| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 24/08/26

                                   

 

Πληθωρισμός 2019-2026: Ποιες χώρες άντεξαν και γιατί η Ελλάδα έχασε τόσο μεγάλο μέρος της αγοραστικής της δύναμης

 

Ο πληθωρισμός αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές δοκιμασίες της τελευταίας εξαετίας, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης για τα νοικοκυριά σε ολόκληρο τον κόσμο. Η άνοδος των τιμών δεν ήταν απλώς ένα προσωρινό φαινόμενο που κορυφώθηκε το 2022 και στη συνέχεια υποχώρησε. Ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση του ετήσιου πληθωρισμού, το επίπεδο των τιμών παρέμεινε πολύ υψηλότερο από εκείνο του 2019.

 

Η πανδημία, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η εκτίναξη των τιμών ενέργειας και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δημιούργησαν έναν συνδυασμό πιέσεων που μεταφέρθηκε γρήγορα από τις διεθνείς αγορές στις τσέπες των καταναλωτών.

 

Το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό από χώρα σε χώρα. Ορισμένες οικονομίες κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την απώλεια της πραγματικής αξίας του χρήματος, ενώ άλλες είδαν την αγοραστική δύναμη των πολιτών τους να υποχωρεί δραματικά.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σαφώς στη δεύτερη κατηγορία, έχοντας να αντιμετωπίσει όχι μόνο το νέο πληθωριστικό κύμα αλλά και το γεγονός ότι ξεκίνησε την περίοδο από ιδιαίτερα χαμηλή βάση εισοδημάτων, ύστερα από μία δεκαετία δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης.

 

Οι χώρες που άντεξαν περισσότερο

 

Η διεθνής εικόνα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ και ανάλυση της σωρευτικής μεταβολής του επιπέδου τιμών από τα τέλη του 2019, μια μικρή ομάδα χωρών κατάφερε να περιορίσει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης σε επίπεδα χαμηλότερα του 17%.

 

Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται η Ελβετία, η Κόστα Ρίκα, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Δανία, το Ισραήλ, η Νότια Κορέα και η Φινλανδία.

 

Η Ελβετία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το ισχυρό ελβετικό φράγκο, η σχετικά περιορισμένη εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα για την ηλεκτροπαραγωγή και η γενικότερη σταθερότητα της οικονομίας συνέβαλαν ώστε το πληθωριστικό σοκ να είναι μικρότερο σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες.

 

Στη Γαλλία και τη Δανία, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης οι κρατικές παρεμβάσεις. Μέτρα όπως οι παρεμβάσεις στις τιμές ενέργειας και τα δημοσιονομικά προγράμματα στήριξης περιόρισαν τη μεταφορά του διεθνούς ενεργειακού σοκ στα νοικοκυριά.

 

Η Ιαπωνία, από την άλλη πλευρά, ξεκίνησε από ένα περιβάλλον επίμονα χαμηλού πληθωρισμού, γεγονός που επίσης επηρέασε τη συνολική εικόνα της περιόδου.

 

Η μεγάλη διαφορά με τις ΗΠΑ και τις χώρες της Βαλτικής

 

Στον αντίποδα βρίσκονται οικονομίες στις οποίες η σωρευτική αύξηση των τιμών ήταν πολύ μεγαλύτερη.

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απώλεια αγοραστικής δύναμης από το 2019 έως το 2026 υπολογίζεται περίπου στο 23%. Η ισχυρή ζήτηση μετά την πανδημία, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες συνέβαλαν στην εκτόξευση του πληθωρισμού.

 

Το γεγονός ότι ο πληθωρισμός έχει πλέον υποχωρήσει δεν σημαίνει ότι οι τιμές επέστρεψαν στα επίπεδα του 2019. Απλώς αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό. Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση για την κατανόηση της πραγματικής πίεσης που αισθάνονται τα νοικοκυριά.

 

Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες σε αρκετές χώρες του ΟΟΣΑ. Σε οικονομίες όπως η Λετονία, η Λιθουανία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Κολομβία και η Χιλή, η σωρευτική διάβρωση της αγοραστικής δύναμης ξεπέρασε το 30%.

 

Η μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι απότομες μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και η ένταση του ενεργειακού σοκ δημιούργησαν έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό.

 

                              

 

Η Ελλάδα ξεκίνησε από πολύ χαμηλότερη βάση

 

Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο.

 

Η χώρα μπήκε στην πληθωριστική κρίση έχοντας ήδη υποστεί μία από τις μεγαλύτερες απώλειες εισοδήματος μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών κατά την προηγούμενη δεκαετία. Επομένως, η νέα αύξηση των τιμών δεν έπληξε μια οικονομία με υψηλό επίπεδο διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά μια οικονομία στην οποία η αγοραστική δύναμη είχε ήδη υποστεί σημαντική αποδυνάμωση.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης.

 

Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης αντιστοιχούσε περίπου στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Με άλλα λόγια, το επίπεδο οικονομικής ευημερίας ανά κάτοικο παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Αυτό εξηγεί γιατί η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αισθάνεται έντονα την ακρίβεια, ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες ο πληθωρισμός υποχωρεί.

 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός, αλλά το επίπεδο των τιμών

 

Ένα από τα σημαντικότερα λάθη στην αξιολόγηση της σημερινής κατάστασης είναι η σύγχυση μεταξύ πληθωρισμού και ακρίβειας.

 

Όταν ο πληθωρισμός μειώνεται από το 5% στο 2,5%, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει ότι συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με μικρότερο ρυθμό.

 

Έτσι, οι αυξήσεις που σημειώθηκαν την περίοδο 2021-2023 παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές τροφίμων, ενέργειας, ενοικίων και υπηρεσιών.

 

Για τα ελληνικά νοικοκυριά, η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη επειδή οι δαπάνες για βασικά αγαθά καταλαμβάνουν μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος σε σχέση με τις πλουσιότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

 

Η άνοδος των τιμών στα τρόφιμα, στη στέγαση και στην ενέργεια επομένως έχει δυσανάλογη επίδραση στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Το ίδιο ποσοστό πληθωρισμού δεν έχει την ίδια κοινωνική επίπτωση σε ένα νοικοκυριό με υψηλό εισόδημα και σε μια οικογένεια που διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού της για βασικές ανάγκες.

 

                              

 

Οι μισθοί δεν πρόλαβαν τις τιμές

 

Η άλλη πλευρά της εξίσωσης είναι οι μισθοί.

 

Τα τελευταία χρόνια οι ονομαστικές αμοιβές στην Ελλάδα αυξήθηκαν, τόσο μέσω των αυξήσεων του κατώτατου μισθού όσο και μέσω της ενίσχυσης των αποδοχών σε αρκετούς κλάδους.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η ονομαστική αύξηση δεν ταυτίζεται με πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

 

Εάν ένας μισθός αυξηθεί κατά 5%, αλλά το κόστος ζωής αυξηθεί κατά 6%, ο εργαζόμενος έχει στην πραγματικότητα χάσει αγοραστική δύναμη.

 

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η εμπειρία της ακρίβειας παραμένει τόσο έντονη στην Ελλάδα, παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών.

 

Υπάρχουν πάντως και θετικότερες εξελίξεις. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,3% σε τριμηνιαία βάση, μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών του οργανισμού. Η βελτίωση συνδέεται με την αύξηση της απασχόλησης, την άνοδο των μισθών και τα εισοδήματα από ακίνητα.

 

Πρόκειται για θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί ακόμη για να αντιστρέψει πλήρως τις απώλειες που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια.

 

Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα

 

Η περίοδος 2019-2026 ανέδειξε ένα σημαντικό παράδοξο.

 

Η ελληνική οικονομία έχει ανακάμψει σε επίπεδο ανάπτυξης, απασχόλησης και δημοσιονομικών επιδόσεων, όμως η βελτίωση αυτή δεν έχει μεταφραστεί στον ίδιο βαθμό σε αγοραστική δύναμη.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση από ό,τι κατά την κορύφωση της κρίσης χρέους, αλλά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης.

 

Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου δεν είναι επομένως απλώς να μειωθεί ο πληθωρισμός. Είναι οι αυξήσεις των εισοδημάτων να παραμείνουν σταθερά υψηλότερες από την αύξηση του κόστους ζωής, ώστε η ανάπτυξη να μετατραπεί σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.

 

Γιατί τελικά, για ένα νοικοκυριό, η σημαντικότερη οικονομική μεταβλητή δεν είναι πόσο αυξάνεται το ΑΕΠ ή πόσο μειώνεται ο πληθωρισμός. Είναι πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί πραγματικά να αγοράσει ο μισθός του στο τέλος κάθε μήνα.

 

                            

 

ΟΟΣΑ: Οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό στα 31 – Η στέγη απορροφά πάνω από το 60% του εισοδήματος

 

Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων στην Ελλάδα, με την αποχώρηση από το πατρικό σπίτι να καθυστερεί σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, η μέση ηλικία κατά την οποία οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό τους ανέρχεται πλέον στα 30,9 έτη, σχεδόν πέντε χρόνια υψηλότερα από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στα 26,2 έτη.

 

Η εικόνα αποτυπώνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές στην προσπάθειά τους να περάσουν στην οικονομική και στεγαστική αυτονομία. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο όσους δεν εργάζονται ή δεν έχουν σταθερό εισόδημα. Ακόμη και για τους νέους που διαθέτουν εισόδημα, το κόστος της κατοικίας αποτελεί εξαιρετικά μεγάλο βάρος.

 

Ένας νέος ηλικίας 18 έως 29 ετών στην Ελλάδα δαπανά κατά μέσο όρο πάνω από το 60% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Στις μεγάλες πόλεις η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Σχεδόν 8 στους 10 νέους διαθέτουν πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους για τη στέγαση, γεγονός που τους κατατάσσει στην κατηγορία των νοικοκυριών με υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση.

 

Το 74% των νέων παραμένει στο πατρικό

 

Το πρόβλημα αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση και στο ποσοστό των νέων που εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους.

 

Στην Ελλάδα, το 74% των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών μένει στο πατρικό σπίτι. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με υψηλότερες επιδόσεις μόνο στη Νότια Κορέα, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Σλοβακία.

 

Η στεγαστική ανασφάλεια ξεκινά μάλιστα από πολύ μικρότερες ηλικίες. Περίπου 7 στους 10 νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών δηλώνουν ότι ανησυχούν για το εάν θα μπορέσουν να βρουν ή να διατηρήσουν κατάλληλη κατοικία μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια. Το ποσοστό αυτό είναι το πέμπτο υψηλότερο στον ΟΟΣΑ και βρίσκεται αισθητά πάνω από τον μέσο όρο του 61%.

 

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η εικόνα των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό νέων στην Ε.Ε. που καθυστερούν την πληρωμή ενοικίου ή στεγαστικού δανείου, με το ποσοστό να φτάνει το 18,9%, έναντι μόλις 4,7% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.

 

Γιατί η κατοικία παραμένει απρόσιτη

 

Ο ΟΟΣΑ εντοπίζει μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες που έχουν διαμορφώσει τη σημερινή στεγαστική κρίση.

 

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μεγάλη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η περιορισμένη προσφορά οικονομικά προσιτών κατοικιών στις περιοχές όπου υπάρχει υψηλή ζήτηση, η γήρανση του κτιριακού αποθέματος και η δυσκολία πρόσβασης των νέων σε στεγαστική χρηματοδότηση.

 

Στα προβλήματα αυτά προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια η μεγάλη άνοδος των ενοικίων και των τιμών πώλησης, η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, αλλά και οι πρόσθετες πιέσεις που δημιουργεί ο τουρισμός.

 

Η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, αλλά και τα προγράμματα προσέλκυσης ξένων επενδυτών, έχουν συμβάλει στην αύξηση των τιμών, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές.

 

Από τους νέους που έχουν ήδη εγκαταλείψει το πατρικό τους, σχεδόν οι μισοί εξαρτώνται από την ιδιωτική αγορά ενοικίων.

 

Το υψηλό κόστος, μάλιστα, δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη ποιότητα κατοικίας. Οι νέοι είναι πιθανότερο να ζουν σε υπερπλήρη σπίτια ή σε ακίνητα με προβλήματα υγρασίας και μούχλας. Το 2020, περίπου 8% των ενοικιαστών που πλήρωναν ενοίκιο σε τιμές αγοράς αντιμετώπιζαν σοβαρή στεγαστική στέρηση, έναντι 5,8% στην Ε.Ε.

    

                       

 

Η ιδιοκατοίκηση γίνεται όλο και πιο δύσκολη για τους νέους

 

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό συνολικό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική για τις νεότερες γενιές.

 

Το 2017 μόλις 30% των νέων ηλικίας 16 έως 34 ετών ήταν ιδιοκτήτες της κατοικίας τους, έναντι περίπου 70% στις ηλικίες 35 έως 64 ετών.

 

Η απόσταση μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μεταξύ 18 ευρωπαϊκών χωρών για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία.

 

Η πρόσβαση στη στεγαστική πίστη αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια. Οι νέοι διαθέτουν συνήθως μικρότερες αποταμιεύσεις, περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό και λιγότερο σταθερή απασχόληση, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται περισσότερο να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη ίδια συμμετοχή και να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση.

 

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ελάχιστο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας. Τα προγράμματα εργατικής στέγης διακόπηκαν ουσιαστικά το 2012, με την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.

 

Η αντίθεση με άλλες χώρες είναι μεγάλη, καθώς οι κοινωνικές κατοικίες αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο περίπου 7%-8% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος στις χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ.

 

«Σπίτι μου», κοινωνική αντιπαροχή και νέες κατοικίες

 

Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα έχει αρχίσει να αλλάζει κατεύθυνση, μετατοπιζόμενη σταδιακά από την αποκλειστική στήριξη της ζήτησης προς πολιτικές ενίσχυσης της προσφοράς κατοικιών.

 

Στο πρόγραμμα «Σπίτι μου» εγκρίθηκαν στην πρώτη φάση περισσότερες από 8.900 αιτήσεις, ενώ το «Σπίτι μου ΙΙ», που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2025 με προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, είχε ήδη ξεπεράσει τις 15.000 εγκρίσεις, με συνολικό στόχο περίπου 20.000 δικαιούχους.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η έκθεση και στην «Κοινωνική Αντιπαροχή», μέσω της οποίας ιδιώτες θα μπορούν να αξιοποιούν δημόσια ακίνητα και γη για την ανάπτυξη κατοικιών.

 

Βάσει του σχεδιασμού, τουλάχιστον το 30% των κατοικιών που θα δημιουργούνται θα παραμένει υπό δημόσιο έλεγχο και θα διατίθεται ως κοινωνική ή προσιτή κατοικία.

 

Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι αρκετές κρίσιμες παράμετροι του προγράμματος δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, όπως τα κριτήρια επιλογής των δικαιούχων, ο καθορισμός των ενοικίων και ο τρόπος κατανομής των κατοικιών.

 

Παράλληλα, σχεδιάζεται η κατασκευή περίπου 2.300 κοινωνικών κατοικιών σε πρώτη φάση, μεταξύ άλλων στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα. Το πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών του 2026, συνολικού προϋπολογισμού 400 εκατ. ευρώ, προβλέπει την αναβάθμιση περίπου 15.000 έως 20.000 ακινήτων.

 

Φοιτητική στέγη: 13.000 κλίνες για 450.000 φοιτητές

 

Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα στη φοιτητική στέγη.

 

Περίπου 450.000 φοιτητές ενδέχεται να έχουν ανάγκη στέγασης, την ώρα που οι δωρεάν διαθέσιμες κλίνες στις φοιτητικές εστίες δεν ξεπερνούν τις 13.000.

 

Μέσω συμπράξεων με ιδιώτες σχεδιάζεται η δημιουργία περίπου 10.000 νέων μονάδων έως το 2027-2028, με επενδύσεις άνω των 650 εκατ. ευρώ.

 

Ακόμη και εάν υλοποιηθεί το σύνολο των συγκεκριμένων έργων, όμως, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι η ζήτηση θα εξακολουθήσει να είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά.

 

Η πραγματική δοκιμασία είναι η προσφορά

 

Η έκθεση του ΟΟΣΑ καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που ουσιαστικά συνοψίζει το μέγεθος της ελληνικής στεγαστικής κρίσης: οι νέες παρεμβάσεις αποτελούν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι ακόμη πολύ νωρίς για να κριθεί εάν μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την κατάσταση.

 

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η επιδότηση της αγοράς ή η διευκόλυνση ενός αριθμού δικαιούχων. Είναι η δημιουργία επαρκούς αριθμού κατοικιών σε τιμές που να μπορούν πραγματικά να αντέξουν τα εισοδήματα των νέων.

 

Με τους νέους να εγκαταλείπουν το πατρικό σχεδόν στα 31, το στεγαστικό κόστος να απορροφά πάνω από το 60% του εισοδήματος και την κοινωνική κατοικία να παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια πρόκληση που υπερβαίνει την αγορά ακινήτων.

 

Πρόκειται πλέον για ζήτημα δημογραφίας, κοινωνικής κινητικότητας και οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η αδυναμία των νέων να αποκτήσουν αυτόνομη και προσιτή κατοικία καθυστερεί την ανεξαρτητοποίησή τους και περιορίζει τις δυνατότητές τους να δημιουργήσουν νέο νοικοκυριό.

                      

                                        

 

                                         

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum