|

Μεγάλη έρευνα αναδεικνύει βαθιές αναντιστοιχίες δεξιοτήτων
και χαμηλή συμμετοχή στην κατάρτιση στον ιδιωτικό τομέα
Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ παρουσιάζει το πρώτο μέρος
των βασικών ευρημάτων της έως σήμερα μεγαλύτερης
πανελλαδικής έρευνας εργαζομένων, με αντικείμενο τη
διερεύνηση του επιπέδου, του πλεονάσματος και των
ελλειμμάτων δεξιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των
μεταξύ τους αναντιστοιχιών.
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η συζήτηση για τις
δεξιότητες δεν μπορεί να αποκοπεί από την ποιότητα της
εργασίας, καθώς η ύπαρξη γνώσεων και προσόντων δεν
συνεπάγεται αυτόματα και την ουσιαστική αξιοποίησή τους στην
παραγωγική διαδικασία. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη
επαγγελματική κατάρτιση δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί ως
σταθερό στοιχείο της εργασιακής καθημερινότητας, παρά τη
συνεχή έμφαση που δίνεται στην ανάγκη αναβάθμισης των
δεξιοτήτων. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι το ζήτημα
υπερβαίνει την εκπαίδευση και την κατάρτιση, αγγίζοντας
συνολικά τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας και την αξιοποίηση
του ανθρώπινου δυναμικού.
Πρόκειται για ποσοτική έρευνα με τηλεφωνικές
συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία σε
δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε όλη τη χώρα.
Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε από 3 Νοεμβρίου έως 9
Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και
Prorata, βάσει ερωτηματολογίου που σχεδιάστηκε σε συνεργασία
με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ.
Η συνολική εικόνα καταγράφει σημαντικές
αποκλίσεις ανάμεσα στις σπουδές, τα προσόντα και τις
πραγματικές απαιτήσεις των θέσεων εργασίας. Την ίδια στιγμή,
η πλειονότητα των εργαζομένων δηλώνει ότι διαθέτει τις
απαραίτητες δεξιότητες για να ανταποκρίνεται επαρκώς στα
καθήκοντά της.
Ειδικότερα, το 42,6% των εργαζομένων
αναφέρει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα του σχετίζονται λίγο ή
καθόλου με την εργασία του, ενώ το 44,2% δηλώνει ότι η σχέση
αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη. Τα στοιχεία καταδεικνύουν
ότι για σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού η σύνδεση
εκπαίδευσης και επαγγέλματος παραμένει αδύναμη.
Η ασυμφωνία αυτή συνδέεται και με την
απόδοση στην εργασία, καθώς όσο μεγαλύτερη είναι η
σχετικότητα σπουδών και αντικειμένου, τόσο υψηλότερη
εμφανίζεται η ανταπόκριση στα καθήκοντα. Μεταξύ όσων
δηλώνουν πολύ υψηλή απόδοση, το 55,4% αναφέρει ισχυρή
σύνδεση σπουδών–εργασίας, ενώ αντίθετα το 90,1% όσων
δηλώνουν χαμηλότερη απόδοση αναφέρει περιορισμένη ή μηδενική
σχετικότητα.
Η αναντιστοιχία είναι εντονότερη σε πιο
επισφαλείς μορφές απασχόλησης, όπως η εκ περιτροπής και η
μερική εργασία, όπου τα ποσοστά μη σχετικότητας φθάνουν το
72,9% και 66,2% αντίστοιχα, δείχνοντας ότι η επισφάλεια
περιορίζει την αξιοποίηση των προσόντων.
Παράλληλα, το 65% των εργαζομένων θεωρεί ότι
διαθέτει το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η θέση του, ενώ
σχεδόν το 29% εκτιμά ότι έχει υψηλότερες δεξιότητες από όσες
απαιτούνται. Μόλις το 3,6% δηλώνει ότι υπολείπεται σε
δεξιότητες, γεγονός που δείχνει ότι το βασικό ζήτημα δεν
είναι μόνο οι ελλείψεις αλλά και η υποαξιοποίηση των
υφιστάμενων δεξιοτήτων.
Όσοι θεωρούν ότι είναι υπερπροσοντούχοι
αποδίδουν το φαινόμενο κυρίως στην ανάγκη άμεσης εύρεσης
εργασίας, στη ζήτηση για σταθερότητα και στη χαμηλή
διαθεσιμότητα θέσεων στον τομέα εξειδίκευσής τους.
Αντίστοιχα, όσοι δηλώνουν χαμηλότερες δεξιότητες από τις
απαιτούμενες επικαλούνται κυρίως την έλλειψη εμπειρίας, την
ανεπαρκή κατάρτιση και τις τεχνολογικές αλλαγές.
Η ψηφιακή αναβάθμιση των δεξιοτήτων
αναδεικνύεται ως πρώτη προτεραιότητα για σχεδόν το 49% των
εργαζομένων, ενώ ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές,
γνωστικές, διοικητικές και τεχνικές δεξιότητες.
Παρά τη συζήτηση γύρω από την τεχνολογία και
την τεχνητή νοημοσύνη, μόνο το 24,1% θεωρεί πιθανή την
απαξίωση των δεξιοτήτων του την επόμενη πενταετία, ενώ το
46,6% τη θεωρεί απίθανη.
Η αξιοποίηση των γνώσεων από τυπική
εκπαίδευση και προηγούμενη εμπειρία παραμένει υψηλή, σε
αντίθεση με τη μη τυπική κατάρτιση, η οποία εμφανίζει
χαμηλότερη απόδοση, στοιχείο που υποδηλώνει αδυναμίες στον
σχεδιασμό και την ποιότητα των προγραμμάτων.
Η γενική εικόνα δείχνει υψηλή αίσθηση
επαγγελματικής επάρκειας, με το 88,8% των εργαζομένων να
δηλώνει ότι ανταποκρίνεται επαρκώς στις απαιτήσεις της θέσης
του, γεγονός που μετατοπίζει το επίκεντρο της συζήτησης στην
ποιότητα των θέσεων εργασίας και στην ικανότητα των
επιχειρήσεων να αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό.
Η συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης
παραμένει περιορισμένη, καθώς περίπου τα τρία τέταρτα των
εργαζομένων δεν έχουν συμμετάσχει τον τελευταίο χρόνο, ενώ η
πρόσβαση σε κατάρτιση διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με
το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα και το μέγεθος της
επιχείρησης.
Τέλος, η έρευνα καταγράφει ότι η
επαγγελματική κατάρτιση δεν λειτουργεί ακόμη ως μηχανισμός
μείωσης ανισοτήτων, καθώς σε αυτή συμμετέχουν περισσότερο
όσοι διαθέτουν ήδη υψηλότερα προσόντα ή εργάζονται σε
μεγαλύτερες επιχειρήσεις, όπου υπάρχουν περισσότερες
οργανωτικές και οικονομικές δυνατότητες.
|