|
00:01 -
20/08/26 |
|
|
|
|
|

|
|
|
|
Δημογραφικό: Η Ελλάδα γερνά, μικραίνει και απομακρύνεται από
τη δημογραφική ανανέωση
Το δημογραφικό
εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες
προκλήσεις για την Ελλάδα, καθώς η γήρανση του πληθυσμού
συνδυάζεται με πολύ χαμηλή γεννητικότητα, καθυστέρηση της
τεκνοποίησης και συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων.
Τα νεότερα
στοιχεία της Eurostat, όπως παρουσιάζονται στην έκδοση
«Demography of Europe – 2026 edition», αποτυπώνουν με
σαφήνεια τη δυσμενή δημογραφική εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται πλέον στις γηραιότερες κοινωνίες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα βρίσκεται στις τελευταίες
θέσεις όσον αφορά τις γεννήσεις.
Το πρόβλημα δεν
αφορά μόνο το μέγεθος του πληθυσμού. Αφορά άμεσα την αγορά
εργασίας, την παραγωγικότητα, το ασφαλιστικό σύστημα, τις
δημόσιες δαπάνες, την οικονομική ανάπτυξη και τελικά τη
δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισχυρή παραγωγική
βάση τις επόμενες δεκαετίες.
Η Ελλάδα στην
τέταρτη θέση των γηραιότερων χωρών της ΕΕ
Ένας από τους
πλέον χαρακτηριστικούς δείκτες είναι η διάμεση ηλικία του
πληθυσμού. Την 1η Ιανουαρίου 2025 διαμορφώθηκε στην Ελλάδα
στα 47,2 έτη, έναντι 44,9 ετών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Η χώρα
κατατάσσεται έτσι στην τέταρτη θέση μεταξύ των 27
κρατών-μελών με τον γηραιότερο πληθυσμό. Υψηλότερη διάμεση
ηλικία εμφανίζουν μόνο η Ιταλία, με 49,1 έτη, και η
Βουλγαρία και η Πορτογαλία, με 47,3 έτη.
Ιδιαίτερα
ανησυχητική είναι όμως η ταχύτητα με την οποία γερνά ο
ελληνικός πληθυσμός. Από το 2005 έως το 2025 η διάμεση
ηλικία αυξήθηκε κατά 8 χρόνια, από τα 39,2 στα 47,2 έτη.
Πρόκειται για
μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην ΕΕ, γεγονός που
δείχνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα πρόβλημα
χαμηλών γεννήσεων, αλλά μια ταχύτατη μεταβολή ολόκληρης της
ηλικιακής σύνθεσης της κοινωνίας.
Η συνέπεια είναι
προφανής: σταδιακά περιορίζεται το διαθέσιμο εργατικό
δυναμικό, ενώ αυξάνεται η αναλογία των ηλικιωμένων προς τον
ενεργό πληθυσμό.
Περισσότεροι
ηλικιωμένοι, λιγότεροι νέοι
Η γήρανση
αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στην εξέλιξη των μεγαλύτερων
ηλικιακών ομάδων.
Το ποσοστό των
Ελλήνων ηλικίας 80 ετών και άνω έχει φτάσει περίπου στο 7%
του συνολικού πληθυσμού. Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι μαζί με τη
Γερμανία και την Πορτογαλία μεταξύ των χωρών με τις
υψηλότερες αναλογίες υπερηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέσα σε δύο
δεκαετίες, από το 2005 έως το 2025, το ποσοστό των άνω των
80 ετών αυξήθηκε κατά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες.
Η εξέλιξη αυτή
αποτελεί από τη μία πλευρά αποτέλεσμα της αύξησης του
προσδόκιμου ζωής, που αποτελεί σημαντική κοινωνική και
υγειονομική κατάκτηση. Από την άλλη, όμως, όταν συνδυάζεται
με την υπογεννητικότητα, δημιουργεί αυξανόμενες ανάγκες για
υγειονομική περίθαλψη, μακροχρόνια φροντίδα και κοινωνικές
δαπάνες.
Την ίδια στιγμή,
η βάση της ηλικιακής πυραμίδας συρρικνώνεται. Τα παιδιά κάτω
των 15 ετών αντιπροσωπεύουν μόλις περίπου το 12%-13% του
πληθυσμού, γεγονός που αποτυπώνει τη δραματική αλλαγή της
αναλογίας μεταξύ νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιών.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι γεννήσεις σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν
εξετάσει κανείς τη γεννητικότητα.
Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα μόλις 6,6
γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, επίδοση που την τοποθετεί
μαζί με τη Λιθουανία στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Χαμηλότερη αναλογία εμφάνισαν μόνο η Ισπανία, με 6,5
γεννήσεις, και η Ιταλία, με 6,3, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ
ήταν 7,9 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο συνολικός
δείκτης γονιμότητας, ο οποίος στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου
στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα.
Το επίπεδο αυτό απέχει σημαντικά από το 2,1
παιδιά ανά γυναίκα, που θεωρείται περίπου το επίπεδο
αναπλήρωσης των γενεών χωρίς τη συμβολή της μετανάστευσης.
Η επίδραση δεν είναι άμεση μόνο στον
συνολικό πληθυσμό. Η υπογεννητικότητα μεταφράζεται σταδιακά
σε λιγότερα παιδιά στα σχολεία, μικρότερες ηλικιακές ομάδες
που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και, με χρονική
υστέρηση, σε μικρότερη προσφορά εργαζομένων στην οικονομία.
Η τεκνοποίηση μεταφέρεται όλο και αργότερα
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί την
Ελλάδα είναι η ηλικία στην οποία αποκτούν παιδιά οι
γυναίκες.
Το 2024 περίπου το 11% των γεννήσεων στην
Ελλάδα αφορούσε μητέρες ηλικίας 40 ετών και άνω. Πρόκειται
για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σχεδόν
διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που βρίσκεται στο 6%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με μια σειρά
οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων: την παρατεταμένη
περίοδο εκπαίδευσης, την καθυστερημένη είσοδο στην αγορά
εργασίας, το υψηλό κόστος στέγασης, την οικονομική
αβεβαιότητα και τη δυσκολία δημιουργίας ενός σταθερού
νοικοκυριού σε μικρότερες ηλικίες.
Η καθυστέρηση της τεκνοποίησης έχει όμως και
δημογραφική διάσταση. Όσο μετατίθεται η απόφαση για το πρώτο
παιδί, περιορίζεται αντικειμενικά το χρονικό περιθώριο για
την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
λιγότερες γεννήσεις οδηγούν σε μικρότερες νεότερες γενιές,
οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε ακόμη λιγότερες
γεννήσεις στο μέλλον.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η
οικογενειακή δομή.
Μόλις περίπου το 10% των γεννήσεων στην
Ελλάδα πραγματοποιείται εκτός γάμου ή συμφώνου συμβίωσης,
ποσοστό που είναι το χαμηλότερο μεταξύ όλων των κρατών-μελών
της ΕΕ.
Η διαφορά από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι
μεγάλη. Ο μέσος όρος της ΕΕ βρίσκεται περίπου στο 41%, ενώ
σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Γαλλία και η Πορτογαλία το
ποσοστό φτάνει ή ξεπερνά το 60%.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι στην Ελλάδα η
δημιουργία οικογένειας εξακολουθεί να συνδέεται πολύ
περισσότερο με τη δημιουργία ενός σταθερού νοικοκυριού και
τον γάμο.
Αυτό αποκτά οικονομική σημασία, καθώς η
ανάγκη προηγουμένως να εξασφαλιστούν εργασία, κατοικία,
εισόδημα και οικογενειακή σταθερότητα μπορεί να μεταθέτει
ακόμη περισσότερο την απόφαση για την απόκτηση παιδιών.
Το δημογραφικό είναι πλέον οικονομικό
πρόβλημα
Η δημογραφική εξέλιξη δεν αποτελεί μόνο
κοινωνικό ζήτημα. Είναι ένα από τα σημαντικότερα
μακροοικονομικά ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η
Ελλάδα.
Η μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας
σημαίνει μικρότερο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Αυτό μπορεί
να περιορίσει την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, να
αυξήσει τις πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις σε κλάδους με
ελλείψεις προσωπικού και να εντείνει τον ανταγωνισμό για
εξειδικευμένους εργαζομένους.
Παράλληλα, η γήρανση αυξάνει τις ανάγκες για
συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική φροντίδα, την
ώρα που μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων που
χρηματοδοτούν μέσω φόρων και εισφορών αυτές τις δαπάνες.
Με άλλα λόγια, το δημογραφικό λειτουργεί
ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του δημοσιονομικού
ισοζυγίου: περιορίζει δυνητικά τα έσοδα και αυξάνει τις
δαπάνες.
Γυναίκες και άνδρες: Η εικόνα στην Ελλάδα
Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν επίσης
μια σαφή υπεροχή των γυναικών στον συνολικό πληθυσμό της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την 1η Ιανουαρίου 2025 στην ΕΕ υπήρχαν
περίπου 230 εκατομμύρια γυναίκες έναντι 221 εκατομμυρίων
ανδρών. Οι γυναίκες ήταν δηλαδή κατά περίπου 4,2%
περισσότερες.
Η Ελλάδα βρίσκεται επίσης στην πλευρά των
χωρών όπου οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά. Αντιστοιχούν
περίπου 103,6 γυναίκες για κάθε 100 άνδρες.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μεγαλύτερη διαφορά
καταγράφεται στη Λετονία, όπου οι γυναίκες είναι περίπου
15,6% περισσότερες από τους άνδρες.
Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται σε μεγάλο
βαθμό με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των γυναικών, καθώς η
διαφορά μεταξύ των δύο φύλων διευρύνεται κυρίως στις
μεγαλύτερες ηλικίες.
Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων δεκαετιών
Οι αριθμοί της Eurostat συνθέτουν μια εικόνα
που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Η Ελλάδα έχει πλέον διάμεση ηλικία 47,2
ετών, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού άνω των 80 ετών
στην Ευρώπη, μόλις 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους και
δείκτη γονιμότητας περίπου 1,3 παιδί ανά γυναίκα. Παράλληλα,
διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό γεννήσεων από μητέρες άνω των
40 ετών στην ΕΕ.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι τάσεις
αυτές αλληλοτροφοδοτούνται. Η γήρανση μειώνει τον αριθμό των
δυνητικών γονέων, η καθυστερημένη τεκνοποίηση περιορίζει το
μέγεθος των οικογενειών και η χαμηλή γεννητικότητα
επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη γήρανση.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του δημογραφικού
δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα επίδομα γέννησης ή σε
αποσπασματικές φορολογικές ελαφρύνσεις. Απαιτεί ένα πολύ
ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών που θα μειώνει το κόστος
δημιουργίας οικογένειας και θα καθιστά συμβατή την εργασία
με την οικογενειακή ζωή.
Η στεγαστική πολιτική, η πρόσβαση των νέων
σε προσιτή κατοικία, η διαθεσιμότητα παιδικών σταθμών και
υποδομών φροντίδας, η στήριξη των εργαζόμενων γονέων, η
ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης και η δημιουργία
καλύτερων προοπτικών για τους νέους αποτελούν πλέον μέρος
της ίδιας δημογραφικής εξίσωσης.
Για την ελληνική οικονομία, το ζητούμενο δεν
είναι απλώς να ανακοπεί η μείωση του πληθυσμού. Είναι να
διατηρηθεί επαρκής αριθμός ανθρώπων σε παραγωγική ηλικία
ώστε η οικονομία να μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, να
χρηματοδοτεί το κοινωνικό κράτος και να διατηρεί τη
δημοσιονομική της ισορροπία.
Το δημογραφικό, επομένως, δεν είναι πρόβλημα
του 2050. Είναι μια τάση που ήδη διαμορφώνει το εργατικό
δυναμικό, την κατανάλωση, τις επενδύσεις, τα δημόσια
οικονομικά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας. Και
όσο καθυστερεί η αντιμετώπισή του, τόσο μεγαλύτερο θα είναι
το οικονομικό κόστος της προσαρμογής.
|
|
|
|
|
|
|
|

Eurostat:
Εκτοξεύονται οι πτωχεύσεις στην Ελλάδα – Δεύτερη μεγαλύτερη
αύξηση στην ΕΕ
Σε αντίθετη πορεία κινήθηκαν οι νέες
επιχειρηματικές εγγραφές και οι πτωχεύσεις στην Ευρωπαϊκή
Ένωση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με τα στοιχεία της
Eurostat να αποτυπώνουν μια οικονομία όπου η δημιουργία νέων
επιχειρήσεων χάνει δυναμική, την ώρα που οι πιέσεις στις ήδη
υφιστάμενες εντείνονται.
Τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία δείχνουν ότι
οι νέες εγγραφές επιχειρήσεων στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 0,5% σε
τριμηνιαία βάση, ενώ οι δηλώσεις πτώχευσης αυξήθηκαν κατά
5,7%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το πρώτο τρίμηνο
του 2019.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η επιδείνωση στην
ευρωζώνη, όπου οι νέες εγγραφές υποχώρησαν κατά 0,1%, ενώ οι
πτωχεύσεις αυξήθηκαν κατά 6,9%.
Η εικόνα παραπέμπει σε μια σταδιακή αλλαγή
του επιχειρηματικού περιβάλλοντος: η είσοδος νέων
επιχειρήσεων επιβραδύνεται, ενώ ένα μεγαλύτερο μέρος των
υφιστάμενων εταιρειών αντιμετωπίζει συνθήκες που οδηγούν σε
διαδικασίες πτώχευσης.
Δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο πτώσης για τις
νέες επιχειρήσεις
Η κάμψη του δεύτερου τριμήνου έρχεται να
προστεθεί στη μείωση που είχε καταγραφεί στις αρχές του
2026. Κατά το πρώτο τρίμηνο, οι νέες εγγραφές είχαν μειωθεί
κατά 0,9% στην ΕΕ και κατά 1,3% στην ευρωζώνη σε σχέση με το
τέταρτο τρίμηνο του 2025.
Παρά τη διπλή υποχώρηση, η εικόνα δεν είναι
ακόμη γενικευμένα αρνητική σε σχέση με τα προ πανδημίας
επίπεδα. Στους περισσότερους κλάδους οι εγγραφές παραμένουν
υψηλότερες από το τέταρτο τρίμηνο του 2019.
Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές εξαιρέσεις. Το
εμπόριο, η βιομηχανία και οι δραστηριότητες καταλύματος και
εστίασης εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα νέων
εγγραφών σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Σε επίπεδο κρατών-μελών, η μεγαλύτερη πτώση
καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο, όπου οι νέες εγγραφές
μειώθηκαν κατά 24,2%. Ακολούθησαν η Λιθουανία με 12,4% και η
Δανία με 8,2%.
Στον αντίποδα, η Ιρλανδία κατέγραψε
εντυπωσιακή αύξηση 20,4%, ενώ ακολούθησαν το Βέλγιο με 8,2%
και η Σουηδία με 7,6%.
|
|
|
|
|
|
|

Πού εντοπίζονται οι μεγαλύτερες πιέσεις
Η άνοδος των πτωχεύσεων δεν είναι ομοιόμορφη
μεταξύ των κλάδων. Η μεγαλύτερη τριμηνιαία αύξηση σημειώθηκε
στην εκπαίδευση, την υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες,
όπου οι δηλώσεις πτώχευσης αυξήθηκαν κατά περίπου 21,1%.
Ακολούθησαν οι μεταφορές και η αποθήκευση,
με αύξηση 11,4%, ενώ στις χρηματοοικονομικές, ασφαλιστικές,
κτηματομεσιτικές και επαγγελματικές υπηρεσίες η άνοδος
έφθασε το 6,8%.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς
δείχνει ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται στους κλάδους που
συνδέονται παραδοσιακά με την κατανάλωση. Επεκτείνονται και
σε υπηρεσίες με σημαντικό βάρος στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Από την άλλη πλευρά, η πληροφορική και οι
επικοινωνίες αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες
εξαιρέσεις στο σκέλος των νέων επιχειρήσεων, καθώς οι
εγγραφές στον κλάδο αυξήθηκαν περίπου 8,8%.
Αντίθετα, μεγαλύτερη αδυναμία καταγράφηκε
στη βιομηχανία, στις δραστηριότητες καταλύματος και
εστίασης, καθώς και στους κλάδους εκπαίδευσης, υγείας και
κοινωνικής μέριμνας.
Ελλάδα: Άλμα 31,6% στις πτωχεύσεις
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στην
Ελλάδα, καθώς οι δηλώσεις πτώχευσης αυξήθηκαν κατά 31,6% σε
σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση
στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεταξύ των χωρών για τις οποίες
υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Υψηλότερη επίδοση καταγράφηκε
μόνο στην Εσθονία, με 31,8%, ενώ στην τρίτη θέση βρέθηκε η
Κροατία με 20,5%.
Η ελληνική επίδοση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι στο πρώτο τρίμηνο είχε
προηγηθεί μείωση των πτωχεύσεων κατά 6,7%. Επομένως, η
εικόνα του δεύτερου τριμήνου σηματοδοτεί μια απότομη
αντιστροφή της τάσης.
Την ίδια στιγμή, οι νέες επιχειρηματικές
εγγραφές στην Ελλάδα κινήθηκαν σε θετική κατεύθυνση.
Αυξήθηκαν κατά 0,7% σε τριμηνιαία βάση, μετά την άνοδο κατά
1,5% που είχε καταγραφεί το προηγούμενο τρίμηνο.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία
εξακολουθεί να δημιουργεί νέες επιχειρηματικές μονάδες, αλλά
παράλληλα καταγράφει σημαντική αύξηση στις διαδικασίες
πτώχευσης.
Η αντίφαση πίσω από τους αριθμούς
Το γεγονός ότι οι νέες εγγραφές αυξάνονται
στην Ελλάδα ενώ οι πτωχεύσεις εκτοξεύονται δεν αποτελεί
απαραίτητα αντίφαση.
Η δημιουργία μιας νέας νομικής οντότητας δεν
σημαίνει υποχρεωτικά ότι αυτή ξεκινά άμεσα ουσιαστική
οικονομική δραστηριότητα. Αντίστοιχα, η δήλωση πτώχευσης
σηματοδοτεί την έναρξη μιας διαδικασίας και όχι κατ' ανάγκη
την οριστική παύση λειτουργίας μιας επιχείρησης.
Παρόλα αυτά, η έντονη άνοδος των πτωχεύσεων
αποτελεί ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα για τις συνθήκες που
αντιμετωπίζει μέρος του επιχειρηματικού κόσμου.
Η εικόνα δείχνει ότι η ελληνική
επιχειρηματικότητα παραμένει ενεργή, αλλά ταυτόχρονα ένα
σημαντικό τμήμα των υφιστάμενων επιχειρήσεων βρίσκεται
αντιμέτωπο με αυξημένες πιέσεις.
Το ευρωπαϊκό μήνυμα
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ταυτόχρονη υποχώρηση
των νέων εγγραφών και άνοδος των πτωχεύσεων δημιουργεί ένα
περιβάλλον που χρήζει προσοχής.
Δεν πρόκειται ακόμη για απόδειξη
γενικευμένης επιχειρηματικής κρίσης. Ωστόσο, η σταδιακή
μείωση της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την
αύξηση των πτωχεύσεων δείχνει ότι το επιχειρηματικό
περιβάλλον γίνεται πιο απαιτητικό.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ακόμη πιο
σύνθετο. Η χώρα εξακολουθεί να παράγει νέες επιχειρηματικές
δραστηριότητες, όμως η απότομη αύξηση των πτωχεύσεων δείχνει
ότι η ανθεκτικότητα των υφιστάμενων επιχειρήσεων δεν είναι
δεδομένη.
Το επόμενο τρίμηνο θα έχει επομένως
ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα δείξει εάν η άνοδος των
πτωχεύσεων αποτελεί προσωρινή διακύμανση ή εάν σηματοδοτεί
την έναρξη μιας πιο επίμονης τάσης στην ελληνική
επιχειρηματικότητα.
|
|
|
|
|
|