| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 25/02/26

                            

Το παράδοξο της ελληνικής αγοράς εργασίας

 

Σε μια τυπική αγορά εργασίας, όταν η ζήτηση για εργαζομένους αυξάνεται και η προσφορά περιορίζεται, οι μισθοί τείνουν να ανεβαίνουν έως ότου αποκατασταθεί η ισορροπία. Στην ελληνική περίπτωση, όμως, αυτός ο βασικός μηχανισμός φαίνεται να λειτουργεί ατελώς. Παρά τις επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες εργοδοτών για δυσκολία κάλυψης κενών θέσεων σε πωλήσεις, εστίαση, τουρισμό και τεχνικά επαγγέλματα, οι αμοιβές παραμένουν διαχρονικά χαμηλές και η άνοδός τους είναι περιορισμένη.

 

Οι χαμηλοί μισθοί δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία των ελλείψεων προσωπικού, ωστόσο συνιστούν κρίσιμο παράγοντα. Το ζήτημα είναι βαθιά διαρθρωτικό και συνδέεται με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

 

Η στασιμότητα των αποδοχών σε βάθος 15ετίας

 

Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), που κατατέθηκαν στον Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) στο πλαίσιο της διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, αποτυπώνουν με σαφήνεια τη διαχρονική στασιμότητα.

 

2006 (προ κρίσης):

 

Υπηρεσίες & πωλήσεις: 837,4 ευρώ (καθαρά, πλήρης απασχόληση)

 

Ειδικευμένοι τεχνίτες: 906,5 ευρώ

 

2021:

 

Υπηρεσίες & πωλήσεις: 876,7 ευρώ

 

Τεχνίτες: 927,6 ευρώ

 

Σε ονομαστικούς όρους, οι αυξήσεις σε διάστημα 15 ετών ήταν οριακές. Ουσιαστικά, οι μισθοί παρέμειναν σχεδόν στάσιμοι, παρά την κρίση, τη βαθιά ύφεση και την επακόλουθη ανάκαμψη μετά το 2017.

 

Από το 2021 έως το 2024 σημειώνεται σαφώς πιο έντονη άνοδος:

 

Υπηρεσίες & πωλήσεις: 998,6 ευρώ

 

Τεχνίτες: 1.087,3 ευρώ

 

Η βελτίωση είναι πραγματική σε ονομαστικούς όρους. Ωστόσο, συμπίπτει με περίοδο υψηλού πληθωρισμού και αυξημένου κόστους ζωής. Σε πραγματικούς όρους, η αγοραστική δύναμη δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

 

Το διευρυμένο μισθολογικό χάσμα

 

Η εικόνα γίνεται πιο έντονη αν συγκριθούν οι αποδοχές με εκείνες των ανώτερων στελεχών:

 

Ανώτερα διοικητικά στελέχη:

 

1.404,9 ευρώ (2006)

 

1.831,5 ευρώ (2021)

 

1.807,8 ευρώ (2024)

 

Το χάσμα παραμένει σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τις αμοιβές των εργαζομένων σε υπηρεσίες και πωλήσεις, καταδεικνύοντας ότι η ανισορροπία δεν αφορά μόνο το επίπεδο των μισθών, αλλά και τη διάρθρωση της μισθολογικής πυραμίδας.

 

Υψηλές κενές θέσεις, χαμηλές αποδοχές

 

Το παράδοξο εντείνεται όταν εξετάζονται τα στοιχεία για τις κενές θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2024 ο τομέας των πωλήσεων εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά κενών θέσεων στην Ε.Ε., με vacancy rate 8,4%.

 

Παράλληλα, έρευνες καταγράφουν ως δυσκολότερες προς στελέχωση ειδικότητες όπως:

 

Πωλητές

Σερβιτόροι

Υπάλληλοι εξυπηρέτησης πελατών

Τεχνίτες

 

Σε μια «κλασική» αγορά, τέτοια έλλειψη προσφοράς θα οδηγούσε σε ουσιαστική αύξηση αποδοχών. Στην Ελλάδα, η αντίδραση είναι περιορισμένη.

