η άνοδος των τιμών πώλησης και, κυρίως, των ενοικίων, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, καθιστά την οικονομική ανεξαρτησία ολοένα δυσκολότερη για τους νέους.

 

Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο στα στοιχεία της Eurostat: το 56,3% των Ελλήνων ηλικίας 25 έως 34 ετών εξακολουθεί να ζει στο πατρικό του σπίτι, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται στο 30,1%.

 

Με άλλα λόγια, περισσότεροι από τους μισούς νέους αυτής της ηλικιακής ομάδας στην Ελλάδα δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο νοικοκυριό. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τεράστια και καταδεικνύει ότι η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο ακριβά αγοράζεται ή νοικιάζεται ένα σπίτι. Αφορά την ίδια τη δυνατότητα των νέων να ξεκινήσουν αυτόνομα τη ζωή τους.

 

Μόνο η Κροατία βρίσκεται σε χειρότερη θέση

 

Η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το ποσοστό των νέων 25-34 ετών που παραμένουν στην οικογενειακή κατοικία. Χειρότερη είναι μόνο η εικόνα στην Κροατία, όπου το ποσοστό φτάνει το 62,3%.

 

Ακολουθούν η Σλοβακία με 54,3%, η Πολωνία με 51%, η Ιταλία με 50,7% και η Ισπανία με 50,2%.

 

Η γεωγραφική κατανομή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι υψηλότερες επιδόσεις εντοπίζονται κυρίως στη Νότια και την Ανατολική Ευρώπη. Πρόκειται για οικονομίες όπου οι νέοι αντιμετωπίζουν συχνά χαμηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερες δυσκολίες στην αγορά εργασίας, περιορισμένη προσφορά οικονομικά προσιτών κατοικιών και υψηλή στεγαστική επιβάρυνση.

 

Στον αντίποδα βρίσκεται η Βόρεια Ευρώπη.

 

Στη Δανία μόλις το 3,9% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών εξακολουθεί να μένει με τους γονείς του, ενώ στη Φινλανδία το ποσοστό είναι 4%. Στη Σουηδία διαμορφώνεται στο 7,5%, στην Ολλανδία στο 10,9%, στη Γερμανία στο 13,5% και στη Γαλλία στο 14,8%.

 

Η σύγκριση με την Ελλάδα είναι εντυπωσιακή: στη Δανία μόλις ένας στους 25 νέους παραμένει στο πατρικό του, ενώ στην Ελλάδα περισσότεροι από ένας στους δύο.

 

                       

 

Δεν είναι μόνο θέμα νοοτροπίας

 

Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσε εύκολα να αποδοθεί σε διαφορετικές οικογενειακές και κοινωνικές αντιλήψεις. Ωστόσο, οι οικονομικές συνθήκες φαίνεται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

 

Η δυνατότητα ενός νέου να φύγει από το οικογενειακό σπίτι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ύψος του μισθού, το κόστος ενοικίασης, την πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση και την προσφορά διαθέσιμων κατοικιών.

 

Σε αρκετές χώρες της Βόρειας Ευρώπης υπάρχουν μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης σε κατοικία, υψηλότερα εισοδήματα και ισχυρότερες δομές κοινωνικής ή προσιτής στέγασης. Αυτό επιτρέπει στους νέους να δημιουργήσουν νωρίτερα ένα ανεξάρτητο νοικοκυριό.

 

Στην Ελλάδα, η εξίσωση είναι πολύ πιο δύσκολη.

 

Οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ ακόμη μεγαλύτερη πίεση έχει ασκηθεί στην αγορά των ενοικίων. Η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, η αυξημένη ζήτηση, οι επενδύσεις σε ακίνητα, η βραχυχρόνια μίσθωση σε αρκετές περιοχές και η ζήτηση από ξένους αγοραστές έχουν περιορίσει περαιτέρω τις διαθέσιμες επιλογές.

 

Αθήνα και Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο της πίεσης

 

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, η αναζήτηση ενός οικονομικά προσιτού διαμερίσματος έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη. Τα διαθέσιμα ακίνητα μειώνονται, ενώ οι ζητούμενες τιμές έχουν κινηθεί ανοδικά.

 

Για έναν νέο εργαζόμενο που βρίσκεται στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, το ενοίκιο μπορεί να απορροφά ένα πολύ μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.

 

Στο ενοίκιο προστίθενται η ηλεκτρική ενέργεια, η θέρμανση ή η ψύξη, τα κοινόχρηστα, οι μετακινήσεις, τα τρόφιμα και όλες οι υπόλοιπες καθημερινές δαπάνες. Το διαθέσιμο εισόδημα που απομένει για αποταμίευση ή για οποιαδήποτε άλλη ανάγκη περιορίζεται δραματικά.

 

Έτσι, η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν αποτελεί πάντοτε συνειδητή επιλογή. Για σημαντικό μέρος των νέων είναι αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού.

 

Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε δημογραφικό ζήτημα

 

Η σημαντικότερη ίσως συνέπεια είναι ότι το πρόβλημα της κατοικίας δεν σταματά στην αγορά ακινήτων.

 

Όταν ένας νέος δεν μπορεί να εξασφαλίσει οικονομικά βιώσιμη κατοικία, καθυστερεί η δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού. Και όταν καθυστερεί η δημιουργία νοικοκυριού, συχνά μετατίθενται χρονικά ο γάμος και η απόκτηση παιδιών.

 

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

 

χαμηλότερα εισοδήματα → ακριβότερη κατοικία → καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση → καθυστερημένη δημιουργία οικογένειας → λιγότερες γεννήσεις.

 

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς το δημογραφικό αποτελεί ήδη μία από τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις της χώρας.

 

Η στεγαστική κρίση, επομένως, δεν είναι απλώς ένα ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Επηρεάζει την αγορά εργασίας, την κατανάλωση, την αποταμίευση, την οικογενειακή δομή και τελικά τη δημογραφική πορεία της χώρας.

 

Ένας φαύλος κύκλος για την αγορά ακινήτων

 

Υπάρχει, παράλληλα, και μια λιγότερο προφανής επίπτωση στην ίδια την αγορά κατοικίας.

 

Όσο περισσότεροι νέοι αδυνατούν να εγκαταλείψουν το οικογενειακό σπίτι, τόσο περιορίζεται η φυσιολογική ζήτηση για μικρές και οικονομικά προσιτές κατοικίες, οι οποίες παραδοσιακά αποτελούν το πρώτο βήμα στην αυτόνομη ζωή.

 

Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη προσφορά τέτοιων ακινήτων διατηρεί τις τιμές υψηλές, δημιουργώντας έναν ακόμη πιο δύσκολο συνδυασμό για τους νέους.

 

Το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, μόνο ότι τα σπίτια έχουν ακριβύνει. Είναι ότι η σχέση μεταξύ εισοδήματος και κόστους κατοικίας έχει επιδεινωθεί τόσο πολύ, ώστε η απόκτηση ή ακόμη και η ενοικίαση μιας πρώτης κατοικίας να βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων ενός μεγάλου τμήματος της νέας γενιάς.

 

                        

 

Η Ελλάδα αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που ξεπερνά τη στέγαση

 

Το ποσοστό του 56,3% δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη δείκτη της ευρωπαϊκής αγοράς κατοικίας. Αποτυπώνει την οικονομική δυσκολία μιας ολόκληρης γενιάς να περάσει στο επόμενο στάδιο της ζωής της.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πρόβλημα, όπου η στεγαστική κρίση συναντά τη χαμηλή αγοραστική δύναμη, την περιορισμένη προσφορά κατοικιών και το δημογραφικό.

 

Και όσο το κόστος μιας αυτόνομης ζωής παραμένει δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τα εισοδήματα, η παραμονή στο πατρικό σπίτι θα συνεχίσει να αποτελεί για πολλούς νέους όχι μια επιλογή άνεσης, αλλά μια αναγκαστική οικονομική στρατηγική.

 

Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών. Είναι να δημιουργηθούν οι οικονομικές προϋποθέσεις ώστε ένας νέος εργαζόμενος να μπορεί να πληρώνει ένα ενοίκιο, να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες και ταυτόχρονα να δημιουργεί προοπτική για αποταμίευση, οικογένεια και ιδιόκτητη κατοικία.

