| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 24/02/26

                                   

Ανταγωνιστικότητα & Ευρώ

 

Επιδείνωση στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων ως προς τις τιμές και το κόστος καταγράφεται από το δεύτερο τρίμηνο του 2025, κυρίως λόγω της ανατίμησης του ευρώ, σύμφωνα με τη νεότερη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος («Note on the Greek economy»). Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται παρά το γεγονός ότι η αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC) στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με εκείνη των βασικών εμπορικών της εταίρων.

 

Συνέχιση της επιδείνωσης το 2024

 

Όπως επισημαίνεται, το 2024 συνεχίστηκε η επιβάρυνση της ανταγωνιστικότητας τιμών που είχε ξεκινήσει το 2023, αν και με ηπιότερο ρυθμό. Η σημαντική ανατίμηση της μέσης ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας επηρέασε αρνητικά την εικόνα, με τον χαμηλότερο πληθωρισμό της Ελλάδας έναντι των εμπορικών της εταίρων — εντός και εκτός Ευρωζώνης — να αντισταθμίζει μόνο εν μέρει τις πιέσεις.

 

Η περαιτέρω ενίσχυση του ευρώ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025 οδήγησε σε νέα επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας, επιβαρύνοντας κυρίως τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.

 

Ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας: Από τη βελτίωση στην κάμψη

 

Σε όρους κόστους εργασίας, η ανταγωνιστικότητα είχε παρουσιάσει αξιοσημείωτη βελτίωση την περίοδο 2022–2023, κυρίως χάρη στα ισχυρά κέρδη παραγωγικότητας σε σχέση με τους κύριους εμπορικούς εταίρους. Ωστόσο, το 2024 σημειώθηκε αντιστροφή της τάσης, καθώς η ισχυρή ανατίμηση της μέσης ονομαστικής ισοτιμίας επιβάρυνε εκ νέου τους σχετικούς δείκτες.

 

Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας βάσει κόστους εργασίας εντάθηκε περαιτέρω, εξαιτίας της συνεχιζόμενης ενίσχυσης του ευρώ.

 

Θετικότερη εικόνα στους διαρθρωτικούς δείκτες

 

Πιο ενθαρρυντική εμφανίζεται η εικόνα στους διαρθρωτικούς δείκτες ανταγωνιστικότητας, οι οποίοι δεν σχετίζονται άμεσα με τις τιμές. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, καταγράφεται πρόοδος σε επιμέρους τομείς, όπως η μείωση της φορολογικής σφήνας, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η επιχειρηματική αποδοτικότητα και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας.

 

Η συνολική αποτίμηση δείχνει ότι, παρά τις πιέσεις από τη συναλλαγματική ισοτιμία, οι θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις ενισχύουν σταδιακά τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας 

                                         

                                             

 
 

                         

 

Αγορά Ακινήτων

 

Ενισχυμένο εμφανίζεται το ενδιαφέρον για απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας, κυρίως μεταξύ όσων σήμερα μισθώνουν το σπίτι στο οποίο διαμένουν. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών – ιδιαίτερα στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη – λειτουργεί αποτρεπτικά για τη μεγάλη πλειονότητα των υποψήφιων αγοραστών. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στη χαμηλότερη αξιοποίηση του προγράμματος Σπίτι μου ΙΙ στα μεγάλα αστικά κέντρα σε σύγκριση με την περιφέρεια.

 

Ενισχυμένη πρόθεση αγοράς – Πρωταγωνιστούν οι ενοικιαστές

 

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Alpha Bank, καταγράφεται σαφής άνοδος της πρόθεσης αγοράς κατοικίας εντός της επόμενης διετίας. Το 20% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι σχεδιάζει να προχωρήσει σε αγορά, έναντι 12% πριν από έναν χρόνο.

 

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή μεταξύ των ενοικιαστών: το 31% δηλώνει πρόθεση απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας, από 18% στην προηγούμενη έρευνα. Ιδιαίτερα έντονη είναι η ζήτηση στις ηλικίες 24–35 ετών (29%), ενώ ακολουθεί η ομάδα 35–44 ετών με 24%. Ανά επαγγελματική κατηγορία, υψηλότερη πρόθεση αγοράς εμφανίζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι (29%), έναντι 22% των αυτοαπασχολούμενων και 21% των ιδιωτικών υπαλλήλων.

 

Η ενίσχυση του ενδιαφέροντος αποδίδεται τόσο στην ώθηση που έδωσε το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», όσο και στην προσδοκία περαιτέρω αύξησης των ενοικίων. Το 70% των ερωτηθέντων αναμένει νέα άνοδο των μισθωμάτων (από 60% πέρυσι), ενώ μόλις 8% προβλέπει μείωση.

 

Περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα

 

Παρά τη διάθεση για αγορά, τα διαθέσιμα κεφάλαια παραμένουν χαμηλά. Το 5ο Βαρόμετρο Αγοράς Ακινήτων του Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δείχνει ότι το 83% των ενδιαφερόμενων δεν μπορεί να ξεπεράσει τις 200.000 ευρώ. Από το υπόλοιπο 17%, το 11% κινείται στο εύρος 200.000–300.000 ευρώ και μόλις 6% υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ.

 

Ανησυχητικό είναι ότι το 36% δηλώνει δυνατότητα δαπάνης μόλις 50.000–100.000 ευρώ, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 27% του Νοεμβρίου 2024. Παράλληλα, το 73% εκτιμά ότι σήμερα οι Έλληνες διαθέτουν λιγότερα χρήματα για αγορά ή ενοικίαση κατοικίας σε σχέση με έξι μήνες πριν.

 

Οι τιμές συνεχίζουν ανοδικά

 

Την ίδια στιγμή, οι ζητούμενες τιμές παραμένουν σε ανοδική τροχιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πλατφόρμας Spitogatos.gr, το 2025 η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης κατοικιών πανελλαδικά αυξήθηκε κατά 9,4%, έναντι 8,8% το 2024.

 

Στην Αττική η αύξηση διαμορφώθηκε σε 8,7%, ενώ στη Θεσσαλονίκη σε 11,2%. Στο κέντρο της Αθήνας η μέση ζητούμενη τιμή ανέρχεται πλέον σε 2.462 ευρώ/τ.μ., καταγράφοντας ετήσια άνοδο 9,4% το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Στα δυτικά προάστια η αύξηση ήταν ακόμη υψηλότερη (11,4%), με τις τιμές να διαμορφώνονται στα 2.188 ευρώ/τ.μ.

 

Συνολικά την περίοδο 2021–2025, οι τιμές στην Αττική αυξήθηκαν κατά 41,5% (2.830 ευρώ/τ.μ.), ενώ στη Θεσσαλονίκη η άνοδος έφθασε το 63,5% (2.179 ευρώ/τ.μ.).

 

Στρεβλώσεις από το «Σπίτι μου ΙΙ»

 

Παρά το γεγονός ότι το 66% των ερωτηθέντων αξιολογεί θετικά το πρόγραμμα, σχεδόν οι μισοί (45%) δηλώνουν ότι δεν σκοπεύουν να το αξιοποιήσουν. Στην Αττική το ποσοστό αυτό αγγίζει το 50%, ενώ μειώνεται σε 42% στη Βόρεια Ελλάδα και 37% στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του μέτρου σε περιοχές με χαμηλότερες τιμές.

 

Οι βασικοί λόγοι αποχής αφορούν τα εισοδηματικά και ηλικιακά κριτήρια, καθώς και τους περιορισμούς ως προς την αξία και την παλαιότητα των ακινήτων. Υπενθυμίζεται ότι το πρόγραμμα προβλέπει επιδότηση επιτοκίου, με το 50% του δανείου άτοκο, μέγιστο ποσό δανείου 190.000 ευρώ και ανώτατη αξία ακινήτου 250.000 ευρώ, ενώ το ακίνητο πρέπει να έχει οικοδομική άδεια έως 31/12/2005.

 

Ωστόσο, τρεις στους τέσσερις συμμετέχοντες στην έρευνα της Alpha Bank εκτιμούν ότι το πρόγραμμα συμβάλλει στην αύξηση των τιμών των επιλέξιμων ακινήτων. Το ποσοστό αυτό φθάνει στο 91% μεταξύ όσων πληρούν τα κριτήρια και σκοπεύουν να συμμετάσχουν.

 

Τα στοιχεία του Spitogatos.gr ενισχύουν αυτή την εικόνα: το 2025, περιοχές με υψηλή διαθεσιμότητα επιλέξιμων ακινήτων κατέγραψαν έντονες αυξήσεις, όπως η Δραπετσώνα (+28,6%), το Πέραμα (+26,7%) και το κέντρο της Αθήνας (+22,8%). Αντίστοιχη τάση παρατηρήθηκε και στη Θεσσαλονίκη, με τη Μηχανιώνα (+22,9%) και τη Μενεμένη (+18,2%).

 

Η σημερινή εικόνα της αγοράς δείχνει ένα έντονο παράδοξο: η πρόθεση αγοράς αυξάνεται, αλλά η αγοραστική δυνατότητα περιορίζεται και οι τιμές επιταχύνονται. Η συγκέντρωση της ζήτησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες ακινήτων δημιουργεί πιέσεις και φαινόμενα υπερτίμησης, με αποτέλεσμα το όφελος της επιδότησης να εξανεμίζεται σε αρκετές περιπτώσεις.

 

Αν θέλεις, μπορώ να σου ετοιμάσω και πιο «αιχμηρή» εκδοχή γνώμης/ανάλυσης, με τίτλο τύπου opinion για το GFF, που να αναδεικνύει πιο καθαρά τις στρεβλώσεις της στεγαστικής πολιτικής.

 

                                 

 

Πληθωρισμός

 

Στο 2,9% διατηρήθηκε ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2026, χωρίς μεταβολή σε σχέση με τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research. Την ίδια στιγμή, οι δείκτες προσδοκιών και κλίματος αποτυπώνουν μια σύνθετη εικόνα για το ξεκίνημα του έτους.

 

Ο ετήσιος ρυθμός του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα παρέμεινε στο 2,9%, όταν στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 1,7%, γεγονός που διευρύνει τη θετική απόκλιση πληθωρισμού υπέρ της Ελλάδας. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας σε όρους τιμών, όπως καταγράφεται και από την αύξηση κατά 0,8% της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας στο εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2025. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, η συνολική εικόνα παραμένει βελτιωμένη, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η σημαντική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας.

 

Σε επίπεδο συνιστωσών, τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στον πληθωρισμό (0,9 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ ακολούθησαν οι υπηρεσίες φιλοξενίας και εστίασης (0,7 π.μ.) και η κατηγορία στέγασης και ενέργειας (0,4 π.μ.). Ηπιότερη θετική επίδραση προήλθε από ένδυση–υπόδηση, μεταφορές και αναψυχή, ενώ μηδενική ή αρνητική ήταν η συμβολή άλλων κατηγοριών, όπως η ενημέρωση και επικοινωνία.

 

Η ανάλυση επισημαίνει ότι για τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι κρίσιμη η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα, η αύξηση των πραγματικών μισθών θα πρέπει να συμβαδίζει με αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας, ώστε να αποφευχθούν νέες πληθωριστικές πιέσεις και απώλεια ανταγωνιστικότητας.

 

Στα λεγόμενα «μαλακά» δεδομένα, η εικόνα είναι μικτή. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ υποχώρησε στις 105,4 μονάδες τον Ιανουάριο από 106,9 τον Δεκέμβριο, παραμένοντας πάντως πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με την Ευρωζώνη. Ιδιαίτερη επιδείνωση καταγράφηκε στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, αντανακλώντας την επίδραση του επίμονου πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα.

 

Αντίθετα, θετική δυναμική καταγράφεται στη μεταποίηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της S&P Global, ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) ανήλθε στις 54,2 μονάδες τον Ιανουάριο, από 52,9 τον Δεκέμβριο, σηματοδοτώντας επιτάχυνση της παραγωγής και των νέων παραγγελιών, καθώς και βελτίωση της απασχόλησης. Παρά τις δυσκολίες στην εφοδιαστική αλυσίδα και την άνοδο του κόστους εισροών, οι επιχειρήσεις κατάφεραν να μετακυλήσουν μέρος των αυξήσεων στις τελικές τιμές.

 

Συνολικά, η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με επίμονο αλλά ελεγχόμενο πληθωρισμό και αντιφατικά μηνύματα από τους δείκτες προσδοκιών, ενώ η μεταποίηση διατηρεί θετική αναπτυξιακή τροχιά.

                       

 

Στέγη σε κρίση: Σχεδόν 1 στους 2 Ευρωπαίους βλέπει την ιδιοκατοίκηση να απομακρύνεται

 

Σχεδόν οι μισοί Ευρωπαίοι που δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία είτε θεωρούν ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να αγοράσουν σπίτι είτε δεν επιθυμούν καν να το κάνουν στο μέλλον. Η εικόνα, ωστόσο, παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά χώρα, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έρευνα τάσεων κατοικίας της RE/MAX, η οποία καταγράφει μια σαφή μεταβολή στη στάση απέναντι στο στεγαστικό ζήτημα.

 

Κατά μέσο όρο, το 29% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να αποκτήσει δική του κατοικία. Το ποσοστό κυμαίνεται από 13% στην Τουρκία έως 44% στην Τσεχία. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 30%, ενώ υψηλότερα επίπεδα καταγράφονται στη Σλοβενία (39%), στην Ιταλία (35%), στη Μάλτα (34%), καθώς και σε Ιρλανδία, Πολωνία και Ουγγαρία (33%). Στον αντίποδα βρίσκονται το Λουξεμβούργο (17%) και η Τουρκία.

 

Όπως σημείωσε στο Euronews ο διευθύνων σύμβουλος της RE/MAX Ευρώπης, Michael Polzler, η υποτονική οικονομική ανάπτυξη σε αρκετές χώρες επιβράδυνε τη μισθολογική άνοδο, την ώρα που οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν να αυξάνονται. Έτσι, το ζήτημα της προσιτότητας παραμένει οξύ, ιδίως για τις νεότερες γενιές, ακόμη και σε αγορές με σχετικά σταθερή απασχόληση.

 

Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Τσεχία, όλο και περισσότεροι πολίτες απομακρύνονται από την προοπτική αγοράς κατοικίας, καθώς το ράλι των τιμών και η δυσκολία αποταμίευσης καθιστούν την ιδιοκατοίκηση δυσπρόσιτη.

 

Παράλληλα, διαφαίνεται και μια αλλαγή νοοτροπίας: το 15% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αποκτήσει σπίτι. Το ποσοστό ξεκινά από 4% στην Ιρλανδία και φτάνει στο 31% στη Γερμανία, ενώ ξεπερνά το 20% σε Ολλανδία, Αυστρία και Ελβετία. Αντίθετα, χαμηλότερη απροθυμία καταγράφεται στην Τουρκία (5%), στην Ισπανία (7%), στη Βουλγαρία (7%) και στην Ουγγαρία (9%), ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό διαμορφώνεται στο 12%.

 

Συνυπολογίζοντας όσους θεωρούν ανέφικτη την αγορά κατοικίας και όσους δεν επιθυμούν να αγοράσουν, προκύπτει ότι το 44% των Ευρωπαίων που δεν έχουν σπίτι πιστεύει πως θα μείνει εκτός αγοράς μόνιμα. Τα ποσοστά ξεπερνούν το 50% στη Γερμανία (59%), στην Αυστρία και την Τσεχία (54%), στην Ολλανδία (53%) και στην Ελβετία (52%). Στην Ελλάδα το συνολικό ποσοστό ανέρχεται στο 42%, ενώ στην Τουρκία περιορίζεται στο 18%.

 

Σύμφωνα με τον Polzler, παρότι οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει αυστηρότερες και η εργασιακή αβεβαιότητα παραμένει, η επιθυμία για ιδιοκατοίκηση εξακολουθεί να συνδέεται με την οικονομική ασφάλεια και τη σταθερότητα της οικογένειας. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, όπου το συνολικό ποσοστό όσων μένουν εκτός αγοράς αγγίζει το 32%, η κατοχή κατοικίας εξακολουθεί να θεωρείται «ασπίδα» απέναντι σε μελλοντικές αναταράξεις.

 

Οι λόγοι, πάντως, ποικίλλουν. Στις 23 χώρες της έρευνας, το 53% δηλώνει ικανοποιημένο από τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης και δεν βλέπει ανάγκη αγοράς. Το 21% αποφεύγει τις ευθύνες που συνεπάγεται η ιδιοκατοίκηση, το 19% θεωρεί ότι τα ακίνητα είναι υπερτιμημένα ή μη ελκυστική επένδυση, το 16% επιθυμεί μεγαλύτερη γεωγραφική ευελιξία, ενώ το 13% εκτιμά ότι μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά στο ενοίκιο αλλά όχι στην αγορά. Μόλις το 5% φοβάται ενδεχόμενη πτώση τιμών.

 

Παρά τις δυσκολίες, η ιδιοκατοίκηση παραμένει κυρίαρχη στην Ευρώπη. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, περίπου το 70% των πολιτών της ΕΕ διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ το υπόλοιπο 30% νοικιάζει. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, ο ρόλος της κατοικίας μεταβάλλεται: από κοινωνικό ορόσημο των προηγούμενων γενεών εξελίσσεται πλέον σε περισσότερο συνειδητή οικονομική στρατηγική.

 

 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum