|
00:01 -
25/05/26 |
|
|
|
|
|

Κάτω από 1.000
ευρώ σχεδόν 6 στις 10 κύριες συντάξεις – Ποιο είναι το
προφίλ των συνταξιούχων στην Ελλάδα
Η πλειονότητα των συνταξιούχων στην Ελλάδα
είναι άνδρες ηλικίας 66 έως 80 ετών, λαμβάνει κύρια σύνταξη
μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ και κατοικεί κυρίως στην Αττική
και την Κεντρική Μακεδονία, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία
της έκθεσης «Ήλιος».
Τα στοιχεία δείχνουν ότι σχεδόν 6 στις 10
κύριες συντάξεις γήρατος, ποσοστό 57,32%, παραμένουν κάτω
από τα 1.000 ευρώ, ενώ μόλις το 42,68% υπερβαίνει το
συγκεκριμένο όριο. Η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώνεται στα
865 ευρώ, ενώ η μέση επικουρική σύνταξη φτάνει μόλις τα 196
ευρώ.
Συνολικά, το μέσο εισόδημα από συντάξεις
–συμπεριλαμβανομένων κύριων, επικουρικών και άλλων παροχών–
ανέρχεται στα 1.041,83 ευρώ μικτά.
Η ηλικιακή κατανομή των συνταξιούχων δείχνει
ότι το μεγαλύτερο ποσοστό βρίσκεται στις ηλικίες άνω των 70
ετών. Ειδικότερα, το 36,31% είναι μεταξύ 71 και 80 ετών, ενώ
το 27,13% έχει ηλικία άνω των 81 ετών. Παράλληλα, το 33,65%
κυμαίνεται μεταξύ 51 και 70 ετών.
Οι υψηλότερες συντάξεις καταγράφονται στην
ηλικιακή ομάδα 66-70 ετών, όπου το μέσο μηνιαίο εισόδημα από
συντάξεις φτάνει τα 1.130,78 ευρώ μικτά. Ακολουθούν οι
συνταξιούχοι ηλικίας 71-75 ετών με μέσο εισόδημα 1.102,05
ευρώ.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι περισσότεροι
συνταξιούχοι διαμένουν στην Αττική, όπου καταβάλλονται
περίπου 1,75 εκατ. συντάξεις, ενώ ακολουθεί η Κεντρική
Μακεδονία με περισσότερες από 764 χιλιάδες συντάξεις.
Σημαντικός αριθμός καταγράφεται επίσης στη Θεσσαλία και στη
Δυτική Ελλάδα.
Ο συνολικός αριθμός των συνταξιούχων ανήλθε
σε 2.532.354 άτομα, αυξημένος κατά περίπου 3.500 σε σχέση με
τον προηγούμενο μήνα.
Τον ίδιο μήνα εκδόθηκαν 28.832 νέες
συντάξεις, με τη σχετική δαπάνη να ανέρχεται σε 17,2 εκατ.
ευρώ, ενώ καταβλήθηκαν και αναδρομικά ύψους άνω των 85 εκατ.
ευρώ για εκκρεμείς συνταξιοδοτικές υποθέσεις.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στην έκθεση
επιβεβαιώνει ότι, παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών,
μεγάλο μέρος των συνταξιούχων συνεχίζει να κινείται σε
σχετικά χαμηλά επίπεδα μηνιαίων αποδοχών, ιδιαίτερα σε ένα
περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και πληθωριστικών πιέσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στη δεύτερη
χειρότερη θέση της ΕΕ οι εργαζόμενοι – φτωχοί στην Ελλάδα
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά εργαζόμενων που
αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες διαβίωσης καταγράφει η νέα
έρευνα του Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, με την Ελλάδα να
κατατάσσεται στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση
όσον αφορά τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση των
μισθωτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 8,8%
των μισθωτών στη χώρα αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και
κοινωνική υστέρηση, ποσοστό που ξεπερνά σχεδόν όλες τις
χώρες της ΕΕ, με μοναδική εξαίρεση τη Βουλγαρία, όπου το
αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 9,5%.
Η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα πιεστική και σε
άλλους δείκτες διαβίωσης. Το 29,3% των μισθωτών δηλώνει ότι
δεν μπορεί να διαθέσει ένα μικρό ποσό χρημάτων κάθε εβδομάδα
για προσωπικές ανάγκες, ενώ το 23,5% αναφέρει ότι αδυνατεί
να συμμετέχει συστηματικά σε δραστηριότητες αναψυχής.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι, παρά τη βελτίωση
βασικών μεγεθών της αγοράς εργασίας, η χαμηλή αγοραστική
δύναμη σημαντικού μέρους των εργαζομένων συνεχίζει να
επιβαρύνει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο στη χώρα.
Σε σύγκριση με άλλες οικονομίες της
ευρωπαϊκής περιφέρειας, η Ελλάδα εμφανίζει αισθητά
χειρότερες επιδόσεις από χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία
και η Κύπρος, αλλά και από κράτη της Ανατολικής Ευρώπης,
όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι δυσκολίες
διαβίωσης επεκτείνονται σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Για
τους ανέργους, το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής
στέρησης φτάνει το 41%, ενώ για τους μη οικονομικά ενεργούς
πολίτες διαμορφώνεται στο 20,6%. Στους συνταξιούχους το
αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 9,1%.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό θεωρείται το γεγονός
ότι οι περισσότεροι σχετικοί δείκτες επιδεινώθηκαν το 2024
σε σχέση με το 2023, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα ποσοστά
στην Ελλάδα παραμένουν σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ελλάδα καταγράφει επίσης τη χειρότερη
επίδοση στην ΕΕ όσον αφορά την αδυναμία των εργαζομένων να
καλύψουν βασικές προσωπικές ανάγκες. Το 29,3% των μισθωτών
δηλώνει ότι δεν μπορεί να διαθέσει ένα μικρό ποσό για τον
εαυτό του σε εβδομαδιαία βάση, ποσοστό που υπερβαίνει κατά
21 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες καταγράφονται
στους ανέργους, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 61,7%,
αλλά και στους μη οικονομικά ενεργούς πολίτες, όπου
διαμορφώνεται στο 41,3%.
Τέλος, στον δείκτη συμμετοχής σε
δραστηριότητες αναψυχής, η Ελλάδα εμφανίζει επίσης τη
χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς σχεδόν ένας
στους τέσσερις μισθωτούς δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα
να συμμετέχει τακτικά σε τέτοιου είδους δραστηριότητες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Δημογραφική
βόμβα στην Ελλάδα: Έλλειμμα 1,9 εκατ. εργαζομένων απειλεί
οικονομία και ασφαλιστικό
Αντιμέτωπη με
μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών
βρίσκεται η Ελλάδα, καθώς η δημογραφική γήρανση αναμένεται
να προκαλέσει τεράστιο κενό στην αγορά εργασίας, με σοβαρές
επιπτώσεις στην ανάπτυξη, το ασφαλιστικό σύστημα και τα
δημόσια οικονομικά.
Σύμφωνα με
πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική
των Πληθυσμών (Μάρτιος 2026), η χώρα κινδυνεύει να χάσει
περίπου 1,9 εκατομμύρια άτομα από τον πληθυσμό παραγωγικής
ηλικίας έως το 2050, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε
σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας και σε αυξημένες
πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Σημαντική
συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού
Η έρευνα
καταγράφει ότι ο πληθυσμός ηλικίας 15-64 ετών, που αποτελεί
τη βασική δεξαμενή εργαζομένων, ανερχόταν σε 6,6 εκατ. άτομα
το 2024. Μέχρι το 2050, όμως, προβλέπεται να μειωθεί στα 4,7
εκατ., παρουσιάζοντας πτώση σχεδόν 30%.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της ελληνικής
οικονομίας, καθώς η μείωση του διαθέσιμου εργατικού
δυναμικού αναμένεται να περιορίσει την παραγωγικότητα και
την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Πιέσεις στο ΑΕΠ
και στα δημόσια οικονομικά
Η μελέτη εκτιμά
ότι, εάν δεν εφαρμοστούν αποτελεσματικές πολιτικές για την
αντιστροφή της τάσης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα μπορεί
να υποχωρήσει έως και κατά 15% μέχρι το 2050 σε σύγκριση με
τα επίπεδα του 2021. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν διπλάσιο
από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, όπου η αντίστοιχη
μείωση εκτιμάται κοντά στο 8%.
Η επιβράδυνση
της οικονομικής δραστηριότητας αναμένεται να επιβαρύνει και
τα δημόσια οικονομικά, καθώς ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι θα
καλούνται να στηρίξουν αυξανόμενες συνταξιοδοτικές δαπάνες
λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Δυσκολίες στην
κάλυψη θέσεων εργασίας
Η κατάσταση
στην αγορά εργασίας έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει αισθητά τα
τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, από το
2019 και μετά η Ελλάδα εμφανίζει ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία
στην κάλυψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας.
Σήμερα, για
κάθε άνεργο αντιστοιχούν περίπου δέκα κενές θέσεις εργασίας,
όταν στο παρελθόν η αναλογία ήταν σχεδόν μία προς μία. Η
μεταβολή αυτή αποδίδεται κυρίως στη μείωση των νεότερων
ηλικιακών ομάδων και στην αύξηση των ηλικιωμένων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι τομείς με
τις μεγαλύτερες ελλείψεις
Οι ελλείψεις
προσωπικού είναι ιδιαίτερα έντονες σε κρίσιμους κλάδους της
οικονομίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
οι τεχνολογίες
πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών,
οι κατασκευές,
η βιομηχανία,
ο τομέας της
υγείας,
καθώς και ο
πρωτογενής τομέας.
Σε αρκετές
περιπτώσεις, περισσότερο από το 30% των επιχειρήσεων δηλώνει
ότι αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην εύρεση κατάλληλου
ανθρώπινου δυναμικού.
Ανενεργό
δυναμικό στις ηλικίες 55-64
Ιδιαίτερη
έμφαση δίνει η μελέτη και στην περιορισμένη συμμετοχή
μεγαλύτερων ηλικιών στην αγορά εργασίας.
Το 2024, οι
πολίτες ηλικίας 55-64 ετών ανέρχονταν σε περίπου 1,5 εκατ.
άτομα, δηλαδή σχεδόν στο ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού
παραγωγικής ηλικίας. Ωστόσο, μόλις 800.000 συμμετείχαν
ενεργά στην αγορά εργασίας, αφήνοντας περίπου 700.000 άτομα
εκτός απασχόλησης.
Το στοιχείο
αυτό αποκαλύπτει ότι σχεδόν το 44% αυτής της ηλικιακής
ομάδας παραμένει αναξιοποίητο εργασιακά, γεγονός που
θεωρείται κρίσιμο για τη μελλοντική ισορροπία της
οικονομίας.
Η χαμηλή
συμμετοχή των γυναικών
Παράλληλα, η
Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερη συμμετοχή των
γυναικών στην αγορά εργασίας σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές
χώρες.
Το ποσοστό
απασχόλησης των γυναικών παραγωγικής ηλικίας διαμορφώθηκε το
2024 στο 55%, σημαντικά χαμηλότερα από το 72% των ανδρών. Η
μελέτη επισημαίνει ότι η ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης
μπορεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο περιορισμού των
επιπτώσεων της δημογραφικής κρίσης.
Για να
επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται πολιτικές που θα στηρίζουν τις
γυναίκες μετά τη μητρότητα, όπως:
πρόσβαση σε
ποιοτικές δομές βρεφονηπιακής φροντίδας,
ενίσχυση της
προσχολικής εκπαίδευσης,
καλύτερη
ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής,
ίσες αμοιβές
και ευκαιρίες εξέλιξης.
Ο ρόλος της
μετανάστευσης
Η μελέτη
αναδεικνύει επίσης τη σημασία της στοχευμένης
μεταναστευτικής πολιτικής για την κάλυψη των αυξανόμενων
αναγκών της αγοράς εργασίας.
Ιδιαίτερη
αναφορά γίνεται στην ανάγκη προσέλκυσης εργαζομένων από
τρίτες χώρες σε τομείς όπου καταγράφονται μεγάλες ελλείψεις
δεξιοτήτων, όπως:
η υγεία,
η πληροφορική,
οι κατασκευές,
η βιομηχανία,
και η αγροτική
παραγωγή.
Ωστόσο, η
Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερα ποσοστά μόνιμων μεταναστών σε
σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Το 2023 οι νόμιμοι μετανάστες
αντιστοιχούσαν στο 11% του πληθυσμού, έναντι μέσου όρου 15%
στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ την τελευταία δεκαετία καταγράφηκε
και μείωση των μόνιμων μεταναστευτικών ροών προς τη χώρα.
Αναγκαίες οι
παρεμβάσεις
Οι αναλυτές του
ΟΟΣΑ προειδοποιούν ότι χωρίς άμεσες και συντονισμένες
παρεμβάσεις, η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να εξελιχθεί σε
έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για
την ελληνική οικονομία.
Η ενίσχυση της
συμμετοχής γυναικών και μεγαλύτερων ηλικιών στην εργασία, η
αναβάθμιση δεξιοτήτων, η προσέλκυση εξειδικευμένων
μεταναστών και η στήριξη της οικογένειας θεωρούνται κρίσιμες
προϋποθέσεις ώστε η χώρα να περιορίσει τις επιπτώσεις της
δημογραφικής κρίσης και να διατηρήσει βιώσιμη αναπτυξιακή
πορεία τις επόμενες δεκαετίες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι περισσότερες
επιχειρήσεις δεν είναι ακόμη έτοιμες για την εποχή της
AI
Παρά τη ραγδαία εξάπλωση της Τεχνητής
Νοημοσύνης στον χώρο εργασίας, οι περισσότερες επιχειρήσεις
εξακολουθούν να δυσκολεύονται να προσαρμοστούν ουσιαστικά
στη νέα πραγματικότητα, σύμφωνα με τη νέα παγκόσμια έρευνα
Business Leaders 2026 του
Adecco Group.
Η μελέτη με τίτλο «The Human Premium:
Leadership Beyond the Algorithm» δείχνει ότι μόνο το 36% των
οργανισμών καταφέρνει να πείσει τους εργαζομένους πως η AI
δημιουργεί νέες επαγγελματικές ευκαιρίες αντί να απειλεί τις
θέσεις εργασίας τους, ενώ μόλις το 6% των επιχειρήσεων
θεωρείται πραγματικά «future-ready» για τις αλλαγές που
φέρνει η νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Η επιτυχία της AI εξαρτάται περισσότερο από
τους ανθρώπους παρά από την τεχνολογία
Η έρευνα της Adecco καταλήγει στο συμπέρασμα
ότι ο επιτυχημένος ψηφιακός μετασχηματισμός δεν καθορίζεται
μόνο από την τεχνολογική πρόοδο, αλλά κυρίως από:
την εμπιστοσύνη που καλλιεργούν οι
διοικήσεις προς τους εργαζομένους,
την επένδυση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων,
και την υιοθέτηση μιας πιο ανθρωποκεντρικής
μορφής ηγεσίας.
Η μελέτη βασίστηκε σε απαντήσεις 2.000
ανώτατων στελεχών από 13 χώρες, εκπροσωπώντας επιχειρήσεις
με περισσότερους από 8,6 εκατ. εργαζομένους συνολικά.
Τα AI agents μπαίνουν δυναμικά στις
επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τα ευρήματα:
σχεδόν 1 στους 2 business leaders εκτιμά ότι
τα AI agents θα αποτελούν βασικό μέρος της καθημερινής
λειτουργίας των επιχειρήσεων μέσα στους επόμενους 12 μήνες,
όμως μόνο το 30% των εργαζομένων χωρίς
διοικητικό ρόλο συμμερίζεται αυτή την εκτίμηση.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το χάσμα που
εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στις διοικήσεις και στους
εργαζομένους ως προς την αντίληψη και την ετοιμότητα για την
υιοθέτηση της AI.
Παράλληλα, αν και το 70% των εργαζομένων
δηλώνει ότι αισθάνεται άνετα να χρησιμοποιεί εργαλεία
τεχνητής νοημοσύνης, μόνο το 36% των οργανισμών καταφέρνει
να εξηγήσει με σαφήνεια πώς η AI μπορεί να λειτουργήσει
υποστηρικτικά για την επαγγελματική τους εξέλιξη.
Έλλειμμα δεξιοτήτων και ηγετικής
προετοιμασίας
Η έρευνα καταγράφει σημαντικές αδυναμίες σε
επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων:
μόλις το 22% των στελεχών θεωρεί ότι η
εταιρεία του αναπτύσσει αποτελεσματικά future-ready
δεξιότητες,
μόνο το 31% πιστεύει ότι η ηγετική ομάδα
διαθέτει επαρκή γνώση γύρω από την AI ώστε να κατανοεί
πραγματικά τους κινδύνους και τις ευκαιρίες της,
ενώ μόνο το 40% δηλώνει ότι έχει
επικοινωνήσει ξεκάθαρα στους εργαζομένους πώς η τεχνητή
νοημοσύνη επηρεάζει τους ρόλους και την καριέρα τους.
Η Adecco επισημαίνει ότι η τεχνολογική
μετάβαση απαιτεί πλέον ολοκληρωμένες στρατηγικές ανθρώπινου
δυναμικού, με έμφαση:
στην αναβάθμιση δεξιοτήτων,
στη διαφάνεια,
στην προσαρμοστικότητα,
και στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Μόλις το 6% των επιχειρήσεων θεωρείται
πραγματικά «future-ready»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός
ότι μόνο το 6% των οργανισμών χαρακτηρίζεται «future-ready»,
δηλαδή επιχειρήσεις που:
είναι ανθρωποκεντρικές,
διαθέτουν τεχνολογική ωριμότητα,
και αξιοποιούν στρατηγικά την AI.
Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο κατά 4
ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι, γεγονός που
υποδηλώνει ότι η πρακτική εφαρμογή της AI σε μεγάλη κλίμακα
αποδεικνύεται δυσκολότερη από ό,τι αρχικά εκτιμούσαν οι
επιχειρήσεις.
Κωνσταντίνος Μυλωνάς: Η μετάβαση στην AI
είναι κυρίως θέμα κουλτούρας και ηγεσίας
Ο
Κωνσταντίνος Μυλωνάς, VP Adecco και επικεφαλής του
Ομίλου Adecco σε Ελλάδα και Βουλγαρία, υπογράμμισε ότι η
μετάβαση στην εποχή της AI δεν αποτελεί μόνο τεχνολογική
πρόκληση αλλά κυρίως οργανωτική και πολιτισμική αλλαγή.
Όπως ανέφερε, οι εργαζόμενοι χρειάζονται
περισσότερη καθοδήγηση, διαφάνεια και ουσιαστική υποστήριξη
για να κατανοήσουν τον αντίκτυπο της AI στον ρόλο και την
επαγγελματική τους πορεία, ενώ πολλές διοικήσεις
εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικά κενά γνώσης γύρω από
τις νέες τεχνολογίες.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι επιχειρήσεις που
συνδυάζουν την τεχνολογία με μια ανθρωποκεντρική στρατηγική
— επενδύοντας στις δεξιότητες, στην εμπιστοσύνη και στην
προσαρμοστικότητα των εργαζομένων — εμφανίζονται καλύτερα
προετοιμασμένες για το μέλλον της εργασίας.
|
|
|
|
|
|