 

Χωρίς αυτή την αλλαγή, η στεγαστική κρίση θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας από τους μηχανισμούς που κρατούν τους νέους οικονομικά εξαρτημένους από την οικογένεια και, ταυτόχρονα, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το ήδη οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.

 

                                  

 

Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στη φτώχεια και στην αδυναμία κάλυψης έκτακτων δαπανών – Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat

 

Μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων αποτυπώνουν τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια σειρά από κρίσιμους δείκτες που αφορούν τη φτώχεια, την υλική στέρηση, την ανεργία και την αγοραστική δύναμη.

 

Σχεδόν 93 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 20,9% του πληθυσμού της ΕΕ, βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η κατάσταση αυτή αφορά ανθρώπους που είτε βρίσκονται κάτω από το όριο της εισοδηματικής φτώχειας, είτε αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, είτε ζουν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ, καθώς το 27,5% του πληθυσμού αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Χειρότερη επίδοση καταγράφει μόνο η Βουλγαρία με 29%, ενώ ακολουθούν η Ρουμανία με 27,4% και η Λιθουανία με 26,3%.

 

Η Ελλάδα πρώτη στην αδυναμία αντιμετώπισης μιας έκτακτης δαπάνης

 

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στον δείκτη της οικονομικής ανθεκτικότητας των νοικοκυριών.

 

Το 2025, το 29,2% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε να καλύψει μια απροσδόκητη οικονομική δαπάνη. Στην Ελλάδα, όμως, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 50,5%, το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών-μελών.

 

Με άλλα λόγια, ένας στους δύο κατοίκους της Ελλάδας δεν διαθέτει επαρκές οικονομικό «μαξιλάρι» για να αντιμετωπίσει ένα απρόβλεπτο έξοδο.

 

Ακολουθούν η Λετονία με 43,7%, η Βουλγαρία με 42,4% και η Λιθουανία με 41,1%. Στον αντίποδα, στις Κάτω Χώρες το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 15,3%.

 

Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δεν αποτυπώνει απλώς το επίπεδο του εισοδήματος αλλά και την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών. Ένα νοικοκυριό μπορεί να βρίσκεται πάνω από το τυπικό όριο φτώχειας και ταυτόχρονα να αδυνατεί να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό απρόβλεπτο έξοδο.

 

Σχεδόν οι μισοί Έλληνες δεν μπορούν να πληρώσουν μία εβδομάδα διακοπών

 

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις διακοπές.

 

Το 27,5% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε το 2025 να καλύψει οικονομικά το κόστος μίας εβδομάδας διακοπών μακριά από το σπίτι.

 

Στην Ελλάδα το ποσοστό ανήλθε στο 46,6%, κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση της ΕΕ, πίσω μόνο από τη Ρουμανία όπου το ποσοστό έφτασε το 61,4%.

 

Στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 39,1%.

 

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Στις Κάτω Χώρες μόλις το 12,8% δεν μπορούσε να καλύψει μία εβδομάδα διακοπών, στη Σουηδία το 12,4% και στο Λουξεμβούργο το 10,6%.

 

Η απασχόληση αυξάνεται, αλλά η φτώχεια παραμένει υψηλή

 

Το παράδοξο είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει βελτίωση.

 

Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 20-64 ετών στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025 κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, η μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η αύξηση ήταν μόλις 0,3 μονάδες, στο 76,1%.

 

Ωστόσο, η βελτίωση της απασχόλησης δεν έχει μεταφραστεί στον ίδιο βαθμό σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην ΕΕ. Το 2025 διαμορφώθηκε στο 8,9% για τις ηλικίες 15-74 ετών, έναντι 10,5% στην Ισπανία και 9,7% στη Φινλανδία.

 

Παρά ταύτα, η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση της ανεργίας στην ΕΕ, κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα παραμένει σημαντικό το ζήτημα της ποιότητας, της αμοιβής και της παραγωγικότητας της εργασίας.

 

Το ελληνικό ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει

 

Το ελληνικό ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανήλθε το 2025 στα 248,35 δισ. ευρώ, από 236,74 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση περίπου 4,9%.

 

Η Ελλάδα αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 1,32% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ.

 

Η εικόνα όμως αλλάζει δραματικά όταν η σύγκριση γίνεται σε όρους ΑΕΠ ανά κάτοικο και αγοραστικής δύναμης.

 

Το 2025, το ΑΕΠ ανά κάτοικο της Ελλάδας σε όρους PPS αντιστοιχούσε μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της ΕΕ.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι πολύ κοντά στη Βουλγαρία, όπου ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 68,1%, ενώ η διαφορά από τις πλουσιότερες χώρες είναι τεράστια.

 

Στο Λουξεμβούργο το ΑΕΠ ανά κάτοικο έφτανε το 238,7% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ στην Ιρλανδία το 237,3%.

 

Η σύγκριση αυτή δείχνει με σαφήνεια ότι η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.

 

Η μεγάλη δημοσιονομική βελτίωση της Ελλάδας

 

Σε αντίθεση με τους δείκτες φτώχειας και βιοτικού επιπέδου, η δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.

 

Το 2025 η χώρα εμφάνισε δημοσιονομικό πλεόνασμα, σε αντίθεση με την πλειονότητα των κρατών-μελών που κατέγραψαν ελλείμματα.

 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξέλιξη του δημόσιου χρέους.

 

Το ελληνικό χρέος υποχώρησε το 2025 στο 146,1% του ΑΕΠ, παραμένοντας το υψηλότερο στην ΕΕ, αλλά σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ όλων των κρατών-μελών, κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Πρόκειται για σημαντική βελτίωση, αν και το απόλυτο επίπεδο του χρέους εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.

 

Τουρισμός και υπηρεσίες παραμένουν ο βασικός πυλώνας

 

Η οικονομική δομή της Ελλάδας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη βαρύτητα των υπηρεσιών.

 

Παράλληλα, η χώρα εμφανίζει μία από τις υψηλότερες συμμετοχές του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία της ΕΕ. Η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία αντιστοιχούσαν το 2025 στο 4,1% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, ποσοστό που ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ μετά τη Λετονία.

 

Η εξάρτηση από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες προσφέρει σημαντικά έσοδα, αλλά ταυτόχρονα καθιστά την οικονομία περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές και σε μεταβολές της τουριστικής ζήτησης.

    

                      

 

Η Ελλάδα πρώτη και στους περιβαλλοντικούς φόρους

 

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη φορολογία.

 

Το 2024 τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους στην ΕΕ ανήλθαν συνολικά σε 375 δισ. ευρώ, ή 2,08% του ΑΕΠ.

 

Η Ελλάδα όμως κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, καθώς τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους αντιστοιχούσαν στο 3,76% του ΑΕΠ, έναντι 3,36% στην Κροατία.

 

Μια οικονομία που βελτιώνεται, αλλά οι πολίτες δεν αισθάνονται ακόμη την ίδια βελτίωση

 

Τα στοιχεία της Eurostat δημιουργούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντίφαση για την ελληνική οικονομία.

 

Από τη μία πλευρά, η χώρα παρουσιάζει ισχυρή αύξηση της απασχόλησης, σημαντική μείωση της ανεργίας, δημοσιονομικά πλεονάσματα και μεγάλη αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.

 

Από την άλλη, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης ως προς το βιοτικό επίπεδο και την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών.

 

Το 27,5% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το 50,5% αδυνατεί να αντιμετωπίσει μια έκτακτη δαπάνη και το 46,6% δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μία εβδομάδα διακοπών.

 

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα των στοιχείων: η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινής οικονομικής πραγματικότητας για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

 

Η Ελλάδα μπορεί να έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης, όμως η μεγάλη πρόκληση της επόμενης φάσης είναι διαφορετική: να μετατρέψει την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την αύξηση της απασχόλησης και τη δημοσιονομική σταθερότητα σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια για τα νοικοκυριά.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum