|
00:01 -
21/09/26 |
|
|
|
|
|

Ελλάδα: Το πραγματικό εισόδημα παραμένει κάτω από το 2010 –
87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα
Μπορεί η ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται τα τελευταία
χρόνια με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως η εικόνα στην πραγματική αγοραστική
δύναμη των νοικοκυριών παραμένει πολύ διαφορετική.
Τα στοιχεία της
Eurostat για
τις συνθήκες διαβίωσης αποτυπώνουν με ιδιαίτερα
χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την απόσταση: το διάμεσο
ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 ήταν κατά
22,3% χαμηλότερο από το επίπεδο του 2010, σε
πραγματικούς όρους.
Την ίδια
περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο εισόδημα
αυξήθηκε κατά 25,4%.
Με άλλα λόγια, ενώ η Ευρώπη έχει προχωρήσει σημαντικά σε
όρους πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος από την εποχή της
κρίσης, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα
αγοραστικής δύναμης που είχε πριν από την έναρξη της
δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης
Το 2025 το
διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα
διαμορφώθηκε στις 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Πρόκειται για την τρίτη χαμηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, υψηλότερη μόνο από την Ουγγαρία, με 11.958 μονάδες,
και τη Ρουμανία, με 12.861 μονάδες.
Στο σύνολο της
Ε.Ε. το αντίστοιχο μέγεθος έφθασε τις 22.630 μονάδες
αγοραστικής δύναμης ανά κάτοικο.
Η διαφορά είναι
περίπου 66% υπέρ του ευρωπαϊκού μέσου όρου,
γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος της απόστασης που
εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα και η Γαλλία
είναι οι μόνες χώρες της Ε.Ε. όπου το πραγματικό διάμεσο
διαθέσιμο εισόδημα παρέμεινε το 2025 κάτω από τα επίπεδα του
2010. Στη Γαλλία, ωστόσο, η υποχώρηση ήταν οριακή, μόλις
0,6%.
Η μεγάλη απόσταση μεταξύ μισθών και κόστους ζωής
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο το ύψος των μισθών. Αφορά
κυρίως το τι μπορεί να αγοράσει ένα νοικοκυριό με το
διαθέσιμο εισόδημά του.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από την
Ευρώπη σε επίπεδο αποδοχών, ενώ την ίδια στιγμή το κόστος
βασικών αγαθών και υπηρεσιών έχει αυξηθεί σημαντικά τα
τελευταία χρόνια.
Η άνοδος των τιμών, ιδιαίτερα σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια
και υπηρεσίες, έχει περιορίσει μέρος των πραγματικών
αυξήσεων των εισοδημάτων. Έτσι, η ονομαστική βελτίωση των
μισθών δεν μεταφράζεται στον ίδιο βαθμό σε αύξηση της
αγοραστικής δύναμης.
Στην εικόνα θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η
παραοικονομία και η φοροδιαφυγή εξακολουθούν να αποτελούν
παράγοντες που δυσκολεύουν την πλήρη αποτύπωση των
πραγματικών εισοδημάτων. Αυτό όμως δεν αλλάζει το βασικό
συμπέρασμα των στοιχείων της
Eurostat:
η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδας με την
Ευρώπη παραμένει ανολοκλήρωτη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το 87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα
Η πίεση στα
νοικοκυριά αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά όταν εξετάζεται η
υποκειμενική οικονομική κατάσταση.
Το 87,1% των
πολιτών στην Ελλάδα δήλωσε το 2025 ότι δυσκολεύεται να τα
βγάλει πέρα, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.
Ο ευρωπαϊκός
μέσος όρος ήταν μόλις 42,5%.
Η διαφορά είναι
τεράστια και δείχνει ότι η αίσθηση οικονομικής πίεσης δεν
περιορίζεται στα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από τα
επίσημα όρια φτώχειας. Η καθημερινή εμπειρία του κόστους
ζωής δημιουργεί ένα πολύ ευρύτερο αίσθημα οικονομικής
ανασφάλειας.
Στο 27,5% ο
κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Παράλληλα, η
Ελλάδα παραμένει μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά
πολιτών σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Το 2025 το
ποσοστό διαμορφώθηκε στο 27,5%, από 26,9% το 2024, με την
Ελλάδα να βρίσκεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση στην Ε.Ε.,
πίσω από τη Βουλγαρία με 29%.
Επιπλέον, το
14,9% του πληθυσμού αντιμετώπιζε το 2025 σοβαρή υλική και
κοινωνική στέρηση, έναντι 14% ένα χρόνο νωρίτερα.
Οι αριθμοί
αυτοί δείχνουν ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών
δεν έχει μεταφερθεί με την ίδια ένταση στο σύνολο της
κοινωνίας.
Και 67,2%
δηλώνει ότι αισθάνεται φτωχό
Ακόμη πιο
εντυπωσιακή είναι η εικόνα της λεγόμενης υποκειμενικής
φτώχειας.
Το 67,2% των
πολιτών στην Ελλάδα δήλωσε ότι αισθάνεται φτωχό, έναντι
μόλις 17,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για
μια διαφορά που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το επίσημο
ποσοστό φτώχειας. Αντανακλά περισσότερο την απόσταση ανάμεσα
στο εισόδημα και στις πραγματικές ανάγκες ενός νοικοκυριού,
ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η στέγαση, τα
τρόφιμα, η ενέργεια και οι υπηρεσίες απορροφούν μεγαλύτερο
μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η ανάπτυξη δεν
αρκεί χωρίς σύγκλιση των εισοδημάτων
Τα στοιχεία της
Eurostat
φωτίζουν έτσι ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής
οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.
Η Ελλάδα έχει
πετύχει σημαντική δημοσιονομική βελτίωση, υψηλότερους
ρυθμούς ανάπτυξης, μείωση της ανεργίας και σημαντική
ενίσχυση των επενδύσεων. Ωστόσο, η πραγματική σύγκλιση με
την Ευρώπη δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με βάση το ΑΕΠ.
Το κρίσιμο
μέγεθος για τα νοικοκυριά είναι πόσο εισόδημα μένει
διαθέσιμο και πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορούν να αγοράσουν
με αυτό.
Και σε αυτό το
πεδίο, τα στοιχεία του 2025 δείχνουν ότι η Ελλάδα
εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πίσω.
Η επιστροφή της οικονομίας σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης
είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Το επόμενο
μεγάλο στοίχημα είναι η ανάπτυξη να μεταφραστεί σε υψηλότερα
πραγματικά εισοδήματα, καλύτερη αγοραστική δύναμη και
σταδιακή σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη
Ευρώπη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Επενδύσεις: Η Ελλάδα ανακάμπτει, αλλά η απόσταση από την
Ευρώπη παραμένει μεγάλη
Παρά τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής
οικονομίας, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικό
επενδυτικό έλλειμμα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το
2025, οι επενδύσεις σε πάγια στοιχεία διαμορφώθηκαν στο
16,88% του ΑΕΠ, έναντι 21,32% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ
απέχουν αισθητά και από τα επίπεδα πριν από την κρίση
χρέους.
Το 2007, οι επενδύσεις στην Ελλάδα είχαν
φθάσει στο 25,53% του ΑΕΠ, γεγονός που καταδεικνύει το
μέγεθος της υποχώρησης που ακολούθησε. Τα στοιχεία
περιλαμβάνονται σε νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων
Μελετών, η οποία καταγράφει την πορεία των επενδύσεων στην
Ελλάδα και την ΕΕ-27 κατά την περίοδο 2000–2025.
Η κρίση άφησε βαθύ αποτύπωμα
Στις αρχές της εξεταζόμενης περιόδου, οι
ελληνικές επενδύσεις κινούνταν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Το 2000 αντιστοιχούσαν στο 25,94% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι το 2007
παρέμειναν κοντά στο 25%, καταγράφοντας κορύφωση στο 25,53%.
Η δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κρίση
ανέτρεψε πλήρως αυτή την εικόνα. Η Ελλάδα βίωσε μία από τις
εντονότερες επενδυτικές συρρικνώσεις στην πρόσφατη ευρωπαϊκή
ιστορία, με τις επενδύσεις να υποχωρούν στο 10,97% του ΑΕΠ
το 2019.
Μέσα σε μόλις 12 χρόνια, ο σχετικός δείκτης
μειώθηκε κατά περίπου 14,5 ποσοστιαίες μονάδες. Από το 2020
και μετά άρχισε να καταγράφεται σταδιακή ανάκαμψη, με τις
επενδύσεις να ανέρχονται στο 16,04% του ΑΕΠ το 2024 και στο
16,88% το 2025.
Η βελτίωση είναι σημαντική, δεν επαρκεί όμως
για να καλύψει την απόσταση από την Ευρώπη.
Αντίθετα, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παρουσίασε
πολύ ηπιότερες διακυμάνσεις. Το 2000 βρισκόταν στο 22,71%,
αυξήθηκε στο 23,26% το 2007, υποχώρησε στο 19,55% το 2013
και επανήλθε στο 21,32% το 2025.
Έτσι, κατά την περίοδο 2000–2025, ο ελληνικός δείκτης
κινήθηκε σε εύρος περίπου 14,5 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ ο
αντίστοιχος ευρωπαϊκός μεταβλήθηκε σε εύρος μόλις 4
ποσοστιαίων μονάδων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πού εντοπίζεται το μεγαλύτερο επενδυτικό έλλειμμα
Η απόσταση μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ δεν
κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλες τις κατηγορίες επενδύσεων. Η
μεγαλύτερη υστέρηση εντοπίζεται κυρίως στις κατοικίες, στις
λοιπές κατασκευές και στις επενδύσεις πνευματικής
ιδιοκτησίας.
Κατηγορία επενδύσεων
|
Ελλάδα
|
ΕΕ-27
|
Διαφορά
|
Κατοικίες
|
2,56%
|
5,09%
|
-2,53 π.μ.
|
Λοιπές κατασκευές
|
3,98%
|
5,57%
|
-1,59 π.μ.
|
Πνευματική ιδιοκτησία
|
2,80%
|
4,14%
|
-1,34 π.μ.
|
Μεταφορικός εξοπλισμός
|
1,28%
|
1,82%
|
-0,54 π.μ.
|
Οπλικά συστήματα
|
0,20%
|
0,30%
|
-0,10 π.μ.
|
Αγροτικός τομέας
|
0,00%
|
0,04%
|
-0,04 π.μ.
|
Μηχανολογικός εξοπλισμός
|
3,71%
|
3,52%
|
+0,19 π.μ.
|
Πληροφορική και επικοινωνίες
|
1,51%
|
0,70%
|
+0,81 π.μ.
|
Σύνολο επενδύσεων σε πάγια στοιχεία
|
16,04%
|
21,18%
|
-5,14 π.μ.
|
Η εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα παρουσιάζει
υπεροχή σε ορισμένες επιμέρους κατηγορίες, όπως ο
μηχανολογικός εξοπλισμός και οι τεχνολογίες πληροφορικής και
επικοινωνιών. Ωστόσο, οι μεγάλες αποκλίσεις στις κατοικίες,
στις κατασκευές και στην πνευματική ιδιοκτησία υπερκαλύπτουν
αυτές τις επιδόσεις.
Η κατάρρευση των επενδύσεων σε κατοικίες
Οι κατοικίες αποτελούσαν παραδοσιακά τη
σημαντικότερη επενδυτική επιλογή των ελληνικών νοικοκυριών.
Πριν από την κρίση, η Ελλάδα επένδυε στον συγκεκριμένο τομέα
πολύ περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το 2007, οι επενδύσεις σε κατοικίες έφθασαν
στο 10,99% του ΑΕΠ, περίπου 1,7 φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, ο οποίος βρισκόταν στο 6,41%.
Η κρίση, όμως, προκάλεσε πρωτοφανή
συρρίκνωση. Μέχρι το 2017, οι επενδύσεις σε κατοικίες είχαν
μειωθεί κατά περίπου 94%, υποχωρώντας μόλις στο 0,61% του
ΑΕΠ.
Ακολούθησε σταδιακή ανάκαμψη, με τον δείκτη
να διαμορφώνεται στο 2,56% το 2024 και στο 3,07% το 2025.
Παρά τη βελτίωση, εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την
ευρωπαϊκή επίδοση, η οποία το 2024 διαμορφώθηκε στο 5,09%
του ΑΕΠ.
Η διαφορά δεν αφορά μόνο το ύψος των
επενδύσεων, αλλά και τη σταθερότητα της πορείας τους. Στην
ΕΕ-27, οι επενδύσεις σε κατοικίες κινήθηκαν από το 2000 σε
σχετικά περιορισμένο εύρος, μεταξύ 4,7% και 6,4% του ΑΕΠ.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η διακύμανση ήταν ακραία, από περίπου
0,6% έως 11%.
Οι κατασκευές ανακάμπτουν, αλλά δεν έχουν
καλύψει το χαμένο έδαφος
Σημαντική ήταν και η υποχώρηση των
επενδύσεων στις λοιπές κατασκευές, στις οποίες
περιλαμβάνονται υποδομές και άλλα έργα εκτός κατοικιών.
Ο σχετικός δείκτης είχε φθάσει στο 8,09% του
ΑΕΠ το 2001, πριν υποχωρήσει δραματικά κατά την κρίση και
διαμορφωθεί στο 2,77% το 2019.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ανοδική τάση, η οποία
συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την ενίσχυση των ευρωπαϊκών
χρηματοδοτήσεων και την υλοποίηση έργων υποδομής. Το 2025,
οι επενδύσεις στις λοιπές κατασκευές ανήλθαν στο 4,21% του
ΑΕΠ, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, που διαμορφώθηκε στο 5,61%.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το διαρθρωτικό πρόβλημα των επιχειρηματικών επενδύσεων
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ επισημαίνει ότι το
επενδυτικό έλλειμμα της Ελλάδας δεν αποτελεί αποκλειστικά
αποτέλεσμα της κρίσης χρέους. Αντίθετα, σημαντικό μέρος του
προβλήματος προϋπήρχε και συνδέεται με διαρθρωτικές
αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν
σταθερά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εδώ και 25
χρόνια. Το 2002 αντιστοιχούσαν μόλις στο 7,92% του ΑΕΠ στην
Ελλάδα, έναντι 12,26% στην ΕΕ.
Το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στο 8,48%, ενώ η
ΕΕ-27 στο 12,69%, με τη διαφορά να ανέρχεται σε 4,21
ποσοστιαίες μονάδες.
Η επίμονη αυτή απόκλιση υποδηλώνει ότι οι
ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν
σημαντικά εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων. Σε
αυτά περιλαμβάνονται το κόστος χρηματοδότησης, η
περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια, η γραφειοκρατία, η
αβεβαιότητα και το μικρό μέγεθος μεγάλου μέρους του
επιχειρηματικού ιστού.
Τα νοικοκυριά έχασαν τον παραδοσιακό
επενδυτικό τους ρόλο
Πριν από την κρίση, τα ελληνικά νοικοκυριά
επένδυαν σε κατοικίες σε ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2007, οι επενδύσεις των νοικοκυριών
έφθασαν στο 13,49% του ΑΕΠ, έναντι 7,01% στην ΕΕ.
Η εικόνα άλλαξε ριζικά τα επόμενα χρόνια. Το
2018, οι επενδύσεις των νοικοκυριών είχαν περιοριστεί μόλις
στο 1,62% του ΑΕΠ.
Παρά την ανάκαμψη στο 3,85% το 2024,
εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο
οποίος διαμορφώθηκε στο 5,19%, με τη διαφορά να φθάνει τις
1,34 ποσοστιαίες μονάδες.
Αντίθετα, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν
συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα μετά την
περίοδο της κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος
της σημερινής επενδυτικής υστέρησης προέρχεται κυρίως από
τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Δύο χρηματοδοτικά εργαλεία για την κάλυψη
του κενού
Σύμφωνα με τη μελέτη, η οικονομική πολιτική
θα πρέπει να επικεντρωθεί σε δύο βασικούς άξονες: στην
ταχύτερη ανάκαμψη της αγοράς κατοικίας και στην ενίσχυση των
ιδιωτικών επενδύσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις.
Προς αυτή την κατεύθυνση, προγραμματίζεται
στις αρχές του 2027 η ενεργοποίηση δύο κατηγοριών
χρηματοδοτικών εργαλείων.
«Σπίτι μου 3»
Το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3» θα διαθέτει
συνολικό προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ και θα παρέχει δάνεια με
ευνοϊκούς όρους για την αγορά πρώτης κατοικίας.
Σε σχέση με το «Σπίτι μου 2», προβλέπονται
διευρυμένα κριτήρια:
Η ανώτατη εμπορική αξία του ακινήτου
αυξάνεται στις 300.000 ευρώ, από 250.000 ευρώ.
Το ανώτατο ποσό δανείου αυξάνεται από
190.000 σε 230.000 ευρώ.
Το μέγιστο ποσοστό χρηματοδότησης
διατηρείται στο 90%.
Το ηλικιακό όριο αυξάνεται από τα 50 στα 55
έτη.
Τα εισοδηματικά όρια για οικογένειες με
παιδιά ενισχύονται, με πρόσθετη προσαύξηση 7.000 ευρώ ανά
παιδί.
Για μονογονεϊκές οικογένειες προβλέπεται
όριο 39.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 7.000 ευρώ για κάθε
παιδί μετά το πρώτο.
Αυξάνονται τα επιτρεπόμενα τετραγωνικά μέτρα
για οικογένειες με περισσότερα παιδιά, με επιπλέον 10 τ.μ.
για κάθε τέκνο άνω των τεσσάρων.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος θα προέλθει
από διαφορετικές πηγές:
500 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.
500 εκατ. ευρώ από τα διαθέσιμα της
Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
1 δισ. ευρώ από το τραπεζικό σύστημα.
Νέα εργαλεία
για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Παράλληλα, σχεδιάζονται δύο νέα προγράμματα
για τη χρηματοδότηση και την εγγυοδοσία μικρομεσαίων
επιχειρήσεων.
Το πρώτο αφορά χρηματοδοτικό εργαλείο ύψους
1,1 δισ. ευρώ, το οποίο, με τη συμμετοχή των τραπεζών, θα
μπορούσε να οδηγήσει σε νέα συγχρηματοδοτούμενα δάνεια
περίπου 2,2 δισ. ευρώ.
Το δεύτερο αφορά πρόγραμμα εγγυοδοσίας ύψους
400 εκατ. ευρώ, που αναμένεται να κινητοποιήσει δάνεια
συνολικού ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ.
Με τον τρόπο αυτό, το συνολικό ύψος των νέων
επιχειρηματικών δανείων θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 5 δισ.
ευρώ.
Σε αντίθεση με τους πόρους του Ταμείου
Ανάκαμψης, οι οποίοι συνοδεύονται από αυστηρά
χρονοδιαγράμματα, τα νέα εργαλεία θα παρέχουν μεγαλύτερη
ευελιξία, καθώς θα στηρίζονται σε πόρους της Ελληνικής
Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Τα προγράμματα θα στοχεύουν τόσο στη
χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων όσο και στην ενίσχυση της
ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η στήριξη θα
παρέχεται είτε μέσω δανείων με χαμηλότερο επιτόκιο είτε μέσω
της κάλυψης μέρους των απαιτούμενων εξασφαλίσεων.
Η επιτυχία των εργαλείων αυτών θα κριθεί από
το κατά πόσο θα μετατρέψουν τη διαθέσιμη χρηματοδότηση σε
πραγματικές επενδύσεις, παραγωγική αναβάθμιση και νέες
θέσεις εργασίας. Για την ελληνική οικονομία, το ζητούμενο
δεν είναι απλώς η επιστροφή των επενδύσεων σε υψηλότερα
επίπεδα, αλλά η δημιουργία μιας πιο σταθερής και
διατηρήσιμης επενδυτικής βάσης.
|
|
|
|
|
|