| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 24/09/26

 

                            

 

Στέγη: Η Ελλάδα ξεμένει από προσιτές κατοικίες – Τι ανεβάζει τις τιμές

 

Η ελληνική αγορά κατοικίας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που γίνεται κάθε χρόνο εντονότερο: το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα είναι σε μεγάλο βαθμό παλιό, ενώ η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά.

 

Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά στην οποία οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί και όλο και περισσότερα νοικοκυριά εξαρτώνται από μια αγορά ενοικίων με περιορισμένη προσφορά.

 

Η Ελλάδα έχει πλέον ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στεγαστικού κόστους στην Ευρώπη.

 

Ενας στους τέσσερις δίνει πάνω από 40% του εισοδήματος για στέγη

 

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το 26,4% των Ελλήνων δαπανά τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγαση.

 

Πρόκειται για ποσοστό που διατηρεί την Ελλάδα στην κορυφή της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης, καθώς το στεγαστικό κόστος απορροφά ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών.

 

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί.

 

Το 2025 το ποσοστό των Ελλήνων που κατοικούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία περιορίστηκε στο 69,4%, από 75,1% περίπου μία δεκαετία νωρίτερα.

 

Με άλλα λόγια, μέσα σε μόλις δέκα χρόνια η ιδιοκατοίκηση μειώθηκε σχεδόν κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών που ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία αυξήθηκε στο 30,6%.

 

Η εξέλιξη αυτή μεταφέρει ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διακυμάνσεις της αγοράς ενοικίων.

 

Τα ενοίκια ανεβαίνουν ταχύτερα από τα πραγματικά εισοδήματα

 

Η αύξηση των ενοικίων έχει επιβραδυνθεί σε σχέση με τα πρώτα χρόνια μετά την πανδημία, όμως εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να πιέζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

 

Το πρόβλημα είναι ότι τα εισοδήματα δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.

 

Σύμφωνα με την εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν μόλις κατά 0,1% το 2025.

 

Την ίδια χρονιά, όμως, η μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης κατοικιών αυξήθηκε κατά περίπου 6% σε πανελλαδικό επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία των ακινήτων που προσφέρονται μέσω της πλατφόρμας Spitogatos.

 

                         

 

Η διαφορά είναι χαρακτηριστική

 

Οταν ο πραγματικός μισθός ουσιαστικά παραμένει στάσιμος, αλλά το κόστος στέγασης αυξάνεται κατά 6%, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συμπιέζεται ακόμη περισσότερο.

 

Η αγορά κατοικίας γίνεται όλο και ακριβότερη

 

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος των τιμών αγοράς κατοικιών.

 

Το 2025 οι ζητούμενες τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 9,4% πανελλαδικά, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία.

 

Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά από μια πολυετή περίοδο έντονης ανόδου των τιμών, με αποτέλεσμα η αγορά κατοικίας να έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τα επίπεδα που μπορούσαν να θεωρηθούν προσιτά για ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.

 

Μελέτη της Moody's έχει επισημάνει ότι το ράλι των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει τις τιμές των κατοικιών σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ παράλληλα έχει αυξηθεί σημαντικά και ο λόγος τιμών κατοικιών προς εισόδημα.

 

Ο δείκτης αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς αποτυπώνει πόσο περισσότερο εισόδημα χρειάζεται ένα νοικοκυριό για να αποκτήσει ένα σπίτι.

 

Η επιδείνωση της προσιτότητας επηρεάζει ιδιαίτερα τους νέους και τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

 

Το βασικό πρόβλημα είναι η προσφορά

 

Πίσω από την άνοδο των τιμών βρίσκεται ένα θεμελιώδες πρόβλημα: η Ελλάδα δεν διαθέτει αρκετές κατοικίες που να μπορούν να καλύψουν τη σημερινή ζήτηση σε προσιτές τιμές.

 

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η επίμονη στεγαστική πίεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με παρεμβάσεις στη ζήτηση.

 

Χρειάζεται αύξηση της προσφοράς κατοικιών, καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος και περιορισμός των διοικητικών και πολεοδομικών εμποδίων που καθυστερούν νέες κατασκευές και ανακαινίσεις.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η δημιουργία νέας προσφοράς χρειάζεται χρόνο.

 

Ακόμη και όταν ξεκινήσουν σήμερα νέες επενδύσεις, η επίδρασή τους στην αγορά δεν είναι άμεση. Αυτό σημαίνει ότι η υφιστάμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης μπορεί να συνεχίσει να πιέζει τις τιμές για αρκετό διάστημα.

 

                          

 

Τα προγράμματα ενισχύουν τη ζήτηση, αλλά η προσφορά αργεί

 

Η στεγαστική πολιτική έχει πλέον περάσει σε νέα φάση, με την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035 να θέτει ως βασικούς στόχους την αύξηση της προσφοράς, την ενεργοποίηση κλειστών κατοικιών, την αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και την ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας.

 

Το πρόβλημα είναι η χρονική υστέρηση.

 

Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση συγκεκριμένων κατηγοριών νοικοκυριών στη χρηματοδότηση και στην αγορά κατοικίας. Ωστόσο, όταν αυξάνεται η αγοραστική δύναμη χωρίς να αυξάνεται ταυτόχρονα και ο αριθμός των διαθέσιμων κατοικιών, ένα μέρος της ενίσχυσης μπορεί να μετατραπεί σε πρόσθετη ζήτηση και να διατηρήσει την πίεση στις τιμές.

 

Η ουσιαστική λύση βρίσκεται επομένως στην πλευρά της προσφοράς.

 

Το παλιό ελληνικό απόθεμα δεν επαρκεί

 

Η Ελλάδα διαθέτει ένα μεγάλο οικιστικό απόθεμα, όμως σημαντικό μέρος του είναι παλαιό, ενεργειακά αναποτελεσματικό και δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των νοικοκυριών.

 

Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα.

 

Δεν αρκεί να κατασκευάζονται νέες κατοικίες. Χρειάζεται και η αναβάθμιση των υφιστάμενων.

 

Κλειστά διαμερίσματα, παλιές κατοικίες που χρειάζονται εκτεταμένη ανακαίνιση και ακίνητα που δεν μπορούν εύκολα να διατεθούν στην αγορά αποτελούν ένα δυνητικό απόθεμα που θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά.

 

Ομως η ενεργοποίησή του απαιτεί κεφάλαια, χρόνο, πολεοδομικές λύσεις και συχνά επίλυση ιδιοκτησιακών ή φορολογικών προβλημάτων.

 

Γιατί η ζήτηση συνεχίζει να αυξάνεται

 

Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για κατοικίες έχει αποκτήσει πολλές διαφορετικές πηγές.

 

Η αστικοποίηση, η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και η ανάγκη για καλύτερης ποιότητας κατοικίες δημιουργούν πρόσθετη ζήτηση.

 

Παράλληλα, η κατοικία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό επενδυτικό προϊόν.

 

Η τουριστική ανάπτυξη και η βραχυχρόνια μίσθωση απορροφούν μέρος του διαθέσιμου αποθέματος, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλή τουριστική ζήτηση.

 

Στην εξίσωση προστίθεται και η ζήτηση από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων μέσω της Golden Visa, αλλά και από ξένους επενδυτές που αγοράζουν ακίνητα είτε για ιδιοκατοίκηση είτε ως επένδυση.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι το ίδιο απόθεμα κατοικιών καλείται να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα περισσότερες ανάγκες: μόνιμη κατοικία, επενδυτική αγορά, τουριστική χρήση και ζήτηση από το εξωτερικό.

 

Το στεγαστικό πρόβλημα μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερο

 

Η ελληνική αγορά κατοικίας βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση.

 

Από τη μία πλευρά, οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά, τα ενοίκια συνεχίζουν να ανεβαίνουν και η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί.

 

Από την άλλη, η προσφορά νέων κατοικιών παραμένει περιορισμένη, ενώ μεγάλο μέρος του υπάρχοντος αποθέματος είναι παλιό και χρειάζεται ανακαίνιση.

 

Οσο αυτή η ανισορροπία παραμένει, η πίεση δεν πρόκειται να εξαφανιστεί.

 

Το πραγματικό στοίχημα για την ελληνική στεγαστική πολιτική δεν είναι επομένως μόνο να διευκολύνει την αγορά ενός σπιτιού από ένα νοικοκυριό. Είναι να αυξήσει ουσιαστικά τον αριθμό των κατοικιών που είναι διαθέσιμες, ποιοτικές και οικονομικά προσιτές.

 

Χωρίς σημαντική αύξηση της προσφοράς, η ελληνική αγορά κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο: περισσότερη ζήτηση, περιορισμένη προσφορά, υψηλότερες τιμές και ολοένα μικρότερη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν ιδιόκτητη κατοικία.

 

                                 

 

Δημογραφικό: Η ρομποτική απάντηση της Ιαπωνίας και το μεγάλο στοίχημα της Ελλάδας

 

Το δημογραφικό εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις του 21ου αιώνα. Η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του ενεργού εργατικού δυναμικού δεν αποτελούν πλέον ένα μακρινό σενάριο, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη επηρεάζει την παραγωγή, την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και την ανταγωνιστικότητα πολλών χωρών.

 

Το πρόβλημα έχει μια ιδιαιτερότητα: ακόμη και μια άμεση βελτίωση της γεννητικότητας δεν μπορεί να αυξήσει γρήγορα το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Τα παιδιά που θα γεννηθούν σήμερα θα εισέλθουν στην αγορά εργασίας έπειτα από περίπου δύο δεκαετίες.

 

Γι' αυτό και χώρες που αντιμετώπισαν νωρίτερα το δημογραφικό σοκ αναζητούν λύσεις που μπορούν να αποδώσουν πολύ ταχύτερα. Η Ιαπωνία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, καθώς επιχειρεί να μετατρέψει τη δημογραφική πίεση σε επιταχυντή αυτοματοποίησης και ρομποτικής.

 

Η Ιαπωνία μετατρέπει το δημογραφικό σε τεχνολογικό στοίχημα

 

Η Ιαπωνία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας δημογραφικής γήρανσης. Αντί να αντιμετωπίζει την έλλειψη εργατικών χεριών αποκλειστικά μέσω κινήτρων για περισσότερες γεννήσεις ή εισαγωγής εργαζομένων από το εξωτερικό, επενδύει επιθετικά στην τεχνολογία.

 

Σύμφωνα με την International Federation of Robotics, στα τέλη του 2024 λειτουργούσαν στην Ιαπωνία περίπου 450.500 βιομηχανικά ρομπότ, ενώ μέσα στη συγκεκριμένη χρονιά εγκαταστάθηκαν ακόμη 44.500.

 

Η Κίνα έχει πλέον εξελιχθεί στη μεγαλύτερη αγορά βιομηχανικών ρομπότ, όμως η Ιαπωνία εξακολουθεί να κατέχει κορυφαία θέση στην κατασκευή τους, αντιπροσωπεύοντας περίπου 38% της παγκόσμιας παραγωγής.

 

Η χώρα διαθέτει παράλληλα τεράστια εξαγωγική δραστηριότητα. Το 2023 οι ιαπωνικές επιχειρήσεις εξήγαγαν περισσότερα από 160.000 βιομηχανικά ρομπότ, με περίπου 78% της παραγωγής να κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές.

 

Η αυτοματοποίηση έχει προχωρήσει και στο εσωτερικό της παραγωγής. Το 2024 αντιστοιχούσαν περίπου 446 βιομηχανικά ρομπότ ανά 10.000 εργαζομένους στη μεταποίηση, κατατάσσοντας την Ιαπωνία μεταξύ των πλέον αυτοματοποιημένων οικονομιών του κόσμου.

 

Από το εργοστάσιο στην κοινωνική φροντίδα

 

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η ρομποτική στην Ιαπωνία δεν περιορίζεται πλέον στη βιομηχανία.

 

Η έλλειψη εργαζομένων μεταφέρει την ανάγκη αυτοματοποίησης σε τομείς όπου μέχρι σήμερα η ανθρώπινη εργασία θεωρούνταν δύσκολο να αντικατασταθεί.

 

Η υγεία και η φροντίδα ηλικιωμένων αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ιαπωνία αναπτύσσει και εφαρμόζει ρομποτικές τεχνολογίες για την υποβοήθηση φροντιστών, την ανύψωση και μετακίνηση ασθενών, την παρακολούθηση ηλικιωμένων και την υποστήριξη ανθρώπων με άνοια.

 

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εγχειρήματα είναι το ανθρωποειδές ρομπότ AIREC, βάρους περίπου 150 κιλών, το οποίο αναπτύσσεται στο Πανεπιστήμιο Waseda στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος Moonshot R&D.

 

Ο στόχος είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος: ένα ρομπότ που θα μπορεί να αναλαμβάνει από απαιτητικές εργασίες, όπως η μετακίνηση κατάκοιτων ασθενών, μέχρι καθημερινές οικιακές δραστηριότητες.

 

Η ευρεία επιχειρησιακή αξιοποίηση τέτοιων συστημάτων τοποθετείται γύρω στο 2030.

 

Ο στόχος των 10 εκατομμυρίων AI ρομπότ

 

Η επόμενη φάση της ιαπωνικής στρατηγικής συνδέει πλέον την τεχνητή νοημοσύνη με τη ρομποτική.

 

Η χώρα έχει θέσει ως ορίζοντα το 2040 την ανάπτυξη μιας μεγάλης αγοράς AI Robotics, με στόχο:

 

η Ιαπωνία να κατέχει περισσότερο από 30% της παγκόσμιας αγοράς AI ρομποτικής,

 

να έχουν εγκατασταθεί περίπου 10 εκατομμύρια AI ρομπότ στη χώρα,

 

η τεχνολογία να επεκταθεί σε 18 διαφορετικούς κλάδους,

 

να αναπτυχθούν εγχώρια πολυτροπικά μοντέλα AI και ειδικά «robotics foundation models».

 

Το τελευταίο στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η επόμενη γενιά ρομπότ δεν θα εκτελεί απλώς προκαθορισμένες κινήσεις, αλλά θα μπορεί να αντιλαμβάνεται εικόνες, ήχους, κινήσεις και δεδομένα αισθητήρων και να προσαρμόζεται στο περιβάλλον της.

 

Έτσι, η Ιαπωνία επιχειρεί να αντιμετωπίσει την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού όχι μόνο με περισσότερες μηχανές, αλλά με μηχανές που μπορούν να μαθαίνουν και να προσαρμόζονται.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στην άλλη πλευρά του ίδιου προβλήματος

 

Το δημογραφικό ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο για την Ελλάδα, καθώς η χώρα συνδυάζει χαμηλή γεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού και περιορισμένη προσφορά εργατικού δυναμικού.

 

Τα στοιχεία για την τελευταία δεκαπενταετία αποτυπώνουν την ένταση της τάσης.

 

Με βάση τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, την περίοδο 2012-2025 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά περίπου 562.000. Πρόκειται για μια τεράστια φυσική μείωση του πληθυσμού.

 

Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 100.371 το 2012 σε 68.467 το 2024 και 65.594 το 2025. Μέσα σε 13 χρόνια, η ετήσια παραγωγή νέων γενεών έχει περιοριστεί κατά περίπου 35%.

 

Παράλληλα, αλλάζει και η ηλικιακή κατανομή των γεννήσεων. Το 2005 οι γυναίκες ηλικίας 25-29 ετών είχαν 33.532 γεννήσεις, ενώ το 2025 ο αντίστοιχος αριθμός είχε περιοριστεί στις 12.757.

 

Η μετάθεση της δημιουργίας οικογένειας σε μεγαλύτερες ηλικίες έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μειώνει το διαθέσιμο χρονικό περιθώριο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού.

 

                            

 

Το πρόβλημα είναι πλέον οικονομικό

 

Το δημογραφικό δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ή ασφαλιστικό ζήτημα. Είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να αναπτυχθεί.

 

Λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν μικρότερη δυνητική παραγωγή, μεγαλύτερη πίεση για τις επιχειρήσεις που αναζητούν προσωπικό και υψηλότερες ανάγκες χρηματοδότησης των συντάξεων και των υπηρεσιών υγείας.

 

Ήδη η έλλειψη εργατικού δυναμικού αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική βιομηχανία. Έρευνες των EY Ελλάδος και ΣΕΒ καταδεικνύουν ότι η προσέλκυση και διακράτηση εργαζομένων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τις επιχειρήσεις.

 

Τα κενά εμφανίζονται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: μεταποίηση, κατασκευές, τουρισμός, γεωργία και τεχνικά επαγγέλματα, αλλά και σε θέσεις υψηλής εξειδίκευσης.

 

Το brain drain της προηγούμενης δεκαετίας επιβάρυνε περαιτέρω την εικόνα, καθώς ένα μέρος του παραγωγικού και εκπαιδευμένου ανθρώπινου δυναμικού της χώρας μετακινήθηκε στο εξωτερικό.

 

Η ρομποτική μπορεί να γίνει μέρος της λύσης

 

Η εμπειρία της Ιαπωνίας δείχνει ότι η αντιμετώπιση του δημογραφικού δεν χρειάζεται να περιορίζεται στη δημογραφική πολιτική.

 

Η αύξηση των γεννήσεων παραμένει προφανώς κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη του πληθυσμού. Δεν μπορεί όμως να λύσει το πρόβλημα της έλλειψης εργαζομένων μέσα στα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια.

 

Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η αυτοματοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική.

 

Για την Ελλάδα, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μεγαλύτερη αυτοματοποίηση στη βιομηχανία, στις αποθήκες και στα logistics, στις κατασκευές, στη γεωργία και στις υπηρεσίες. Παράλληλα, η AI μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα εργαζομένων που θα παραμείνουν στην αγορά εργασίας για περισσότερα χρόνια.

 

Η τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως την ανάγκη για ανθρώπινο δυναμικό. Μπορεί όμως να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή ανά εργαζόμενο.

 

Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας

 

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι επομένως μόνο πόσοι άνθρωποι θα ζουν στη χώρα το 2040 ή το 2050.

 

Είναι πόση οικονομική παραγωγή θα μπορεί να δημιουργεί ένας πληθυσμός που θα είναι μικρότερος και μεγαλύτερος σε ηλικία.

 

Η Ιαπωνία επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα με μαζικές επενδύσεις στη ρομποτική και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο, αλλά αντιμετωπίζει την ίδια βασική εξίσωση: λιγότεροι εργαζόμενοι πρέπει να στηρίξουν μια οικονομία με αυξανόμενες ανάγκες.

 

Η δημογραφική τάση δεν μπορεί να αλλάξει γρήγορα. Η παραγωγικότητα, όμως, μπορεί να αυξηθεί πολύ ταχύτερα.

 

Και αυτό ενδεχομένως είναι το σημαντικότερο μάθημα από την ιαπωνική εμπειρία: όταν μειώνονται τα διαθέσιμα εργατικά χέρια, η επόμενη μονάδα ανάπτυξης πρέπει να έρθει όλο και περισσότερο από την τεχνολογία, την αυτοματοποίηση και την παραγωγικότητα.

  
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum