|
00:01 -
22/10/26 |
|
|
|
|
|

Συνταξιοδότηση και μακροζωία: Μόλις το 17% των Ελλήνων
γνωρίζει πόσα χρήματα θα χρειαστεί για μια άνετη ζωή μετά
την εργασία
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δημιουργεί νέες οικονομικές
απαιτήσεις για τα νοικοκυριά, καθώς η ανάγκη εξασφάλισης
επαρκούς εισοδήματος επεκτείνεται σε μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση. Την ίδια στιγμή, η γήρανση
του πληθυσμού μεταβάλλει τις ισορροπίες μεταξύ εργαζομένων
και συνταξιούχων, δημιουργώντας πρόσθετες προκλήσεις για την
οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα και τον προσωπικό
οικονομικό προγραμματισμό.
Παρά τη σημασία αυτών των αλλαγών, η οικονομική προετοιμασία
των Ελλήνων για τα χρόνια μετά την εργασία παραμένει
περιορισμένη. Μόλις το 17% δηλώνει ότι γνωρίζει πόσα χρήματα
θα χρειαστεί για να διατηρήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο
διαβίωσης κατά τη συνταξιοδότησή του, ενώ μόλις το 22%
εκτιμά ότι θα καταφέρει να πετύχει τους οικονομικούς στόχους
του.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο 2nd
Financial
Planning Forum,
όπου η μακροζωία, οι δημογραφικές μεταβολές, η αποταμίευση
και η επενδυτική συμπεριφορά βρέθηκαν στο επίκεντρο της
συζήτησης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη έγκαιρου
οικονομικού σχεδιασμού, αλλά και στις νέες προκλήσεις που
δημιουργεί η ευκολότερη πρόσβαση των νεότερων γενεών στις
χρηματοπιστωτικές αγορές.
Οι Έλληνες θέλουν να ζήσουν έως τα 103, αλλά δεν έχουν σαφή
οικονομικό σχεδιασμό
Ο Στέλιος Χατζλής, στέλεχος της
NN
Hellas,
παρουσίασε στοιχεία από την ετήσια διεθνή έρευνα μακροζωίας
της εταιρείας, η οποία εξετάζει τις οικονομικές συνήθειες,
τις προσδοκίες και τις ανησυχίες των πολιτών.
Όπως ανέφερε, χαρακτηριστικό εύρημα είναι ότι οι Έλληνες
δηλώνουν πως επιθυμούν να ζήσουν έως την ηλικία των 103
ετών. Ωστόσο, η επιθυμία για μακροζωία δεν συνοδεύεται
πάντοτε από την αντίστοιχη οικονομική προετοιμασία.
Μόλις το 17% γνωρίζει το ποσό που θα χρειαστεί για να ζήσει
άνετα μετά τη συνταξιοδότηση, ενώ μόνο το 22% θεωρεί ότι θα
επιτύχει τους οικονομικούς του στόχους. Παράλληλα, μόλις
ένας στους πέντε διαθέτει κάποιο χρηματοοικονομικό προϊόν
πέρα από τις παραδοσιακές μορφές αποταμίευσης.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν ένα σημαντικό κενό ανάμεσα στις
προσδοκίες για το μέλλον και στην πρακτική διαχείριση των
οικονομικών πόρων. Όσο αυξάνεται το διάστημα που καλείται να
καλύψει το εισόδημα μετά το τέλος του εργασιακού βίου, τόσο
μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η συστηματική αποταμίευση, η
αξιολόγηση των μελλοντικών αναγκών και η διαμόρφωση ενός
μακροχρόνιου σχεδίου.
Η δημογραφική συρρίκνωση αλλάζει τις ισορροπίες στην
ελληνική οικονομία
Τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των δημογραφικών εξελίξεων
ανέλυσε ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας στο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής Ερευνών του
Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (Ι.Δ.Ε.Μ.).
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε, η Ελλάδα
αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντική μείωση του πληθυσμού
της τις επόμενες δεκαετίες, καθώς οι γεννήσεις θα
παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα. Ο συνολικός πληθυσμός θα
μπορούσε να περιοριστεί κατά περίπου 2 εκατομμύρια
ανθρώπους, εξέλιξη που, όπως σημείωσε, θα ήταν δύσκολο να
ανατραπεί χωρίς εξαιρετικά μεγάλη εισροή μεταναστών.
Οι μεταβολές αναμένεται να είναι ακόμη πιο έντονες στη
σύνθεση του πληθυσμού. Η μόνη ηλικιακή ομάδα που προβλέπεται
να αυξηθεί μέσα στα επόμενα 30 χρόνια είναι εκείνη των
ηλικιωμένων, με άνοδο περίπου 700.000 ατόμων. Αντίθετα, ο
πληθυσμός κάτω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά
περίπου 2,7 εκατομμύρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία
εργασίας, καθώς επηρεάζει άμεσα την παραγωγή εισοδήματος,
την προσφορά εργασίας και τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού
συστήματος.
Σήμερα, στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 6
εκατομμύρια άνθρωποι ηλικίας 20 έως 65 ετών, από τους
οποίους εργάζονται περίπου 4 εκατομμύρια. Σε ορίζοντα 30 έως
35 ετών, ο πληθυσμός αυτής της ηλικιακής ομάδας αναμένεται
να περιοριστεί περίπου στα 4 εκατομμύρια.
Η σύγκριση αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης,
χωρίς να σημαίνει ότι όλοι όσοι θα βρίσκονται σε ηλικία
εργασίας θα απασχολούνται. Η μείωση του δυνητικά ενεργού
πληθυσμού, ωστόσο, καθιστά ακόμη σημαντικότερη την ενίσχυση
της παραγωγικότητας και τη διαμόρφωση βιώσιμων συνθηκών
χρηματοδότησης των συντάξεων.
|
Δημογραφικό μέγεθος
|
Σήμερα
|
Εκτίμηση για τις επόμενες δεκαετίες
|
|
Πληθυσμός ηλικίας 20-65 ετών
|
Περίπου 6 εκατ.
|
Περίπου 4 εκατ.
|
|
Εργαζόμενοι
|
Περίπου 4 εκατ.
|
Δεν
προσδιορίζεται από την εκτίμηση
|
|
Συνολικός πληθυσμός
|
—
|
Μείωση περίπου 2 εκατ.
|
|
Πληθυσμός κάτω των 65 ετών
|
—
|
Μείωση περίπου 2,7 εκατ.
|
|
Πληθυσμός ηλικιωμένων
|
—
|
Αύξηση περίπου 700.000
|
Για τα νοικοκυριά, οι εξελίξεις αυτές καθιστούν αναγκαίο τον
έγκαιρο υπολογισμό των μελλοντικών αναγκών τους και την
αξιολόγηση των διαθέσιμων πηγών εισοδήματος μετά τη
συνταξιοδότηση. Παράλληλα, αναδεικνύουν τη σημασία της
αποταμίευσης και της συμπληρωματικής οικονομικής
προετοιμασίας κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου.
Ο ρόλος του χρηματοοικονομικού σχεδιασμού στη συνταξιοδότηση
Η διαπίστωση ότι μεγάλο μέρος των πολιτών δεν γνωρίζει τις
οικονομικές ανάγκες της μελλοντικής συνταξιοδότησής του
αναδεικνύει τη σημασία του
financial
planning,
δηλαδή του οργανωμένου χρηματοοικονομικού σχεδιασμού.
Η διαδικασία ξεκινά από την αποτύπωση των αναμενόμενων
δαπανών, των διαθέσιμων πόρων και του εισοδήματος που
εκτιμάται ότι θα υπάρχει μετά το τέλος της εργασίας. Στη
συνέχεια, περιλαμβάνει τον καθορισμό συγκεκριμένων
οικονομικών στόχων και την επιλογή των κατάλληλων ενεργειών
για την επίτευξή τους.
Όπως υπογράμμισε ο Στέλιος Χατζλής, ο ρόλος του
Financial
Planner
δεν περιορίζεται στην παροχή μεμονωμένων συμβουλών, αλλά
αφορά τη μετατροπή των οικονομικών ανησυχιών σε ένα
συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Στόχος είναι να βοηθηθούν οι
πολίτες να οργανώσουν τις προτεραιότητές τους και να
λαμβάνουν αποφάσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα.
Στο πλαίσιο αυτό, η NN
Hellas
συνδέει τον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό με την ενίσχυση της
οικονομικής ανθεκτικότητας και της αίσθησης ασφάλειας για το
μέλλον, επενδύοντας παράλληλα στην κατάρτιση και στα
εργαλεία των συνεργατών της.
Η πρόκληση δεν αφορά μόνο το ύψος της αποταμίευσης, αλλά και
τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζεται ένα οικονομικό σχέδιο.
Η έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών, η τακτική επανεξέταση των
στόχων και η αξιολόγηση των κινδύνων μπορούν να συμβάλουν σε
καλύτερη προετοιμασία για μια περίοδο ζωής που ενδέχεται να
διαρκέσει αρκετές δεκαετίες.
Οι νεότερες γενιές στρέφονται στις επενδύσεις μέσω ψηφιακών
εφαρμογών
Παράλληλα με τις προκλήσεις της συνταξιοδότησης,
μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες, ιδιαίτερα
οι νεότεροι, αποκτούν πρόσβαση στις επενδύσεις.
Οι ψηφιακές εφαρμογές και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
διευκολύνουν την επαφή με τις χρηματοπιστωτικές αγορές,
επιτρέποντας ακόμη και σε ανθρώπους χωρίς προηγούμενη
επενδυτική εμπειρία να πραγματοποιούν συναλλαγές. Ωστόσο, η
ευκολία πρόσβασης δεν συνεπάγεται απαραίτητα και επαρκή
κατανόηση των κινδύνων.
Ο Νικόλαος Δασκαλάκης, αναπληρωτής καθηγητής
Χρηματοοικονομικής και Λογιστικής στο Τμήμα Δημόσιας
Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, παρουσίασε στοιχεία
που αποτυπώνουν τη διείσδυση των κρυπτοστοιχείων στα
νοικοκυριά και στους νέους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανέφερε, το 9,7% των νοικοκυριών
της Ευρωζώνης που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα κατέχει
κρυπτοστοιχεία, ενώ περίπου το 10% των Ελλήνων μαθητών
λυκείου έχει πραγματοποιήσει συναλλαγές σε αυτά.
Όπως σημείωσε, σε μια σχολική τάξη 20 μαθητών, στατιστικά
περίπου δύο μαθητές έχουν ήδη πραγματοποιήσει συναλλαγές σε
κρυπτοστοιχεία. Το εύρημα αναδεικνύει πόσο νωρίς μπορεί να
ξεκινήσει η επαφή με επενδυτικές δραστηριότητες, πριν ακόμη
διαμορφωθεί επαρκής χρηματοοικονομική γνώση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα
στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 57% των επενδυτών εκτιμά ότι
θα μπορούσε να χάσει μεγάλο μέρος ή ακόμη και το σύνολο των
χρημάτων του.
Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται στις έντονες διακυμάνσεις των
τιμών. Περιλαμβάνουν επίσης προβλήματα ρευστότητας, απώλεια
ψηφιακών κλειδιών, κυβερνοεπιθέσεις, απάτες, χειραγώγηση της
αγοράς και κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση μόχλευσης.
Επιπλέον, η επιρροή των κοινωνικών δικτύων και ο φόβος
απώλειας μιας επενδυτικής ευκαιρίας μπορούν να οδηγήσουν σε
βιαστικές αποφάσεις.
Η ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές δημιουργεί νέες
δυνατότητες, αλλά καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την κατανόηση
της σχέσης μεταξύ απόδοσης και κινδύνου. Για όσους
επιδιώκουν να δημιουργήσουν κεφάλαιο με μακροχρόνιο
ορίζοντα, η αξιολόγηση των επενδυτικών επιλογών θα πρέπει να
λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις πιθανές αποδόσεις, αλλά και το
ενδεχόμενο σημαντικών απωλειών.
Η χρηματοοικονομική γνώση ως προϋπόθεση για καλύτερες
αποφάσεις
Η συζήτηση στο 2nd
Financial
Planning Forum
ανέδειξε δύο αλληλένδετες προκλήσεις για την Ελλάδα: από τη
μία πλευρά, τη δημογραφική συρρίκνωση και την ανάγκη
προετοιμασίας για περισσότερα χρόνια ζωής μετά τη
συνταξιοδότηση και, από την άλλη, τη μεταβολή της
επενδυτικής συμπεριφοράς σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση
στις αγορές γίνεται ολοένα ευκολότερη.
Κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη ενίσχυσης της
χρηματοοικονομικής γνώσης. Οι πολίτες καλούνται να
σχεδιάσουν τη μακροχρόνια οικονομική τους ασφάλεια, να
κατανοήσουν τις μελλοντικές τους ανάγκες και να αξιολογούν
τις επενδυτικές επιλογές με βάση τους στόχους και τις
δυνατότητές τους.
Σε μια κοινωνία που γερνά, η οικονομική προετοιμασία για τη
συνταξιοδότηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, τόσο σε ατομικό
όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η μακροζωία αποτελεί σημαντική
εξέλιξη, αλλά η αξιοποίησή της προϋποθέτει επαρκείς
οικονομικούς πόρους και καλύτερο προγραμματισμό.
Το ζητούμενο για τα νοικοκυριά δεν είναι απλώς να ζήσουν
περισσότερα χρόνια, αλλά να μπορούν να διατηρήσουν ένα
ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης σε όλη τη διάρκεια της ζωής
τους. Και αυτό καθιστά την αποταμίευση, τον μακροχρόνιο
σχεδιασμό και την υπεύθυνη επενδυτική συμπεριφορά ολοένα πιο
κρίσιμα στοιχεία της οικονομικής τους ασφάλειας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στην Ευρώπη στον οικονομικό αποκλεισμό
από τις δραστηριότητες αναψυχής
Περίπου 46 εκατομμύρια Ευρωπαίοι ηλικίας 16
ετών και άνω δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να
συμμετέχουν τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, όπως ο
αθλητισμός, ο κινηματογράφος και οι συναυλίες. Σύμφωνα με τα
στοιχεία της Eurostat για το 2025, το πρόβλημα αφορά το
12,1% του συγκεκριμένου πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
αποτυπώνοντας τις κοινωνικές ανισότητες που περιορίζουν την
πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο.
Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό
μεταξύ των χωρών που εξετάζονται, καθώς το 27,3% των πολιτών
δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει οικονομικά το κόστος της
τακτικής συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. Με άλλα
λόγια, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις Έλληνες
αντιμετωπίζουν οικονομικά εμπόδια ακόμη και σε επιλογές που
συνδέονται με την ψυχαγωγία, την κοινωνική ζωή και την
ποιότητα ζωής.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν όχι μόνο τις
σημαντικές διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και
το γεγονός ότι το εισόδημα δεν αρκεί από μόνο του για να
εξηγήσει την έκταση του προβλήματος.
Οι χώρες με τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα
ποσοστά
Μετά την Ελλάδα, η Ρουμανία εμφανίζει το
δεύτερο υψηλότερο ποσοστό, με 23,3%. Ακολουθούν η Λιθουανία
με 17,9%, η Λετονία με 16,2%, η Βόρεια Μακεδονία με 15,9%
και η Ουγγαρία με 15,8%.
Πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ βρίσκονται
επίσης η Γαλλία, με 13,9%, και η Ισπανία, με 13,4%. Στην
Ελβετία το ποσοστό διαμορφώνεται στο 13%, ενώ στη Γερμανία
φτάνει το 11,7%. Στην Ιταλία, το 10,7% των ατόμων ηλικίας 16
ετών και άνω δεν έχει την οικονομική δυνατότητα τακτικής
συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά
καταγράφονται στην Τσεχία, με μόλις 4,1%, στο Λουξεμβούργο
με 5,4% και στη Νορβηγία και τη Σλοβακία, με 5,7% σε
καθεμία. Στην Κύπρο το ποσοστό ανέρχεται σε 6,3%, στις Κάτω
Χώρες σε 6,7% και στη Φινλανδία σε 7,9%.
Στην Πορτογαλία και την Τουρκία
διαμορφώνεται στο 8,7%, ενώ στην Ιρλανδία φτάνει το 9,2% και
στο Βέλγιο το 9,7%.
Αξιοσημείωτη είναι και η εικόνα στις
σκανδιναβικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ποσοστό
ανέρχεται στο 10,4% στη Δανία και στο 9,7% στη Σουηδία, ενώ
στη Φινλανδία περιορίζεται στο 7,9%.
Οι μεγάλες αποκλίσεις καταδεικνύουν ότι η
δυνατότητα αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου δεν κατανέμεται
ομοιόμορφα στην Ευρώπη. Παράλληλα, δείχνουν ότι ακόμη και
χώρες με παρόμοια εισοδήματα μπορεί να εμφανίζουν εντελώς
διαφορετικές επιδόσεις.
Μεγαλύτερα τα εμπόδια για τις γυναίκες
Η οικονομική αδυναμία συμμετοχής σε
δραστηριότητες αναψυχής παρουσιάζει και έμφυλες διαστάσεις.
Σχεδόν σε όλες τις χώρες που εξετάστηκαν, οι γυναίκες
αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες από τους άνδρες, με
εξαίρεση τη Μάλτα, όπου η διαφορά είναι οριακή.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ποσοστό των
γυναικών που δεν μπορούν να καλύψουν το σχετικό κόστος
ανέρχεται στο 13%, έναντι 11,1% για τους άνδρες.
Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις καταγράφονται στη
Λιθουανία, όπου το χάσμα φτάνει τις 5,1 ποσοστιαίες μονάδες,
στη Ρουμανία με 4,7 μονάδες, στη Δανία με 3,9 και στη Γαλλία
με 3,7 μονάδες.
Τα δεδομένα υπογραμμίζουν ότι η οικονομική
πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο επηρεάζεται όχι μόνο από το
διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και από ευρύτερες κοινωνικές
συνθήκες που ενδέχεται να δημιουργούν άνισες ευκαιρίες
συμμετοχής.
|
|
|
|
|
|
|
|

Γιατί το εισόδημα δεν εξηγεί ολόκληρη την εικόνα
Ανάλυση του Euronews Business, η οποία
καλύπτει 33 ευρωπαϊκές χώρες, εξετάζει τη σχέση μεταξύ
εισοδήματος και οικονομικής δυνατότητας συμμετοχής σε
δραστηριότητες αναψυχής. Τα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχει
μέτρια συσχέτιση, αλλά το εισόδημα εξηγεί λιγότερο από το
ένα πέμπτο των διαφορών μεταξύ των χωρών.
Η σύγκριση βασίζεται στο διάμεσο ισοδύναμο
εισόδημα, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS),
οι οποίες επιτρέπουν τη συγκρίσιμη αποτίμηση των εισοδημάτων
μεταξύ χωρών με διαφορετικά επίπεδα τιμών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η
Τσεχία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Οι τέσσερις
χώρες εμφανίζουν σχεδόν ταυτόσημα διάμεσα εισοδήματα, μεταξύ
17.097 και 17.190 PPS. Παρ' όλα αυτά, τα ποσοστά οικονομικής
στέρησης διαφέρουν σημαντικά: από μόλις 4,1% στην Τσεχία έως
17,9% στη Λιθουανία. Στην Εσθονία το ποσοστό ανέρχεται σε
10,7% και στη Λετονία σε 16,2%.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν η Γαλλία και η
Κύπρος. Παρότι το διάμεσο εισόδημά τους είναι σχεδόν ίδιο,
στα 23.792 και 23.782 PPS αντίστοιχα, το ποσοστό των ατόμων
που στερούνται δραστηριότητες αναψυχής λόγω κόστους φτάνει
το 13,9% στη Γαλλία, έναντι μόλις 6,3% στην Κύπρο.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά, καθώς συνδυάζει
διάμεσο εισόδημα 13.612 PPS με το υψηλότερο ποσοστό
οικονομικού αποκλεισμού από τις δραστηριότητες αναψυχής.
Ωστόσο, ακόμη και χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα, όπως η
Τουρκία και η Σερβία, καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά, 8,7%
και 9,9% αντίστοιχα.
Τα παραδείγματα δείχνουν ότι το εισόδημα
αποτελεί σημαντικό παράγοντα, αλλά δεν καθορίζει από μόνο
του τη δυνατότητα συμμετοχής. Το κόστος των δραστηριοτήτων,
η διαθεσιμότητα επιλογών και οι ευρύτερες κοινωνικές
συνθήκες ενδέχεται επίσης να διαδραματίζουν καθοριστικό
ρόλο.
Η φτώχεια αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο
αποκλεισμού
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η σύνδεση μεταξύ
φτώχειας και αδυναμίας συμμετοχής σε δραστηριότητες
αναψυχής. Σύμφωνα με τη Eurostat, τα άτομα που ζουν κάτω από
το όριο της φτώχειας στην ΕΕ έχουν περισσότερες από τρεις
φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να μην μπορούν να καλύψουν
οικονομικά το σχετικό κόστος.
Στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, το
ποσοστό οικονομικής στέρησης φτάνει το 29%, έναντι 12,1% στο
σύνολο των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω.
Αντίθετα, η ανάλυση του Euronews Business
δεν εντοπίζει στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της
εισοδηματικής ανισότητας στο εσωτερικό των χωρών και της
αδυναμίας συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής. Για τη
μέτρηση της ανισότητας χρησιμοποιείται ο συντελεστής Gini
της Eurostat, ο οποίος αποτυπώνει τον βαθμό άνισης κατανομής
του εισοδήματος.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι οι
απαντήσεις στις σχετικές έρευνες μπορεί να επηρεάζονται και
από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι πολίτες
αντιλαμβάνονται τις ανάγκες τους.
Σε έγγραφο εργασίας της Eurostat, η
Anne-Catherine Guio και οι συνεργάτες της σημειώνουν ότι τα
άτομα με χαμηλά εισοδήματα ενδέχεται να δηλώνουν πως δεν
επιθυμούν ορισμένα αγαθά ή δραστηριότητες, ενώ στην
πραγματικότητα δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα
αποκτήσουν ή να συμμετάσχουν σε αυτά.
Η αναψυχή είναι μία από τις ανάγκες που
συχνά δεν αναγνωρίζονται ως απαραίτητες, ιδιαίτερα όταν
προτεραιότητα αποτελεί η κάλυψη βασικών εξόδων διαβίωσης.
Τι περιλαμβάνεται στις δραστηριότητες αναψυχής
Σύμφωνα με τον ορισμό της Eurostat, οι
δραστηριότητες αναψυχής περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον
αθλητισμό, τον κινηματογράφο και τις συναυλίες, υπό την
προϋπόθεση ότι πραγματοποιούνται εκτός σπιτιού.
Το κόστος δεν περιορίζεται στα εισιτήρια.
Μπορεί να περιλαμβάνει τις μετακινήσεις, την αγορά
εξοπλισμού και τις συνδρομές για οργανωμένες δραστηριότητες.
Ενδεικτικά, αφορά τα έξοδα για κολύμβηση, την αγορά
ποδηλάτου ή τη συμμετοχή σε έναν αθλητικό σύλλογο.
Η πρόσβαση σε τέτοιες δραστηριότητες
συνδέεται και με τη δυνατότητα κοινωνικής συμμετοχής.
Μελέτες συσχετίζουν τις κοινωνικές επαφές και την αξιοποίηση
του ελεύθερου χρόνου με καλύτερη ψυχική ευεξία και λιγότερα
συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους, ενώ η Eurostat αναγνωρίζει
τη συμβολή τους στη συνολική ποιότητα ζωής.
Για την Ελλάδα, το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό
οικονομικής στέρησης αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική
πρόκληση. Όταν ακόμη και η συμμετοχή σε συνηθισμένες
δραστηριότητες ψυχαγωγίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το
διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζονται οι ευκαιρίες κοινωνικής
αλληλεπίδρασης και ουσιαστικής αξιοποίησης του ελεύθερου
χρόνου.
Τα ευρωπαϊκά στοιχεία καταδεικνύουν, τελικά,
ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν αφορά μόνο την αύξηση
των εισοδημάτων. Απαιτείται να εξεταστούν και οι παράγοντες
που καθορίζουν το πραγματικό κόστος, τη διαθεσιμότητα και
την προσβασιμότητα των δραστηριοτήτων αναψυχής για τους
πολίτες.
|
|
|
|
|
|
|
|

ΕΛΣΤΑΤ: Αυξήθηκε στο 7,5% το ποσοστό των Ελλήνων με ανεπαρκή
πρόσβαση σε τρόφιμα – Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2019 η
σοβαρή ανεπάρκεια
Επιδείνωση καταγράφεται στην πρόσβαση των
νοικοκυριών σε επαρκή τροφή στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με
τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Το
ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή
ανεπάρκεια τροφής αυξήθηκε στο 7,5%, από 7% το 2024, ενώ η
σοβαρή ανεπάρκεια έφτασε στο 1,7%, το υψηλότερο επίπεδο από
το 2019.
Τα στοιχεία προέρχονται από την Έρευνα
Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών και
αποτυπώνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα μέρος του
πληθυσμού στην κάλυψη ακόμη και μιας βασικής ανάγκης, όπως η
εξασφάλιση επαρκούς τροφής.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε
μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης εξακολουθεί
να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, με τις
οικονομικές δυσκολίες να αποτυπώνονται και στην καθημερινή
κατανάλωση.
Η πορεία της ανεπάρκειας τροφής τα τελευταία
χρόνια
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό του
πληθυσμού που αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής
κυμάνθηκε μεταξύ 6% και 8% την περίοδο 2019-2024, φτάνοντας
στο 7% το 2024. Το 2025 σημείωσε νέα άνοδο, στο 7,5%.
Αντίστοιχα, η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής
παρέμεινε σχετικά σταθερή τα προηγούμενα χρόνια, με τα
ποσοστά να κινούνται μεταξύ 1,4% και 1,7%. Το 2025
καταγράφηκε στο ανώτατο επίπεδο αυτής της περιόδου,
επιβεβαιώνοντας την επιδείνωση για ένα τμήμα του πληθυσμού
που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής
καταγράφεται όταν τουλάχιστον ένα μέλος ενός νοικοκυριού
δηλώνει ότι, κατά τους προηγούμενους 12 μήνες, αναγκάστηκε
λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων να παραλείψει γεύμα, να
καταναλώσει λιγότερη τροφή από όση χρειαζόταν, να μείνει
χωρίς φαγητό ή να αισθανθεί πείνα χωρίς να μπορέσει να φάει.
Στην κατηγορία της σοβαρής ανεπάρκειας
εντάσσονται τα νοικοκυριά στα οποία τουλάχιστον ένα μέλος
τους δήλωσε ότι πέρασε ολόκληρη ημέρα χωρίς να φάει,
εξαιτίας οικονομικών ή άλλων περιορισμών στην πρόσβαση σε
τρόφιμα.
Η σύγκριση με την Ευρώπη
Στον συγκριτικό πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, που
βασίζεται σε στοιχεία διεθνών οργανισμών για την περίοδο
2023-2025, το ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής
στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 7,1%, έναντι 7,4% στην Ευρώπη.
Στη σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, η ελληνική
επίδοση ανέρχεται στο 1,6%, χαμηλότερα από το αντίστοιχο
ευρωπαϊκό ποσοστό του 1,9%.
Οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών,
ωστόσο, είναι σημαντικές. Τα υψηλότερα ποσοστά μέτριας ή
σοβαρής ανεπάρκειας τροφής καταγράφονται στην Ουγγαρία, με
16,9%, στη Ρουμανία, με 15,2%, στη Φινλανδία, με 13,3%, και
στην Εσθονία, με 13,1%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά
εμφανίζουν η Ιταλία, με 1,7%, το Λουξεμβούργο και η Ελβετία,
με 2,6%, καθώς και η Πολωνία, με 2,7%.
Στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, το
αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 4,1% στη Γερμανία, 7,4% στην
Ισπανία και 9,4% στη Γαλλία.
Η εικόνα σε παγκόσμιο επίπεδο
Η εικόνα είναι σαφώς δυσμενέστερη σε
παγκόσμια κλίμακα. Το ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας
τροφής φτάνει το 26,8%, ενώ η σοβαρή ανεπάρκεια
διαμορφώνεται στο 9,8%.
Ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στην
Αφρική, όπου η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής ανέρχεται
στο 57,4% και η σοβαρή στο 21,1%.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν το εύρος του
προβλήματος της επισιτιστικής ανασφάλειας διεθνώς, αλλά και
το γεγονός ότι ακόμη και σε ευρωπαϊκές οικονομίες, ένα μέρος
του πληθυσμού εξακολουθεί να δυσκολεύεται να εξασφαλίσει
επαρκή τροφή.
Για την Ελλάδα, η αύξηση των σχετικών
δεικτών το 2025 αποτελεί προειδοποιητική ένδειξη, καθώς
καταγράφεται επιδείνωση σε μια βασική διάσταση του βιοτικού
επιπέδου, παρά το γεγονός ότι οι συγκριτικοί δείκτες για την
τριετία τοποθετούν τη χώρα ελαφρώς κάτω από τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Γερμανία: Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009 τα στεγαστικά
επιτόκια – Κοντά στο 4,5% τα δεκαετή δάνεια
Κλείνοντας με
στοιχεία από μια άλλη χώρα, σε μια κρίση που όπως
διαπιστώνουμε τις τελευταίες ημέρες πλήττει όλο τον κόσμο.
Στο υψηλότερο επίπεδο από την οικονομική κρίση του 2009 έχει
φτάσει το κόστος στεγαστικού δανεισμού στη Γερμανία, καθώς
οι ανησυχίες για τις πληθωριστικές επιπτώσεις του πολέμου
στο Ιράν ενισχύουν τις προσδοκίες για διατήρηση των
επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με την Interhyp,
εταιρεία διαμεσολάβησης στεγαστικών δανείων με έδρα το
Μόναχο, το τυπικό επιτόκιο για δάνειο με δεκαετή διάρκεια
έχει πλέον προσεγγίσει το 4,5%.
Το επίπεδο αυτό
ξεπερνά το προηγούμενο υψηλό, λίγο πάνω από το 4,4%, που
είχε καταγραφεί στα τέλη του 2023. Όπως δήλωσε ο διευθύνων
σύμβουλος της Interhyp, Γιοργκ Ούτεχτ, το μέσο επιτόκιο των
στεγαστικών δανείων δεκαετούς διάρκειας έχει αυξηθεί από
περίπου 3,9% τον περασμένο Μάιο.
Η τελευταία
έρευνα της εταιρείας μεταξύ δανειστών, η οποία δημοσιεύθηκε
στις 15 Οκτωβρίου, τοποθετεί το μέσο επιτόκιο των δεκαετών
στεγαστικών δανείων κοντά στο 4,4%, καταγράφοντας παράλληλα
συνεχιζόμενη ανοδική τάση.
Παρά τις
πρόσφατες αυξήσεις, οι εκτιμήσεις των τραπεζών για την
πορεία των επιτοκίων παραμένουν διχασμένες. Οι περισσότερες
από τις τράπεζες που συμμετείχαν στην έρευνα αναμένουν
σταθεροποίηση τους επόμενους δύο μήνες. Σε ορίζοντα έξι έως
δώδεκα μηνών, το 60% προβλέπει υποχώρηση των επιτοκίων, ενώ
το υπόλοιπο 40% εκτιμά ότι θα ακολουθήσουν νέες αυξήσεις.
Την εικόνα
επιβεβαιώνουν τόσο τα στοιχεία της Interhyp όσο και τα
δεδομένα της Bundesbank, της κεντρικής τράπεζας της
Γερμανίας, για τα στεγαστικά δάνεια προς νοικοκυριά.
Αντίστοιχα, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
αποτυπώνουν την ταχύτητα με την οποία έχει μεταβληθεί το
κόστος χρηματοδότησης τα τελευταία χρόνια.
Το μέσο επιτόκιο
των γερμανικών στεγαστικών δανείων αυξήθηκε από 1,48% στις
αρχές του 2022 σε 4,15% στα τέλη του 2023. Στη συνέχεια
υποχώρησε στο 3,57% στις αρχές του 2025, προτού ανακάμψει
στο 3,91% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, πριν από τη νεότερη
άνοδο.
Ο πόλεμος στο
Ιράν αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές ανησυχίες
Ο Ούτεχτ
αποδίδει τη νέα άνοδο κυρίως στη σύγκρουση με το Ιράν και
στους φόβους ότι οι επιπτώσεις της στην ενέργεια θα
διατηρήσουν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Στο πλαίσιο της
προσπάθειας να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, η ΕΚΤ
έχει προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026,
ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,5%.
Η επιβάρυνση για
τα νοικοκυριά είναι ήδη αισθητή. Σύμφωνα με τον επικεφαλής
της Interhyp, η πρόσφατη άνοδος των επιτοκίων αυξάνει κατά
σχεδόν 200 ευρώ τη μηνιαία δόση ενός μέσου στεγαστικού
δανείου. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί ορισμένους υποψήφιους
δανειολήπτες σε μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Ο ίδιος εκτιμά
ότι ουσιαστική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού θα
μπορούσε να προκύψει μόνο εφόσον υπάρξει οριστική επίλυση
της σύγκρουσης, προσθέτοντας ότι μέχρι στιγμής δεν διακρίνει
σαφείς ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι τιμές των
κατοικιών παραμένουν σε ανοδική τροχιά
Παρά την αύξηση
του κόστους χρηματοδότησης, οι τιμές των κατοικιών στη
Γερμανία εξακολουθούν να κινούνται ελαφρώς ανοδικά. Σε
ανάλυσή της τον προηγούμενο μήνα, η ολλανδική τράπεζα ING
επισήμανε ότι η αδυναμία στην αγορά κατοικίας δεν
αποτυπώνεται με την ίδια ένταση στις τιμές των ακινήτων.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της ομοσπονδιακής στατιστικής υπηρεσίας Destatis,
οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 0,6% σε ετήσια βάση το
δεύτερο τρίμηνο του 2026. Βρίσκονται πλέον περισσότερο από
5% πάνω από το χαμηλό του 2024, παραμένουν όμως 8,2%
χαμηλότερα από το υψηλό του 2022.
Την ίδια στιγμή,
η νέα χορήγηση στεγαστικών δανείων υποχώρησε κατά
περισσότερο από 1,5% μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου, ένδειξη
ότι το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης εξακολουθεί να
περιορίζει τη δραστηριότητα στην αγορά.
Η ING αποδίδει
την ανθεκτικότητα των τιμών στη χρόνια έλλειψη διαθέσιμων
κατοικιών, η οποία έχει αποτρέψει μια εντονότερη διόρθωση.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η οικοδομική δραστηριότητα στον
οικιστικό τομέα παραμένει υποτονική, περιορίζοντας την
προσφορά νέων ακινήτων.
Υπό αυτές τις
συνθήκες, η τράπεζα δεν διακρίνει προοπτικές ουσιαστικής
ανάκαμψης της ζήτησης για κατοικίες στο άμεσο μέλλον. Η
άνοδος των επιτοκίων δυσκολεύει την πρόσβαση στη στεγαστική
πίστη, ενώ η περιορισμένη προσφορά εξακολουθεί να στηρίζει
τις τιμές, δημιουργώντας μια αγορά με χαμηλότερη
συναλλακτική δραστηριότητα αλλά χωρίς ανάλογη υποχώρηση των
αξιών.
Στο επίκεντρο η
επόμενη απόφαση της ΕΚΤ
Οι εξελίξεις
στον πληθωρισμό και στο ενεργειακό κόστος καθιστούν την
επόμενη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ιδιαίτερα
σημαντική για την πορεία των στεγαστικών επιτοκίων. Η ΕΚΤ
αναμένεται να ανακοινώσει την απόφασή της στις 29 Οκτωβρίου.
Για τους
Γερμανούς δανειολήπτες, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η άνοδος
του κόστους χρήματος θα αποδειχθεί προσωρινή ή αν θα
παγιωθεί σε υψηλότερα επίπεδα, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη
δυνατότητα αγοράς κατοικίας. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί σε
μεγάλο βαθμό από την πορεία του πληθωρισμού, τις ενεργειακές
τιμές και τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής τους
επόμενους μήνες.
|
|
|
|
|
|