 
 

                             

 

Η διαρθρωτική εξήγηση

 

Η βασική αιτία εντοπίζεται στη δομή της ελληνικής οικονομίας:

 

Κλάδοι έντασης εργασίας

 

Τουρισμός, εστίαση και λιανεμπόριο στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην ανθρώπινη εργασία και όχι στην τεχνολογική υπεραξία.

 

Μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις

Η κυριαρχία μικρών επιχειρήσεων με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας δυσκολεύει τη γενικευμένη αύξηση μισθών.

 

Έντονος ανταγωνισμός τιμών
Το μισθολογικό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας.

 

Αποδυνάμωση συλλογικών διαπραγματεύσεων

Η περίοδος της κρίσης περιόρισε τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ιδιαίτερα στις χαμηλότερες βαθμίδες.

 

Ένα σύστημα χαμηλής ισορροπίας

 

Η ελληνική αγορά εργασίας φαίνεται να λειτουργεί σε μια «χαμηλή ισορροπία»:

 

χαμηλή παραγωγικότητα → χαμηλά περιθώρια κέρδους → περιορισμένες αυξήσεις μισθών → δυσκολία προσέλκυσης εργαζομένων → ελλείψεις προσωπικού.

 

Η αύξηση της ζήτησης από μόνη της δεν αρκεί για να πυροδοτήσει ουσιαστική μισθολογική αναπροσαρμογή, όταν η δομή της οικονομίας δεν επιτρέπει σημαντική αύξηση προστιθέμενης αξίας. 

 

Το πρόβλημα των ελλείψεων προσωπικού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ζήτημα αριθμών. Είναι αντανάκλαση ενός παραγωγικού μοντέλου που στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής έως μέσης προστιθέμενης αξίας, με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας.

 

Η άνοδος των μισθών των τελευταίων ετών αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει το χαμένο έδαφος της προηγούμενης δεκαπενταετίας ούτε για να αποκαταστήσει πλήρως την αγοραστική δύναμη.

 

Η ουσιαστική λύση δεν βρίσκεται μόνο στην αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά σε μια βαθύτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης παραγωγικότητας και μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.

 

                                       

 

Ακάλυπτες επιταγές σε άνοδο

 

Τα πιο πρόσφατα δεδομένα από το τραπεζικό σύστημα και την αγορά καταγράφουν αύξηση τόσο στον αριθμό όσο και στη συνολική αξία των ακάλυπτων επιταγών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, με τη δυναμική να διατηρείται και στις πρώτες εβδομάδες του 2026. Παρότι τα επίπεδα απέχουν σημαντικά από εκείνα της περιόδου της κρίσης, η μεταστροφή της τάσης προκαλεί προβληματισμό. Παραδοσιακά, η στενότητα ρευστότητας εκδηλώνεται πρώτα στις εμπορικές συναλλαγές και αργότερα αποτυπώνεται στα μακροοικονομικά μεγέθη.

 

Τι τροφοδοτεί την άνοδο

 

Η συγκυρία δεν είναι ουδέτερη. Με τον πληθωρισμό στο 2,5%, τις τιμές τροφίμων να αυξάνονται κατά 4,8% και τη στέγαση κατά 5,4%, ενώ το κόστος δανεισμού για μικρές επιχειρήσεις κινείται στο 4,5%-5%, η πίεση στη ρευστότητα εντείνεται. Σε μια οικονομία όπου άνω του 95% των επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές, η επιταγή παραμένει άτυπο μέσο χρηματοδότησης.

 

Όταν ο όγκος κατανάλωσης επιβραδύνεται και οι εισπράξεις καθυστερούν, η πίεση μεταφέρεται διαδοχικά από τον λιανέμπορο στον προμηθευτή, από τον προμηθευτή στον εισαγωγέα και τελικά στο τραπεζικό σύστημα.

 

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε κλάδους με περιορισμένα περιθώρια κέρδους και υψηλή εξάρτηση από εμπορική πίστωση, όπως το λιανεμπόριο ένδυσης, το χονδρεμπόριο τροφίμων και οι μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις.

 

Παρότι η συνολική αξία δεν συνιστά ακόμη συστημικό κίνδυνο, η σταδιακή ενίσχυση λειτουργεί ως πρώιμη ένδειξη πίεσης στο κεφάλαιο κίνησης. Ιστορικά, κύκλοι ανόδου των ακάλυπτων επιταγών έχουν προηγηθεί περιόδων αυστηρότερης τραπεζικής πολιτικής και περιορισμού της πίστωσης.

 

Τα αριθμητικά δεδομένα

 

Το 2025 η αξία των ακάλυπτων επιταγών διαμορφώθηκε κοντά στα 90-100 εκατ. ευρώ, αυξημένη άνω του 20% σε σύγκριση με το 2024. Ο αριθμός των τεμαχίων αυξήθηκε επίσης με διψήφιο ρυθμό, με πιο έντονη επιτάχυνση από τον Σεπτέμβριο και μετά. Τον Δεκέμβριο καταγράφηκε η υψηλότερη μηνιαία αξία των τελευταίων 18 μηνών.

 

Τα επίπεδα αυτά απέχουν αισθητά από την περίοδο 2011–2012, όταν η ετήσια αξία είχε υπερβεί τα 2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στη σύγκριση με την κρίση, αλλά στην κατεύθυνση της μεταβολής σε ένα περιβάλλον που μέχρι πρόσφατα εμφάνιζε σταθερότητα.

 

Η αύξηση δεν είναι ομοιόμορφη. Σε ένδυση και μικρό λιανεμπόριο, η ετήσια άνοδος ξεπερνά το 30%. Στις κατασκευές παρατηρείται αύξηση στον αριθμό μικρών ποσών, στοιχείο που υποδηλώνει διάχυτη πίεση ρευστότητας και όχι μεμονωμένες μεγάλες αθετήσεις.

 

Πέρα από την κορυφή του παγόβουνου

 

Οι ακάλυπτες επιταγές αποτελούν το τελικό στάδιο μιας αλυσίδας καθυστερήσεων. Συνήθως προηγούνται καθυστερημένες εισπράξεις, ανακύκλωση επιταγών, διαπραγμάτευση παρατάσεων και μείωση αποθεμάτων.

 

Η μέση διάρκεια εμπορικής πίστωσης σε ορισμένους κλάδους έχει επιμηκυνθεί από 75-80 ημέρες σε πάνω από 95 μέσα σε ένα έτος, αυξάνοντας τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης για τη διατήρηση του ίδιου κύκλου εργασιών.

 

Με τα επιτόκια σε υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο μηδενικών επιτοκίων, η αναχρηματοδότηση γίνεται ακριβότερη. Για δανεισμό 300.000 ευρώ, αύξηση επιτοκίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα σημαίνει πρόσθετο κόστος 3.000 ευρώ ετησίως — ποσό που συχνά ισοδυναμεί με το μηνιαίο καθαρό περιθώριο μιας μικρής επιχείρησης.

 

Η σύνδεση με την κατανάλωση και τα δημόσια έσοδα

 

Η επιβράδυνση στον όγκο κατανάλωσης σε επιμέρους κλάδους λιανεμπορίου εντείνει τις πιέσεις. Όταν ο τζίρος αυξάνεται ονομαστικά αλλά η πραγματική κατανάλωση περιορίζεται, τα περιθώρια συρρικνώνονται.

 

Δεδομένης της υψηλής εξάρτησης των φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ, οι καθυστερήσεις συναλλαγών μπορούν να επηρεάσουν τον προϋπολογισμό με υστέρηση ενός ή δύο τριμήνων. Οι ακάλυπτες επιταγές δεν πλήττουν άμεσα τα δημόσια έσοδα, αλλά επηρεάζουν τη ρευστότητα της αλυσίδας και κατ’ επέκταση τις δηλωμένες συναλλαγές, τις επενδύσεις και τη φορολογική συνέπεια.

 

Οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις αυτές ως ένδειξη πιστωτικού κινδύνου, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αυστηρότερα κριτήρια, αυξημένες απαιτήσεις εξασφαλίσεων και περιορισμό ορίων κεφαλαίου κίνησης — δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.

 

Το αίτημα για νέες 120 δόσεις

 

Η τάση ενισχύει το αίτημα επαγγελματικών φορέων για νέα ρύθμιση 120 δόσεων προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Το επιχείρημα εδράζεται στην πραγματική πίεση ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.

 

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 107 δισ. ευρώ, ενώ κάθε μήνα προστίθενται νέα χρέη άνω του 1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, υφιστάμενες ρυθμίσεις εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο απώλειας.

 

Σε αυτό το περιβάλλον, μια νέα ρύθμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός σταθεροποίησης, μειώνοντας τη μηνιαία επιβάρυνση και περιορίζοντας τον κίνδυνο αλυσιδωτών αθετήσεων. Από την άλλη, το οικονομικό επιτελείο ανησυχεί ότι μια γενικευμένη παρέμβαση ενδέχεται να αποδυναμώσει τα κίνητρα φορολογικής συνέπειας.

 

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η αύξηση των ακάλυπτων επιταγών καταγράφεται σε περιβάλλον ονομαστικής ανάπτυξης. Αυτό υποδηλώνει ότι το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη δραστηριότητας, αλλά η κατανομή και η επάρκεια ρευστότητας. Αν η τάση επιμείνει στο πρώτο εξάμηνο του 2026, η συζήτηση για νέες 120 δόσεις θα αντανακλά την ανάγκη θεσμικής αποσυμπίεσης πριν οι ενδείξεις μετατραπούν σε πρόβλημα πιστωτικής σταθερότητας.

                       

 

Στεγαστική ασφυξία: Η μεγάλη κοινωνική πρόκληση της δεκαετίας

 

Η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να λειτουργεί ως «θηλιά» για τα ελληνικά νοικοκυριά, αποτελώντας ίσως το σοβαρότερο κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα των τελευταίων ετών. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη, η εξεύρεση προσιτής και ποιοτικής κατοικίας έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα για τους νέους και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

 

Η εικόνα της αγοράς

 

Τα τελευταία στοιχεία αποτυπώνουν μια έντονα πιεστική κατάσταση. Οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 35,5% του εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες, έναντι 19,2% στην ΕΕ.

 

Στις αρχές του 2026, τα ενοίκια κατέγραψαν μέση άνοδο 6% σε ετήσια βάση, με το κέντρο της Αθήνας και τα Δυτικά Προάστια να παραμένουν στο επίκεντρο της πίεσης. Την ίδια στιγμή, περίπου 750.000–790.000 ακίνητα παραμένουν κλειστά πανελλαδικά, πολλά εκ των οποίων είναι παλαιά και απαιτούν σημαντικές ανακαινίσεις.

 

Η στέγαση, από θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, έχει μετατραπεί σε σύνθετο και δυσεπίλυτο πρόβλημα.

 

Οι βασικές αιτίες

 

Μεταξύ των σημαντικότερων παραγόντων που τροφοδοτούν την κρίση συγκαταλέγονται η μετατροπή χιλιάδων κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, η αυξημένη ζήτηση από ξένους επενδυτές μέσω του προγράμματος «Χρυσή Βίζα» που ενίσχυσε τις αξίες κυρίως σε Αττική και Θεσσαλονίκη, το ενεργειακά απαξιωμένο και γερασμένο κτιριακό απόθεμα που κρατά μεγάλο αριθμό κατοικιών εκτός αγοράς, καθώς και η εκτόξευση του κόστους κατασκευής σε συνδυασμό με την έντονη έλλειψη εργατικού δυναμικού.

 

Η μελέτη της Alpha Bank και το γηρασμένο απόθεμα

 

Πληρέστερη αποτύπωση της κατάστασης παρέχει πρόσφατη μελέτη της Alpha Bank, η οποία επιχειρεί να εξηγήσει πώς μια χώρα με υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και σημαντικό μέρος του πλούτου της επενδεδυμένο σε ακίνητα αντιμετωπίζει σήμερα στεγαστική κρίση.

