|
00:01 -
23/06/26 |
|
|
|
|
|

Ελλάδα: Τελευταία στην Ευρώπη στην ηλικία απόκτησης πρώτης
κατοικίας
Η αγορά πρώτης
κατοικίας εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε δύσκολο
εγχείρημα για τους νέους στην Ελλάδα και σε πολλές
ευρωπαϊκές χώρες, με την ιδιοκατοίκηση να μετατίθεται πλέον
σε πολύ μεγαλύτερες ηλικίες. Σύμφωνα με στοιχεία της RE/MAX
και της Eurostat, οι Έλληνες καταγράφουν τη μεγαλύτερη μέση
ηλικία αγοράς πρώτης κατοικίας στην Ευρώπη, γεγονός που
αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η εγχώρια αγορά
στέγης.
Σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 68,5% των νοικοκυριών κατοικεί σε
ιδιόκτητη κατοικία το 2025, ποσοστό μειωμένο κατά 2,2
ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010. Η ιδιοκατοίκηση
εμφανίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών, από
47,2% στη Γερμανία έως 93,8% στη Σλοβακία.
Οι Έλληνες
αποκτούν σπίτι αργότερα από όλους
Στις 23
ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα «RE/MAX
European Housing Trend Report 2025», η μέση ηλικία αγοράς
πρώτης κατοικίας διαμορφώνεται στα 31,3 έτη. Η χαμηλότερη
ηλικία καταγράφεται στη Μάλτα με 28 έτη, ενώ η υψηλότερη
στην Ελλάδα και την Ελβετία, όπου η πρώτη αγορά κατοικίας
πραγματοποιείται κατά μέσο όρο στα 34,7 έτη.
Σύμφωνα με τη
RE/MAX Europe, πέρα από την οικονομική δυνατότητα των
νοικοκυριών, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η οικογενειακή
στήριξη και οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την ενοικίαση
και την ιδιοκατοίκηση.
Μεγάλες
διαφοροποιήσεις στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης
Μεταξύ των πέντε
μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών, το Ηνωμένο Βασίλειο
παρουσιάζει τη χαμηλότερη μέση ηλικία αγοράς πρώτης
κατοικίας, στα 28,4 έτη, επίδοση που συνδέεται και με την
εκτεταμένη οικογενειακή οικονομική στήριξη. Πάνω από το 50%
των νέων ηλικίας 18-34 ετών δηλώνουν ότι έχουν λάβει
οικονομική βοήθεια μέσω δωρεάς ή κληρονομιάς.
Στον αντίποδα
βρίσκεται η Γερμανία, όπου η πρώτη αγορά κατοικίας
πραγματοποιείται κατά μέσο όρο στα 33,6 έτη. Η ισχυρή
προστασία των ενοικιαστών και η κοινωνική αποδοχή της
μακροχρόνιας ενοικίασης καθιστούν την αγορά κατοικίας
λιγότερο επείγουσα επιλογή για πολλούς νέους.
Η Ισπανία
ακολουθεί με μέση ηλικία 30,9 ετών, ενώ η Γαλλία και η
Ιταλία καταγράφουν υψηλότερες ηλικίες, στα 32,5 και 32,8 έτη
αντίστοιχα.
Ο ρόλος της
οικογένειας και της αποταμίευσης
Σε χώρες όπως η
Ιταλία και η Ισπανία, οι νέοι παραμένουν περισσότερο στο
πατρικό σπίτι, συνήθως έως τα 26 έτη, γεγονός που
διευκολύνει τη δημιουργία αποταμιεύσεων για την αγορά
κατοικίας. Αντίθετα, στη Γαλλία η οικογενειακή οικονομική
στήριξη είναι πιο περιορισμένη, με μόλις το ένα τρίτο των
νέων να λαμβάνει χρηματική βοήθεια για αγορά ακινήτου.
Σχεδόν οι μισοί
Έλληνες αγοράζουν σπίτι μετά τα 35
Τα στοιχεία της
έρευνας δείχνουν ότι μόλις το 12,1% των Ελλήνων αποκτά πρώτη
κατοικία πριν από την ηλικία των 25 ετών, ποσοστό που
αποτελεί το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν.
Ακόμη πιο
ενδεικτικό είναι ότι μόνο το 50,4% των Ελλήνων αγοράζει
πρώτη κατοικία έως τα 35 χρόνια, γεγονός που σημαίνει ότι
σχεδόν ένας στους δύο γίνεται ιδιοκτήτης μετά την ηλικία
αυτή. Αντίστοιχα χαμηλά ποσοστά εμφανίζει μόνο η Ελβετία,
όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 53,2%.
Σε ευρωπαϊκό
επίπεδο, ο μέσος όρος φθάνει το 69,5%, δηλαδή περίπου επτά
στους δέκα πολίτες αποκτούν το πρώτο τους σπίτι πριν
συμπληρώσουν τα 35 έτη. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται
στο Λουξεμβούργο (87,8%), στην Ολλανδία (85,2%), στο Ηνωμένο
Βασίλειο (84,6%) και στην Ουγγαρία (82,8%).
Τα στοιχεία
αναδεικνύουν ότι η στεγαστική πρόκληση στην Ελλάδα παραμένει
ιδιαίτερα έντονη, καθώς οι υψηλές τιμές ακινήτων, το
αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και η περιορισμένη δυνατότητα
αποταμίευσης καθυστερούν σημαντικά την πρόσβαση των νέων
στην ιδιοκατοίκηση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

|
|
|
|
|
|
|
|

Αγορά εργασίας στην Ευρωζώνη: Γιατί η δημογραφική γήρανση
παραμένει πρόκληση παρά τη χαμηλή ανεργία
Η αγορά εργασίας της Ευρωζώνης συνεχίζει να
εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά την επιβράδυνση
της οικονομικής δραστηριότητας. Η ανεργία παραμένει κοντά σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας
αυξάνεται και το εργατικό δυναμικό εξακολουθεί να
διευρύνεται. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη θετική εικόνα
κρύβονται μακροπρόθεσμες δημογραφικές προκλήσεις που
ενδέχεται να επηρεάσουν την αναπτυξιακή δυναμική της Ευρώπης
τις επόμενες δεκαετίες.
Οι συζητήσεις γύρω από τη δημογραφική κρίση
συχνά συνοδεύονται από δραματικές προβλέψεις για μεγάλη
μείωση του εργατικού δυναμικού και σημαντικές απώλειες στο
ΑΕΠ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, για παράδειγμα, μελέτες του
Cedefop αναφέρονται στην ανάγκη κάλυψης περίπου 2
εκατομμυρίων θέσεων εργασίας έως το 2035, λόγω
συνταξιοδοτήσεων και νέων αναγκών της οικονομίας. Η εκτίμηση
αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει αντίστοιχο
έλλειμμα εργαζομένων, αλλά αποτυπώνει τη συνολική
κινητικότητα και τις ανάγκες ανανέωσης του ανθρώπινου
δυναμικού μέσα στα επόμενα χρόνια.
Οι βασικές πηγές ενίσχυσης του εργατικού
δυναμικού
Σύμφωνα με ανάλυση οικονομολόγων της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αύξηση του εργατικού
δυναμικού τα τελευταία χρόνια στηρίζεται κυρίως σε τρεις
παράγοντες:
Την αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην
αγορά εργασίας.
Την παραμονή των εργαζομένων μεγαλύτερης
ηλικίας στην απασχόληση για περισσότερα χρόνια.
Τη θετική καθαρή μετανάστευση από χώρες
εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή των
εργαζομένων ηλικίας 55-74 ετών και των μεταναστών, οι οποίοι
αποτελούν πλέον τις δύο μεγαλύτερες «δεξαμενές» ενίσχυσης
του εργατικού δυναμικού.
Πώς άλλαξε η σύνθεση της απασχόλησης
Από το 2019 μέχρι σήμερα, η δομή της αγοράς
εργασίας έχει μεταβληθεί αισθητά.
Οι εργαζόμενοι ηλικίας 55-74 ετών αυξήθηκαν
κατά 20,2%, ενώ οι εργαζόμενοι με πανεπιστημιακή εκπαίδευση
αυξήθηκαν κατά 19,3%. Παράλληλα, το ποσοστό συμμετοχής των
ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας στην αγορά εργασίας ανέβηκε από
40,3% σε 44,9%.
Ο ρόλος των μεταναστών
Οι μετανάστες αποτελούν πλέον κρίσιμο
παράγοντα για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας.
Αν και αντιπροσώπευαν μόλις το 8% του εργατικού δυναμικού το
2021, συνέβαλαν σε περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής
αύξησής του τα τελευταία χρόνια.
Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ επισημαίνουν ότι οι
μετανάστες δεν αύξησαν την ανεργία των ντόπιων εργαζομένων.
Αντίθετα, κάλυψαν κυρίως θέσεις σε κλάδους που
αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, όπως:
ο τουρισμός,
η εστίαση,
η γεωργία,
οι κατασκευές,
οι υπηρεσίες φροντίδας ηλικιωμένων.
Έτσι, τα στοιχεία διαψεύδουν την άποψη ότι
οι μετανάστες «παίρνουν τις δουλειές» των ντόπιων, καθώς
στην πράξη καλύπτουν ανάγκες που διαφορετικά θα παρέμεναν
ανεκπλήρωτες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι προκλήσεις που παραμένουν
Παρά τη θετική συμβολή των μεταναστών και
των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων, η δημογραφική γήρανση
εξακολουθεί να δημιουργεί προκλήσεις.
Πρώτον, τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων
περιορίζουν τη ροή νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας.
Δεύτερον, οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας
αλλάζουν πολύ πιο σπάνια εργασία σε σχέση με τους νεότερους,
γεγονός που μειώνει τη συνολική ευελιξία της αγοράς.
Τρίτον, μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων
που ενισχύουν το εργατικό δυναμικό εργάζεται λιγότερες ώρες
κατά μέσο όρο, με αποτέλεσμα η αύξηση του αριθμού των
εργαζομένων να μην μεταφράζεται αυτόματα σε ανάλογη αύξηση
της συνολικής εργασιακής παραγωγής.
Αναντιστοιχία προσόντων
Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα αφορά την
αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Πολλοί μετανάστες διαθέτουν υψηλότερα
προσόντα από εκείνα που απαιτούν οι θέσεις που
καταλαμβάνουν. Το 2024 περίπου το 40% των μεταναστών εκτός
ΕΕ με τριτοβάθμια εκπαίδευση εργαζόταν σε θέσεις μέσης ή
χαμηλής ειδίκευσης, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο των
Ευρωπαίων πολιτών.
Δείκτης
|
Πολίτες ΕΕ
|
Πολίτες εκτός ΕΕ
|
Υπερεκπαίδευση σε θέσεις χαμηλότερης ειδίκευσης
|
~21%
|
~40%
|
Συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό
|
Υψηλή
|
Αυξανόμενη
|
Μέση ηλικία
|
Υψηλότερη
|
Χαμηλότερη
|
Η κατάσταση αυτή περιορίζει την
παραγωγικότητα και οδηγεί σε μη βέλτιστη αξιοποίηση των
διαθέσιμων δεξιοτήτων.
Η Ευρωζώνη δεν αντιμετωπίζει σήμερα έλλειψη
εργαζομένων σε συνολικό επίπεδο. Η αύξηση της συμμετοχής των
γυναικών, η παραμονή των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων
στην αγορά και οι μεταναστευτικές εισροές έχουν
αντισταθμίσει σημαντικό μέρος των δημογραφικών πιέσεων.
Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη πρόκληση παραμένει.
Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή γεννητικότητα και η
περιορισμένη ανανέωση του εργατικού δυναμικού σημαίνουν ότι
η μελλοντική ανάπτυξη θα εξαρτηθεί ολοένα περισσότερο από
την αύξηση της παραγωγικότητας, την καλύτερη αξιοποίηση των
δεξιοτήτων, την εκπαίδευση και την τεχνολογική πρόοδο. Για
χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι δημογραφικές πιέσεις είναι
εντονότερες, τα ζητήματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη
σημασία για τη διατήρηση της αναπτυξιακής προοπτικής της
οικονομίας.
Μεταβολές στο εργατικό δυναμικό της
Ευρωζώνης από το 2019
Αύξηση επιλεγμένων κατηγοριών εργαζομένων
σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ.
category
|
increase
|
Ηλικίες 55-74
|
20.2
|
Τριτοβάθμια εκπαίδευση
|
19.3
|
|
|
|
|
|
|
|
|

Η «Οικονομία των Ανθρώπινων Δεξιοτήτων»: Γιατί η Τεχνητή
Νοημοσύνη δεν υποκαθιστά ακόμη τον άνθρωπο
Η ραγδαία εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης
μετασχηματίζει την αγορά εργασίας, χωρίς ωστόσο να μειώνει
τη σημασία των ανθρώπινων δεξιοτήτων. Αντίθετα, σύμφωνα με
πρόσφατες διεθνείς έρευνες, χαρακτηριστικά όπως η
ενσυναίσθηση, η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η
ηγεσία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αξία σε ένα περιβάλλον
όπου οι μηχανές αναλαμβάνουν όλο και περισσότερες εργασίες
ρουτίνας.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας
«Human Skills Economy Workplace Group», που πραγματοποιήθηκε
για λογαριασμό της International Workplace Group (IWG) από
τη Mortar Research, με τη συμμετοχή 510 στελεχών ανθρώπινου
δυναμικού και υπευθύνων προσλήψεων μεγάλων αμερικανικών
επιχειρήσεων.
Παράλληλα, παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν
και από τη διεθνή μελέτη «Global AI Jobs Barometer» της PwC,
η οποία καταγράφει τις επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης
στην απασχόληση και τις δεξιότητες που αναζητούν πλέον οι
εργοδότες.
Η άνοδος της ανθρώπινης αξίας στην εποχή της
ΤΝ
Οι δύο έρευνες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι
όσο περισσότερο εξελίσσονται τα εργαλεία Τεχνητής
Νοημοσύνης, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι δεξιότητες
που παραμένουν κατεξοχήν ανθρώπινες.
Σύμφωνα με τους υπεύθυνους προσλήψεων που
συμμετείχαν στην έρευνα της IWG, η καινοτομία δεν μπορεί να
στηριχθεί αποκλειστικά στην τεχνολογία. Η δημιουργικότητα, η
ενσυναίσθηση, η ικανότητα λήψης σύνθετων αποφάσεων και οι
ηγετικές δεξιότητες θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες για
τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων.
Οι οργανισμοί που επικεντρώνονται
αποκλειστικά στις τεχνολογικές επενδύσεις, χωρίς να
καλλιεργούν τις ανθρώπινες δεξιότητες του προσωπικού τους,
κινδυνεύουν να περιορίσουν τη δυνατότητά τους για καινοτομία
και προσαρμογή στις νέες συνθήκες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η νέα αξία των «soft
skills»
Η χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης έχει
ήδη γίνει καθημερινότητα σε μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την έρευνα της IWG, το 73% των υβριδικών ομάδων
εργασίας χρησιμοποιεί εφαρμογές όπως το ChatGPT, ενώ το 82%
των οργανισμών παρέχει εκπαίδευση σχετική με την ΤΝ.
Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, μόλις το 45%
των στελεχών εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις τους έχουν καλύψει
αποτελεσματικά τα κενά δεξιοτήτων που δημιουργεί ο ψηφιακός
μετασχηματισμός.
Ταυτόχρονα, η PwC διαπιστώνει ότι τα
επαγγέλματα που επηρεάζονται περισσότερο από την Τεχνητή
Νοημοσύνη ενσωματώνουν ανθρώπινες δεξιότητες με ρυθμό 2,5
φορές ταχύτερο σε σύγκριση με επαγγέλματα που επηρεάζονται
λιγότερο από τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, αναβαθμίζονται
δεξιότητες όπως:
• η δημιουργική σκέψη και η εφευρετικότητα,
• η αποτελεσματική επικοινωνία και οι
διαπροσωπικές σχέσεις,
• η διαχείριση σύνθετων και αβέβαιων
καταστάσεων,
• η συνεργασία και η ομαδική εργασία,
• η προσαρμοστικότητα και η συναισθηματική
νοημοσύνη.
Το AI literacy ως βασική προϋπόθεση
Παρότι οι ανθρώπινες δεξιότητες αποκτούν
μεγαλύτερη βαρύτητα, η εξοικείωση με την Τεχνητή Νοημοσύνη
θεωρείται πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την επαγγελματική
εξέλιξη.
Έρευνα της Randstad και του Institute of
Student Employers καταγράφει μείωση κατά 29% στις θέσεις
εργασίας εισαγωγικού επιπέδου παγκοσμίως μεταξύ Ιανουαρίου
2024 και τέλους 2025, γεγονός που δείχνει ότι οι νέοι
εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον
εισόδου στην αγορά εργασίας.
Η απλή εξοικείωση με την τεχνολογία δεν
αρκεί πλέον. Οι επιχειρήσεις αναζητούν εργαζομένους με υψηλό
επίπεδο AI literacy, δηλαδή την ικανότητα ουσιαστικής
αξιοποίησης των εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης για την
ενίσχυση της παραγωγικότητας, την επίλυση προβλημάτων και
την ανάπτυξη νέων ιδεών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι περίπου τα δύο τρίτα
των νεότερων εργαζομένων βοηθούν ήδη πιο έμπειρους
συναδέλφους να ενσωματώσουν την ΤΝ στην καθημερινή τους
εργασία, συμβάλλοντας στη διάδοση νέων πρακτικών και
εργαλείων.
Ο νέος καταμερισμός εργασίας
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας
νέας σχέσης συνεργασίας μεταξύ ανθρώπου και μηχανής.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναλαμβάνει ολοένα και
περισσότερο επαναλαμβανόμενες, τεχνικές και τυποποιημένες
εργασίες, λειτουργώντας ως εργαλείο αυτοματοποίησης και
υποστήριξης.
Αντίθετα, οι άνθρωποι καλούνται να
επικεντρωθούν σε δραστηριότητες που απαιτούν κρίση,
στρατηγική σκέψη, συναισθηματική κατανόηση και δημιουργική
προσέγγιση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας:
• το 65% των υπεύθυνων προσλήψεων θεωρεί ότι
η ΤΝ δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει την ανθρώπινη
ενσυναίσθηση,
• το 64% πιστεύει ότι οι μηχανές υστερούν
στη λήψη σύνθετων αποφάσεων,
• το 53% εκτιμά ότι η ηγεσία θα παραμείνει
κυρίως ανθρώπινο χαρακτηριστικό.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι απολύτως
καθησυχαστική. Η συνεχής πρόοδος των συστημάτων ΤΝ έχει ήδη
αμφισβητήσει πεδία που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν
αποκλειστικά ανθρώπινα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το
40% των συμμετεχόντων θεωρεί πως η δημιουργικότητα θα
παραμείνει πέρα από τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το μέλλον ανήκει στη συνεργασία ανθρώπου και
τεχνολογίας
Οι σύγχρονες εξελίξεις δείχνουν ότι η αγορά
εργασίας δεν οδηγείται σε μια εποχή όπου οι μηχανές
αντικαθιστούν πλήρως τον άνθρωπο, αλλά σε ένα μοντέλο όπου
άνθρωποι και Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργούν συμπληρωματικά.
Η τεχνολογία αναλαμβάνει τις
επαναλαμβανόμενες διαδικασίες και την επεξεργασία μεγάλου
όγκου πληροφοριών, ενώ οι άνθρωποι διατηρούν το πλεονέκτημα
στις δραστηριότητες που απαιτούν φαντασία, κατανόηση, ηγεσία
και σύνθετη κρίση.
Το κρίσιμο ζητούμενο για εργαζομένους και
επιχειρήσεις δεν είναι πλέον η επιλογή ανάμεσα στον άνθρωπο
και την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά η ανάπτυξη των δεξιοτήτων
που θα επιτρέψουν την αποτελεσματική συνεργασία τους στη νέα
οικονομία της γνώσης.
|
|
|
|
|
|