|
00:01 -
19/10/26 |
|
|
|
|
|

«Σπίτι μου»: Μόλις 14.500 αγορές από 120.000 αιτήσεις – Οι
στρεβλώσεις στις τιμές και η έλλειψη προσιτών κατοικιών
H αγορά ακινήτων
θα έχει την τιμητική της στο ξεκίνημα της εβδομάδας.
Λιγότερο λοιπόν από το 10% όσων υπέβαλαν αίτηση στο
πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει την
αγορά κατοικίας με χρηματοδότηση. Από τις περίπου 120.000
αιτήσεις, οι αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν έφτασαν τις
14.500, καθώς η εύρεση κατάλληλου ακινήτου αποδείχθηκε για
πολλούς το μεγαλύτερο εμπόδιο, πέρα από τα επιμέρους
ζητήματα που σχετίζονται με την πιστοληπτική τους ικανότητα
και την έγκριση στεγαστικού δανείου.
Τα στοιχεία
παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο ημερίδας της Πανελλήνιας
Ομοσπονδίας Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων (ΠΟΣΜΑΣ), η οποία
πραγματοποιήθηκε στην Prodexpo 2026, επαναφέροντας στο
προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο τα προγράμματα επιδότησης
στεγαστικών δανείων συμβάλλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση
της στεγαστικής κρίσης ή, όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση
της προσφοράς, οδηγούν σε νέες ανατιμήσεις.
Παρά την
κοινωνική διάσταση των προγραμμάτων «Σπίτι μου 1» και «Σπίτι
μου 2», οι επαγγελματίες της αγοράς εκφράζουν προβληματισμό
για τις επιπτώσεις τους στις τιμές, ενόψει και του
σχεδιαζόμενου «Σπίτι μου 3».
Όπως ανέφερε ο
Δημήτρης Μπινιάρης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της
ΠΟΣΜΑΣ, ακίνητα που προηγουμένως πωλούνταν στην περιοχή των
150.000-170.000 ευρώ, με περιορισμένο ενδιαφέρον, έφτασαν να
διατίθενται προς 180.000-200.000 ευρώ, προσελκύοντας πλέον
δεκάδες υποψήφιους αγοραστές. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με
τον ίδιο, μέρος του οφέλους από την επιδότηση του επιτοκίου
κατέληξε στους ιδιοκτήτες, μέσω της αύξησης των τιμών
πώλησης.
Ο ίδιος
αναγνώρισε ότι τα συγκεκριμένα προγράμματα μπορούν να
στηρίξουν νοικοκυριά με περιορισμένες οικονομικές
δυνατότητες, προειδοποίησε ωστόσο για τον κίνδυνο
δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο κίνδυνος
είναι μεγαλύτερος όταν οι δανειολήπτες εξαντλούν τα
οικονομικά τους περιθώρια για την αγορά ενός ακινήτου και
στη συνέχεια καλούνται να καλύψουν πρόσθετες δαπάνες
ανακαίνισης και επισκευών.
Το ζήτημα αποκτά
ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεγάλο μέρος των κατοικιών που
εντάσσονται στα προγράμματα είναι ηλικίας άνω των 40 ετών,
ειδικά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Μεγαλύτερα όρια,
αλλά χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς
Τη σταδιακή
διεύρυνση των κριτηρίων των προγραμμάτων υπογράμμισε ο
Δημήτρης Ανδρίτσος, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της
Cerved Property Services. Από το πρώτο πρόγραμμα έως τον
σχεδιασμό του «Σπίτι μου 3», το ανώτατο επιτρεπόμενο τίμημα
κατοικίας αυξήθηκε από τις 200.000 στις 300.000 ευρώ, ενώ το
μέγιστο ύψος του στεγαστικού δανείου ανέβηκε από τις 150.000
στις 230.000 ευρώ. Και στις δύο περιπτώσεις, η αύξηση
ξεπερνά το 50%.
Παράλληλα, το
ηλικιακό όριο των δικαιούχων διευρύνθηκε από τα 39 στα 55
έτη, ενώ αυξήθηκαν και τα εισοδηματικά όρια.
Οι αλλαγές αυτές
διευρύνουν σημαντικά τον αριθμό των δυνητικών αγοραστών,
χωρίς να είναι βέβαιο ότι η αγορά μπορεί να ανταποκριθεί με
ανάλογη αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών. Όπως
επισήμανε ο κ. Ανδρίτσος, η ζήτηση διευρύνεται διαρκώς, την
ώρα που παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η προσφορά μπορεί να
ακολουθήσει.
Η πίεση είναι
εντονότερη στα ακίνητα που πληρούν τις προϋποθέσεις των
προγραμμάτων. Ο Κώστας Γεωργάκος, συνιδρυτής της Prelevits &
Georgakos Real Estate Solutions, σημείωσε ότι, ενώ η ετήσια
άνοδος των τιμών κατοικιών σε πανελλαδικό επίπεδο κινείται
πλέον γύρω στο 5%, στα επιλέξιμα ακίνητα, κυρίως παλαιότερης
κατασκευής, οι αυξήσεις φτάνουν ακόμη και το 30%.
Κατά τον ίδιο, η
εξέλιξη αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη στρέβλωσης της αγοράς,
καθώς η πρόσθετη αγοραστική δύναμη που δημιουργείται από την
κρατική στήριξη συναντά μια περιορισμένη δεξαμενή διαθέσιμων
ακινήτων.
Πρόταση για
πλατφόρμα με έτοιμα προς μεταβίβαση ακίνητα
Ως πιθανή λύση,
στελέχη της αγοράς προτείνουν τη δημιουργία ειδικής
πλατφόρμας στην οποία θα καταγράφονται εξαρχής κατοικίες που
είναι άμεσα διαθέσιμες προς πώληση και πληρούν τις
απαραίτητες προϋποθέσεις.
Στην πλατφόρμα
θα μπορούσαν να ενταχθούν ακίνητα τόσο ιδιωτών όσο και
δημόσιων φορέων, με σαφές νομικό και τεχνικό καθεστώς, ώστε
να περιορίζονται οι καθυστερήσεις και οι δυσκολίες κατά την
ολοκλήρωση των αγοραπωλησιών.
Κεντρικό
στοιχείο της πρότασης είναι η δέσμευση της τιμής πώλησης,
προκειμένου να αποφεύγονται ανατιμήσεις που συνδέονται με
την έναρξη ή την επέκταση ενός προγράμματος επιδότησης
στεγαστικών δανείων.
Την ίδια στιγμή,
η έρευνα του Spitogatos επιβεβαιώνει ότι η μεγαλύτερη
ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εντοπίζεται στις
κατοικίες αξίας έως 300.000 ευρώ, οι οποίες συγκεντρώνουν το
μεγαλύτερο ενδιαφέρον από Έλληνες αγοραστές. Αντίθετα, στα
ακριβότερα ακίνητα, ιδίως σε εκείνα που κοστίζουν πάνω από
550.000 ευρώ, η σχέση προσφοράς και ζήτησης εμφανίζεται πιο
ισορροπημένη.
Όπως ανέφερε ο
Δημήτρης Μελαχροινός, διευθύνων σύμβουλος του Spitogatos.gr,
οι προσιτές κατοικίες δέχονται κατά μέσο όρο οκταπλάσια
πίεση σε σχέση με τα ακριβότερα ακίνητα. Σε ορισμένες
περιπτώσεις, μάλιστα, οι αποκλίσεις μεταξύ κοντινών περιοχών
φτάνουν τις 12 έως 14 φορές.
Ο επιχειρησιακός
διευθυντής της εταιρείας, Δημήτρης Τσατίρης, επισήμανε ότι
τα προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης, παρά τον κοινωνικό
τους χαρακτήρα, μπορούν να επιδεινώσουν την ανισορροπία όταν
δεν συνοδεύονται από ουσιαστική αύξηση του διαθέσιμου
αποθέματος. Όπως υπογράμμισε, απαιτείται σημαντική ενίσχυση
της προσφοράς, με στοχευμένα μέτρα που θα λαμβάνουν υπόψη
τις διαφορετικές ανάγκες κάθε περιοχής και όχι με οριζόντιες
παρεμβάσεις.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η ζήτηση από το εξωτερικό και οι αλλαγές στη φορολογία
Ισχυρό παραμένει και το ενδιαφέρον ξένων
αγοραστών για την ελληνική αγορά ακινήτων, ιδιαίτερα για
εξοχικές κατοικίες. Ωστόσο, η πορεία των ξένων επενδύσεων
επηρεάζεται και από το θεσμικό και φορολογικό περιβάλλον.
Ο πρόεδρος της ΠΟΣΜΑΣ, Λευτέρης Ποταμιάνος,
ανέφερε ότι κατά το πρώτο εξάμηνο οι εισροές κεφαλαίων από
το εξωτερικό στην ελληνική αγορά ακινήτων ανέκαμψαν,
φτάνοντας το 1 δισ. ευρώ. Εξέφρασε, ωστόσο, επιφυλάξεις για
τη σταθερότητα του πλαισίου μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται
οι επενδύσεις, κάνοντας λόγο για αλλαγές κανόνων κατά τη
διάρκεια της εφαρμογής τους.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί, κατά τον
ίδιο, η σχεδιαζόμενη αύξηση του φόρου μεταβίβασης στο 15%
για αγοραστές από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κ.
Ποταμιάνος εκτίμησε ότι ένα τέτοιο μέτρο δύσκολα θα έχει
θετική επίδραση στη στεγαστική κρίση, ενώ προειδοποίησε ότι
θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για μέρος της ξένης
ζήτησης.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι ξένοι αγοραστές
δεν κινούνται απαραίτητα στην ίδια κατηγορία κατοικιών με
τους Έλληνες, καθώς συχνά αναζητούν ακίνητα διαφορετικών
χαρακτηριστικών και υψηλότερης αξίας.
Εξοχικές κατοικίες: Ενδιαφέρον από Ευρώπη
και τρίτες χώρες
Η ζήτηση από το εξωτερικό εμφανίζεται
ιδιαίτερα δυναμική στην αγορά εξοχικής κατοικίας. Σύμφωνα με
τον Γιώργο Γαβριηλίδη, διευθύνοντα σύμβουλο της Elxis-At
Home in Greece, το 75% των πελατών της εταιρείας προέρχεται
από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το υπόλοιπο 25% από
αγορές εκτός ΕΕ, όπως οι ΗΠΑ, η Ελβετία, η Αυστραλία και ο
Καναδάς.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα εξακολουθεί να
προσφέρει ανταγωνιστικότερες τιμές σε σύγκριση με άλλες
περιοχές της νότιας Ευρώπης, όπως η Ισπανία, η νότια Γαλλία
και η Ιταλία, στοιχείο που ενισχύει την ελκυστικότητά της
για όσους αναζητούν εξοχική κατοικία.
Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον ξένων
αγοραστών που δεν επιθυμούν απλώς να αποκτήσουν δεύτερη
κατοικία, αλλά εξετάζουν το ενδεχόμενο μόνιμης εγκατάστασης
στην Ελλάδα. Πρόκειται, σύμφωνα με τον κ. Γαβριηλίδη, κυρίως
για άτομα ηλικίας 45-60 ετών, αλλά και για νεότερους
εργαζομένους που έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται εξ
αποστάσεως.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Κρήτη συγκεντρώνει
το μεγαλύτερο μέρος του ενδιαφέροντος για εξοχικές
κατοικίες. Ακολουθεί η Πελοπόννησος, με μερίδιο 23% και
βασικούς προορισμούς τη Μεσσηνία και την Αργολίδα, ενώ τα
νησιά του Ιονίου συγκεντρώνουν το 13%.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά
ακινήτων αναδεικνύει δύο διαφορετικές πραγματικότητες: από
τη μία πλευρά, τα νοικοκυριά που αναζητούν προσιτή πρώτη
κατοικία αντιμετωπίζουν περιορισμένες επιλογές και
αυξανόμενες τιμές· από την άλλη, η Ελλάδα εξακολουθεί να
προσελκύει ξένους αγοραστές, ιδίως στην αγορά εξοχικής
κατοικίας. Το κρίσιμο ζητούμενο για την επόμενη περίοδο
είναι κατά πόσο η στεγαστική πολιτική θα μπορέσει να
ενισχύσει ουσιαστικά την προσφορά, ώστε η στήριξη της
ζήτησης να μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση της πρόσβασης
στη στέγη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στεγαστική κρίση στην Ευρώπη: Πόσα χρήματα μένουν μετά το
ενοίκιο – Στις τελευταίες θέσεις η Αθήνα
Η στεγαστική κρίση πιέζει ολοένα περισσότερο
τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των κατοικιών και τα
ενοίκια εξακολουθούν να αυξάνονται, ενώ σε πολλές μεγάλες
πόλεις ένας μισθός δεν επαρκεί πλέον για την κάλυψη του
κόστους στέγασης. Ακόμη και για τα ζευγάρια που εργάζονται
και οι δύο, η οικονομική επιβάρυνση παραμένει ιδιαίτερα
υψηλή, με τις διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών πόλεων να είναι
εντυπωσιακές.
Η μελέτη «Mapping the World’s Prices 2026»
του Deutsche Bank Research Institute εξετάζει το διαθέσιμο
εισόδημα δύο εργαζομένων μετά την καταβολή του ενοικίου για
ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στο κέντρο της πόλης όπου
ζουν. Η σύγκριση βασίζεται στους τοπικούς καθαρούς μισθούς
και αφαιρεί το κόστος ενοικίασης, χωρίς να συνυπολογίζει
άλλες βασικές δαπάνες, όπως τρόφιμα, λογαριασμούς και
μετακινήσεις.
Στις 28 ευρωπαϊκές πόλεις που εξετάζονται,
το ποσό που απομένει μετά την πληρωμή του ενοικίου
κυμαίνεται από μόλις 253 ευρώ στη Λισαβόνα έως 9.140 ευρώ
στη Ζυρίχη. Η Αθήνα βρίσκεται επίσης χαμηλά στην κατάταξη,
με διαθέσιμο εισόδημα 1.148 ευρώ για ένα ζευγάρι, ενώ το
ενοίκιο για το συγκεκριμένο διαμέρισμα ξεπερνά τον καθαρό
μισθό ενός εργαζομένου.
Ελβετία: Υψηλοί μισθοί παρά το ακριβό κόστος
στέγασης
Η Ζυρίχη βρίσκεται στην κορυφή της
ευρωπαϊκής κατάταξης, παρότι διαθέτει το υψηλότερο ενοίκιο
μεταξύ των πόλεων που εξετάζονται. Η μηνιαία μίσθωση
διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων στο κέντρο φτάνει τα 5.502
ευρώ, αλλά ο καθαρός μισθός ανέρχεται σε 7.321 ευρώ. Έτσι,
σε ένα ζευγάρι απομένουν συνολικά 9.140 ευρώ τον μήνα μετά
την πληρωμή του ενοικίου.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει η Γενεύη, όπου
το διαθέσιμο εισόδημα μετά το ενοίκιο διαμορφώνεται σε 8.783
ευρώ. Η επίδοση αυτή συνδέεται με τον δεύτερο υψηλότερο
καθαρό μισθό της κατάταξης, ο οποίος φτάνει τα 6.516 ευρώ.
Στην τρίτη θέση βρίσκεται το Λουξεμβούργο,
με 5.890 ευρώ να απομένουν κάθε μήνα σε ένα ζευγάρι. Ο
καθαρός μισθός ανέρχεται σε 4.548 ευρώ, ενώ το ενοίκιο
φτάνει τα 3.206 ευρώ, χαμηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα
σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Δουβλίνο και το Άμστερνταμ.
Στις επόμενες θέσεις βρίσκονται το
Μπέρμιγχαμ, με διαθέσιμο εισόδημα 5.238 ευρώ, και η
Κοπεγχάγη, με 5.233 ευρώ.
Μπέρμιγχαμ και Λονδίνο: Η διαφορά που κάνει
το ενοίκιο
Η σύγκριση μεταξύ Μπέρμιγχαμ και Λονδίνου
αναδεικνύει πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει το κόστος στέγασης
στην καθημερινή οικονομία των νοικοκυριών.
Στο Μπέρμιγχαμ, ένα ζευγάρι διατηρεί 5.238
ευρώ τον μήνα μετά την πληρωμή του ενοικίου, έναντι 3.148
ευρώ στο Λονδίνο. Η διαφορά φτάνει τα 2.090 ευρώ μηνιαίως.
Παρότι οι μισθοί είναι χαμηλότεροι στο
Μπέρμιγχαμ, το κόστος κατοικίας είναι αισθητά μικρότερο. Το
ενοίκιο για διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στο κέντρο
ανέρχεται σε 1.949 ευρώ, ενώ στο Λονδίνο φτάνει τα 4.362
ευρώ.
Πάνω από 4.000 ευρώ μετά το ενοίκιο
απομένουν επίσης στα ζευγάρια στο Όσλο, με 4.936 ευρώ, στη
Φρανκφούρτη, με 4.786 ευρώ, στο Μόναχο, με 4.575 ευρώ, και
στο Άμστερνταμ, με 4.431 ευρώ.
Το Άμστερνταμ συγκαταλέγεται στις
ακριβότερες αγορές κατοικίας, με το ενοίκιο να διαμορφώνεται
σε 3.542 ευρώ. Ωστόσο, ο υψηλός καθαρός μισθός των 3.986
ευρώ περιορίζει την επιβάρυνση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές
πόλεις.
Η Βιέννη και η Στοκχόλμη εμφανίζουν
παρόμοιες επιδόσεις, με το διαθέσιμο εισόδημα μετά το
ενοίκιο να ανέρχεται σε 3.709 και 3.674 ευρώ αντίστοιχα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Βερολίνο και Παρίσι: Οι υψηλότεροι μισθοί δεν αρκούν πάντα
Το Παρίσι προσφέρει υψηλότερο καθαρό μισθό
από το Βερολίνο, με 3.171 ευρώ έναντι 2.946 ευρώ. Παρ' όλα
αυτά, ένα ζευγάρι στο Βερολίνο διαθέτει περισσότερα χρήματα
μετά την πληρωμή του ενοικίου: 3.554 ευρώ, έναντι 3.336 ευρώ
στο Παρίσι.
Η εξήγηση βρίσκεται στη διαφορά του κόστους
κατοικίας. Στο Παρίσι, το μηνιαίο ενοίκιο φτάνει τα 3.005
ευρώ, ενώ στο Βερολίνο περιορίζεται στα 2.339 ευρώ.
Το Δουβλίνο αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα πόλης όπου οι υψηλές αποδοχές δεν αντισταθμίζουν
πλήρως το κόστος στέγασης. Ο καθαρός μισθός ανέρχεται σε
3.455 ευρώ, υψηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα στο Παρίσι,
το Βερολίνο, τη Βιέννη και τη Στοκχόλμη. Ωστόσο, μετά το
ενοίκιο απομένουν μόλις 3.038 ευρώ, καθώς η μηνιαία μίσθωση
φτάνει τα 3.873 ευρώ, καταγράφοντας την τέταρτη υψηλότερη
επίδοση στην Ευρώπη.
Νότια Ευρώπη: Η Λισαβόνα και το Μιλάνο στις
πιο πιεσμένες αγορές
Οι πόλεις της νότιας Ευρώπης καταλαμβάνουν
τις χαμηλότερες θέσεις ως προς το διαθέσιμο εισόδημα μετά
την πληρωμή του ενοικίου. Η Λισαβόνα και το Μιλάνο
εμφανίζουν ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα, καθώς οι αποδοχές δεν
επαρκούν για να καλύψουν το υψηλό κόστος κατοικίας.
Στη Λισαβόνα, ο καθαρός μισθός διαμορφώνεται
σε 1.408 ευρώ, ενώ το ενοίκιο για διαμέρισμα τριών
υπνοδωματίων στο κέντρο φτάνει τα 2.561 ευρώ. Με αυτά τα
δεδομένα, σε ένα ζευγάρι απομένουν μόλις 253 ευρώ τον μήνα
μετά την πληρωμή του ενοικίου.
Στο Μιλάνο, το διαθέσιμο εισόδημα
περιορίζεται σε 697 ευρώ, με καθαρό μισθό 1.940 ευρώ και
ενοίκιο 3.184 ευρώ.
Η εικόνα είναι επίσης πιεστική στη Μαδρίτη,
όπου απομένουν 1.905 ευρώ, και στη Βαρκελώνη, όπου το
αντίστοιχο ποσό ανέρχεται σε 1.832 ευρώ. Στη Ρώμη το
διαθέσιμο εισόδημα διαμορφώνεται σε 1.265 ευρώ, ενώ στην
Αθήνα περιορίζεται σε 1.148 ευρώ.
Στην ελληνική πρωτεύουσα, το ενοίκιο για το
εξεταζόμενο διαμέρισμα ανέρχεται σε 1.164 ευρώ, ελαφρώς
υψηλότερα από τον καθαρό μισθό ενός εργαζομένου, ο οποίος
διαμορφώνεται σε 1.156 ευρώ. Επομένως, ένας μισθός δεν αρκεί
για την κάλυψη του ενοικίου, ακόμη και πριν υπολογιστούν οι
υπόλοιπες δαπάνες διαβίωσης.
Χαμηλά στην κατάταξη βρίσκεται και η
Κωνσταντινούπολη, όπου απομένουν 353 ευρώ μετά το ενοίκιο. Ο
καθαρός μισθός φτάνει τα 1.027 ευρώ, ενώ το κόστος κατοικίας
ανέρχεται σε 1.701 ευρώ.
Καλύτερη εικόνα στην Κεντρική και Ανατολική
Ευρώπη
Ορισμένες πόλεις της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα
μετά το ενοίκιο σε σύγκριση με τις μεγάλες αγορές της νότιας
Ευρώπης.
Στην Πράγα, σε ένα ζευγάρι απομένουν 2.054
ευρώ τον μήνα, στη Βαρσοβία 1.985 ευρώ και στη Βουδαπέστη
1.548 ευρώ. Και οι τρεις πόλεις ξεπερνούν τη Ρώμη και την
Αθήνα στη συγκεκριμένη μέτρηση.
Η σύγκριση, ωστόσο, αφορά αποκλειστικά το
ποσό που απομένει μετά την πληρωμή του ενοικίου και όχι το
συνολικό κόστος ζωής ή την αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών. Τα τρόφιμα, οι λογαριασμοί, οι μετακινήσεις και
οι υπόλοιπες υποχρεώσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν
σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Σε 11 πόλεις το ενοίκιο ξεπερνά έναν καθαρό
μισθό
Η μελέτη δείχνει ότι σε 11 ευρωπαϊκές πόλεις
το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στο κέντρο
υπερβαίνει τον καθαρό μισθό ενός εργαζομένου. Στη
συγκεκριμένη ομάδα περιλαμβάνονται η Αθήνα, η Βαρκελώνη, η
Βουδαπέστη, το Δουβλίνο, η Κωνσταντινούπολη, η Λισαβόνα, το
Λονδίνο, η Μαδρίτη, το Μιλάνο, η Πράγα και η Ρώμη.
Το μεγαλύτερο χάσμα καταγράφεται στη
Λισαβόνα, όπου το ενοίκιο των 2.561 ευρώ είναι κατά περίπου
82% υψηλότερο από τον καθαρό μισθό των 1.408 ευρώ.
Στο Μιλάνο, η αντίστοιχη απόσταση είναι
επίσης μεγάλη: ο καθαρός μισθός ανέρχεται σε 1.940 ευρώ, ενώ
το ενοίκιο φτάνει τα 3.184 ευρώ. Στην Πράγα και τη
Βουδαπέστη, αντίθετα, το κόστος κατοικίας βρίσκεται πιο
κοντά στο επίπεδο ενός καθαρού μισθού.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι η δυνατότητα
ενός νοικοκυριού να ανταποκριθεί στις στεγαστικές του
ανάγκες δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των αποδοχών, αλλά
και από τη σχέση μισθών και ενοικίων σε κάθε τοπική αγορά.
Η Ευρώπη στις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας
κατάταξης
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ελβετικές πόλεις
καταγράφουν τις υψηλότερες επιδόσεις. Η Ζυρίχη βρίσκεται
στην κορυφή της κατάταξης των 69 πόλεων με διαθέσιμο
εισόδημα 9.140 ευρώ μετά το ενοίκιο, ενώ η Γενεύη ακολουθεί
με 8.783 ευρώ. Ανάμεσά τους και τις υπόλοιπες κορυφαίες
θέσεις βρίσκεται το Σαν Φρανσίσκο, με 7.992 ευρώ.
Επτά από τις δέκα πόλεις με τις υψηλότερες
επιδόσεις βρίσκονται στην Ευρώπη. Αντίθετα, οι δέκα πόλεις
με τα χαμηλότερα ποσά εντοπίζονται στη Λατινική Αμερική, την
Ασία και την Αφρική.
Σε έξι από αυτές, το ενοίκιο ξεπερνά το
διπλάσιο ενός καθαρού μισθού. Στη Μανίλα, το διαθέσιμο
εισόδημα μετά το ενοίκιο διαμορφώνεται σε -882 ευρώ, ενώ
στην Μπανγκόκ σε -759 ευρώ. Στη Μόσχα, το αντίστοιχο ποσό
ανέρχεται σε μόλις 313 ευρώ, καθώς ο καθαρός μισθός των
1.570 ευρώ υπολείπεται του ενοικίου των 2.827 ευρώ.
Πολλές ευρωπαϊκές πόλεις εμφανίζουν επίσης
υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα από τη Νέα Υόρκη, όπου το ποσό
μετά την πληρωμή του ενοικίου ανέρχεται σε 1.921 ευρώ.
Η συνολική εικόνα επιβεβαιώνει ότι η
στεγαστική κρίση δεν περιορίζεται σε μία χώρα ή σε μία
κατηγορία νοικοκυριών. Οι νεότερες γενιές εμφανίζουν
χαμηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης σε σχέση με τις
προηγούμενες, ενώ οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια
συνεχίζουν να αυξάνονται σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές, συχνά
ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό.
Για την Αθήνα, τα στοιχεία υπογραμμίζουν την
έντονη πίεση που δέχονται τα εισοδήματα από το κόστος
κατοικίας. Όταν το ενοίκιο ενός οικογενειακού διαμερίσματος
στο κέντρο ξεπερνά τον καθαρό μισθό ενός εργαζομένου, η
στέγαση καθίσταται ολοένα δυσκολότερη υπόθεση για τα
νοικοκυριά, ακόμη και όταν εργάζονται και τα δύο μέλη ενός
ζευγαριού.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στα 140 δισ. ευρώ η επενδυτική υστέρηση στις κατοικίες από
το 2009 – Πιέσεις σε όλη την αγορά ακινήτων
Είπαμε πως η αγορά ακινήτων θα έχει την
τιμητική της. Στα 140 δισ. ευρώ λοιπόν εκτιμά η PwC Ελλάδας
ότι ανέρχεται η σωρευτική υστέρηση των επενδύσεων σε
κατοικίες έως το 2025, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2009,
αποτυπώνοντας τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της επενδυτικής
υποχώρησης στην ελληνική κτηματαγορά.
Το συγκεκριμένο ποσό αντιστοιχεί σε μέση
ετήσια απόκλιση 8,8 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 2010–2025. Η
σύγκριση αποτυπώνει τη διαφορά από τα επίπεδα επενδύσεων του
2009 και δεν αποτελεί εκτίμηση των σημερινών χρηματοδοτικών
αναγκών για την κατοικία. Ενδεικτικό της απόστασης που
εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την ευρωπαϊκή αγορά
είναι ότι το 2025 οι επενδύσεις σε κατοικίες αντιστοιχούσαν
στο 3,1% του ελληνικού ΑΕΠ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το
αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 5%.
Την εικόνα
επιβαρύνουν η παλαιότητα του οικιστικού αποθέματος και ο
περιορισμένος ρυθμός ανακαινίσεων. Πάνω από το 53% των
κατοικιών στην Ελλάδα είναι ηλικίας άνω των 45 ετών, ενώ η
αξία των συναλλαγών κατοικιών ανά τετραγωνικό μέτρο αυξήθηκε
κατά 68,7% από το 2018 έως το 2025.
Παράλληλα, οι αγοραστές στρέφονται ολοένα περισσότερο σε
μικρότερα ακίνητα, καθώς η άνοδος των τιμών περιορίζει τις
διαθέσιμες επιλογές. Σύμφωνα με έρευνα της
Re/Max
που περιλαμβάνεται στη μελέτη, οι κατοικίες έως 75 τ.μ.
αντιστοιχούσαν στο 46% των αγορών το 2024, έναντι 37% το
2021.
Γραφεία δύο
ταχυτήτων στην Αθήνα
Η μελέτη της
PwC εξετάζει
και την πορεία των επαγγελματικών ακινήτων, αναδεικνύοντας
τις σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα σύγχρονα γραφεία
και στα παλαιότερα κτίρια.
Το 2025, το
ποσοστό κενών χώρων στα σύγχρονα γραφεία υψηλών προδιαγραφών
στην Αθήνα περιορίστηκε στο 3%, ενώ στα παλαιότερα ακίνητα
έφτασε το 21%. Η διαφορά αποτυπώνεται και στα μισθώματα, με
τα ενοίκια των σύγχρονων γραφείων να διαμορφώνονται στα 33
ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα.
Παρά τη ζήτηση
για ποιοτικούς χώρους, περίπου το 90% του συνολικού
γραφειακού αποθέματος της Αθήνας εξακολουθεί να αποτελείται
από παλαιά κτίρια. Την ίδια ώρα, έως το 2027 αναμένεται να
παραδοθούν περισσότερα από 300.000 τετραγωνικά μέτρα νέων
γραφειακών χώρων, ενισχύοντας σταδιακά την προσφορά
σύγχρονων εγκαταστάσεων.
Άνοδος στα
logistics,
αλλά εμπόδια στις νέες αναπτύξεις
Σημαντική
ενίσχυση καταγράφεται και στα ακίνητα αποθήκευσης και στις
βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η ακαθάριστη αξία των σχετικών
χαρτοφυλακίων που διαχειρίζονται οι Ανώνυμες Εταιρείες
Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) αυξήθηκε από μόλις
50 εκατ. ευρώ το 2018 σε 809,7 εκατ. ευρώ το 2025.
Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων χώρων εξακολουθεί να συναντά
εμπόδια, κυρίως λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας
κατάλληλων εκτάσεων και των καθυστερήσεων στις διαδικασίες
αδειοδότησης. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες δυσχεραίνουν την
κάλυψη των αναγκών για σύγχρονες εγκαταστάσεις
logistics και
βιομηχανικής χρήσης.
Λιγότερα
εμπορικά καταστήματα, περισσότερες ηλεκτρονικές πωλήσεις
Αλλαγές
καταγράφονται και στην αγορά εμπορικών ακινήτων. Μεταξύ 2019
και 2024, ο αριθμός των εμπορικών καταστημάτων στην Ελλάδα
μειώθηκε κατά 6.264, την ώρα που ο συνολικός τζίρος αυξήθηκε
από 40,3 δισ. ευρώ σε 50,3 δισ. ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο στη μεταβολή του εμπορικού τοπίου
διαδραματίζει η επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι
online
πωλήσεις διπλασιάστηκαν μέσα στην ίδια περίοδο, ανεβαίνοντας
από 2,8 δισ. ευρώ σε 5,6 δισ. ευρώ.
Την ίδια
στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένη
επιφάνεια εμπορικών κέντρων σε σχέση με τον πληθυσμό της. Η
εκμισθώσιμη επιφάνεια ανέρχεται σε μόλις 59 τετραγωνικά
μέτρα ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 263 τετραγωνικών μέτρων
κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.
Περισσότερες
κλίνες πέντε αστέρων και ισχυρή παρουσία των βραχυχρόνιων
μισθώσεων
Στον
ξενοδοχειακό κλάδο, η δυναμικότητα των μονάδων πέντε αστέρων
ενισχύθηκε σημαντικά. Οι διαθέσιμες κλίνες αυξήθηκαν κατά
περίπου 35% από το 2018 έως το 2024, ενώ το μέσο μέγεθος των
ξενοδοχείων αυτής της κατηγορίας υποχώρησε από τις 310 στις
275 κλίνες.
Παράλληλα, τα
έσοδα ανά διανυκτέρευση αυξήθηκαν κατά 39,3%, την ώρα που ο
αριθμός των διανυκτερεύσεων ενισχύθηκε μόλις κατά 1,8%. Τα
στοιχεία αποτυπώνουν την αύξηση των εσόδων χωρίς αντίστοιχα
μεγάλη διεύρυνση της τουριστικής κίνησης.
Ιδιαίτερα
ισχυρή είναι, τέλος, η παρουσία των βραχυχρόνιων μισθώσεων,
των οποίων η δυναμικότητα ξεπέρασε το 1 εκατ. κλίνες κατά
την περίοδο αιχμής του 2025, αποτελώντας πλέον σημαντικό
παράγοντα στη συνολική εικόνα της αγοράς ακινήτων.
|
|
|
|
|
|