 

Η «κληρονομιά» της οικονομικής κρίσης άφησε βαθύ αποτύπωμα στις επενδύσεις κατοικίας. Κατά την περίοδο της ύφεσης, οι επενδύσεις σε κατοικίες μειώνονταν κατά μέσο όρο 25% ετησίως, φτάνοντας το 2017 να αντιστοιχούν μόλις στο 5% των συνολικών επενδύσεων της χώρας. Αν και από το 2018 καταγράφεται ανάκαμψη, τα επίπεδα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα από την προ κρίσης περίοδο.

 

Σχεδόν τα δύο τρίτα των κατοικιών έχουν κατασκευαστεί πριν το 1990, ενώ μόλις το 2,6% ανεγέρθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Έξι στις δέκα κύριες κατοικίες απαιτούν ενεργειακή αναβάθμιση, στοιχείο που επιβαρύνει περαιτέρω την προσφορά.

 

                          

 

Το παράδοξο των κενών κατοικιών

 

Παρά την έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων προς ενοικίαση, περίπου το 35% των κατοικιών παραμένει μη κατοικούμενο — το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Από αυτές, 22,5% είναι δευτερεύουσες ή εξοχικές και 12% πραγματικά κενές.

 

Οι λόγοι ποικίλλουν: πολυϊδιοκτησία και δυσκολίες συνεννόησης μεταξύ κληρονόμων, υψηλό κόστος ανακαίνισης, περιορισμένη απόδοση σε σχέση με τον κίνδυνο. Παρ’ όλα αυτά, ένας στους πέντε ιδιοκτήτες εξετάζει το ενδεχόμενο εκμίσθωσης, στοιχείο που δυνητικά μπορεί να ενισχύσει την προσφορά.

 

Η αστική υπερσυγκέντρωση

 

Πάνω από το 70% του πληθυσμού κατοικεί σε αστικές περιοχές, ενώ σχεδόν ο μισός συγκεντρώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η Αττική, όπου κατοικεί το 35% του πληθυσμού και παράγεται το 46% του ΑΕΠ, συγκεντρώνει δυσανάλογη ζήτηση για στέγη.

 

Η Αθήνα, ιδίως το ιστορικό κέντρο και οι παραλιακές ζώνες, υφίσταται ραγδαίο μετασχηματισμό, με τη ζήτηση να υπερβαίνει κατά πολύ τη διαθέσιμη προσφορά.

 

Τάσεις και προσδοκίες

 

Η νέα έρευνα δείχνει αύξηση 9% στην ικανοποίηση από την κατοικία, κυρίως μεταξύ ιδιοκτητών. Οι ενοικιαστές παραμένουν η λιγότερο ικανοποιημένη κατηγορία. Περίπου το 70% των ερωτηθέντων αναμένει περαιτέρω άνοδο ενοικίων, ενώ η πρόθεση αγοράς κατοικίας ενισχύεται κατά 8% συνολικά και κατά 13% μεταξύ ενοικιαστών.

 

Το πρόγραμμα «Σπίτι μου II» συγκεντρώνει θετική αποδοχή, αν και μόνο το 24% είχε υποβάλει ή σχεδίαζε να υποβάλει αίτηση, κυρίως λόγω περιοριστικών κριτηρίων.

 

Ανάγκη νέας στεγαστικής στρατηγικής

 

Η μετάβαση σε μια συνεκτική στεγαστική πολιτική το 2026 αποτελεί επιτακτική ανάγκη για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Η «κοινωνική αντιπαροχή» προχωρά με αργούς ρυθμούς, ενώ τα προγράμματα αξιοποίησης κλειστών κατοικιών κρίνονται ανεπαρκή.

 

Παράλληλα, η δυναμική των βραχυχρόνιων μισθώσεων εξακολουθεί να περιορίζει τη διαθεσιμότητα ακινήτων, ενώ τα στεγαστικά δάνεια — αν και ενισχύουν τη ζήτηση — φαίνεται να τροφοδότησαν περαιτέρω την άνοδο των τιμών.

 

Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο, αλλά δομικό πρόβλημα που απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης.

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum