| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 26/02/26

                                      

Εκλογικός Κύκλος και Επενδύσεις: Η Προσκόλληση της Δημόσιας Διοίκησης στο Πολιτικό Κόστος

 

«Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να προχωρήσουν πριν από τις εκλογές και άλλα που δεν μπορούν, ακριβώς επειδή πλησιάζουν οι κάλπες». Με αυτή τη σύντομη παρατήρηση, υπουργός της κυβέρνησης εξηγούσε σε ιδιωτική συζήτηση γιατί καθυστερούν κρίσιμες αποφάσεις, προκηρύξεις διαγωνισμών και νομοθετήματα που αφορούν σημαντικές επενδύσεις.

 

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό ούτε αποτελεί κυβερνητική πολιτική. Πρόκειται για μια πραγματικότητα όπου το πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα σε αποφάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις από τοπικές κοινωνίες ή ευρύτερο εκλογικό κοινό, λειτουργεί ως φρένο πριν από τις εκλογές. Οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται πάντοτε στον εκλογικό κύκλο· αρκετές πηγάζουν από διαρθρωτικά προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη ή στην πολυπλοκότητα συγκεκριμένων έργων. Κάποιες άλλες συνδέονται με αδιαφορία ή ευθυνοφοβία. Παρά τις δυσκολίες, η προσπάθεια αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας συνεχίζεται, με εκτιμήσεις που τοποθετούν την απορρόφηση κοντά στο 80%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.

 

Επενδύσεις που σχετίζονται με γεωπολιτικές προτεραιότητες, όπως ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος ή οι παραχωρήσεις λιμανιών, κινούνται με ταχύ ρυθμό, κυρίως λόγω διεθνούς ενδιαφέροντος και υψηλής πολιτικής προτεραιότητας.

 

Ωστόσο, με τις εκλογές σε 12–14 μήνες, η αγορά αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η δημόσια διοίκηση εισέρχεται σε φάση προεκλογικής διαχείρισης. Η ανησυχία δεν αφορά την πολιτική ή οικονομική σταθερότητα, αλλά τη διάθεση των στελεχών να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Σύμφωνα με στελέχη πολυεθνικών, παρατηρείται μια συστημική τάση αποφυγής ρίσκου, προκαλώντας στην πράξη μορατόριουμ σε έργα που απαιτούν πολιτική στήριξη.

 

Χαρακτηριστική είναι η καθυστέρηση στον κλάδο της εξόρυξης στη Θράκη, όπως τα κοιτάσματα χρυσού στον Έβρο, όπου η έγκριση έργων σε εκλογικά ευαίσθητες περιοχές θεωρείται υψηλού πολιτικού ρίσκου. Η διοίκηση συχνά επιλέγει τη χρονική αναβολή, αφήνοντας ώριμα σχέδια σε εκκρεμότητα για μεγάλο διάστημα.

 

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στο πρόγραμμα αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας. Η ωρίμανση και προκήρυξη διαγωνισμών για περιφερειακούς λιμένες, μαρίνες και ακίνητα επιβραδύνεται από την απροθυμία να δημιουργηθούν τριβές με τοπικές κοινωνίες, αυτοδιοικητικές αρχές ή συνδικαλιστικούς φορείς.

 

Στον τομέα του real estate και του τουρισμού η αγορά βιώνει αβεβαιότητα λόγω καθυστερήσεων στη ρύθμιση και οριστικοποίηση χωροταξικών πλαισίων. Η κυβέρνηση αποφεύγει να θεσπίσει περιοριστικούς κανόνες δόμησης που θα δυσαρεστούσαν ιδιοκτήτες και επαγγελματίες, με αποτέλεσμα το νομοθετικό περιβάλλον να παραμένει ρευστό και ο κίνδυνος προσφυγών στο ΣτΕ να φρενάρει επενδύσεις

 

Παράλληλα, επενδύσεις σε data centers, έργα περιβαλλοντικών υποδομών, όπως διαχείριση αποβλήτων και υδατοκαλλιέργειες, αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις λόγω αντιδράσεων τύπου «NIMBY» και διστακτικότητας της κεντρικής διοίκησης να επιβάλλει λύσεις.

 

Στους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως αποθήκευση και υπεράκτια αιολικά, η αδειοδότηση νέων πάρκων προσκρούει σε τεχνικούς περιορισμούς αλλά και αντιδράσεις για την αισθητική του τοπίου. Η υπογραφή περιβαλλοντικών όρων θεωρείται πράξη υψηλού πολιτικού ρίσκου. Στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας, καθυστερήσεις καταγράφονται και λόγω δισταγμού στη μετακύλιση κόστους στους καταναλωτές.

 

#Οι επενδυτές δεν αμφισβητούν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αλλά εκφράζουν αμφιβολίες για την αποφασιστικότητα της διοίκησης να προωθήσει έργα πριν από τις εκλογές. Η «επενδυτική παύση» που παρατηρείται δεν προκύπτει από οικονομική δυσπραγία, αλλά από την προτεραιότητα στη διαχείριση του πολιτικού κόστους έναντι μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

 
 

                        

Ελληνική Οικονομία

 

Η Oxford Economics θέτει το ερώτημα αν η δεκαετία του 2020 μπορεί να εξελιχθεί σε «δεκαετία της Ελλάδας», υιοθετώντας ωστόσο μια προσεκτική και ισορροπημένη προσέγγιση ως προς τις προοπτικές της οικονομίας.

 

Ο αναλυτής Πάολο Γκρινιάνι αποφεύγει τις απόλυτες τοποθετήσεις και σκιαγραφεί ένα σενάριο «ναι μεν, αλλά»:

 

Η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ωστόσο ο ρυθμός μεγέθυνσης αναμένεται να επιβραδυνθεί το 2026 και ακόμη περισσότερο το 2027.

 

Παράλληλα, η χώρα προβλέπεται να απολέσει τον τίτλο της πλέον υπερχρεωμένης οικονομίας της ΕΕ — αρχικά έναντι της Ιταλίας στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027 και αργότερα έναντι της Γαλλίας το 2028. Ωστόσο, η σύγκλιση στο επίπεδο διαβίωσης με τις χώρες του «πυρήνα» της ΕΕ θα παραμείνει αργή, καθώς το χάσμα στην αγοραστική δύναμη μισθών και εισοδημάτων δύσκολα θα καλυφθεί σύντομα.

 

Αναμένεται επίσης περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας, όχι όμως με άμεσο και ουσιαστικό αντίκτυπο στο κόστος δανεισμού, δεδομένου ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων βρίσκονται ήδη σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.

 

Ο πληθωρισμός υποχωρεί, αλλά οι πιέσεις στο κόστος ζωής επιμένουν. Καθοριστικός παράγοντας θα είναι η πορεία του δομικού πληθωρισμού, δηλαδή των τιμών εξαιρουμένων τροφίμων και ενέργειας.

 

Η εγχώρια ζήτηση ως βασικός μοχλός

 

Η ανάπτυξη θα συνεχίσει να στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και στις επενδύσεις εντός της χώρας. Ο τουρισμός διατηρεί θετικές προοπτικές, αν και τα μοντέλα της Oxford Economics δείχνουν ηπιότερη δυναμική για την περίοδο 2026–2027 σε σχέση με την εκρηκτική ανάκαμψη που ακολούθησε την πανδημία.

 

Πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις για το 2027

 

Ο οίκος εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός από τις επίσημες ελληνικές προβλέψεις. Για το 2026 προβλέπει αύξηση ΑΕΠ 2,2%, έναντι 2,4% που εκτιμά το Υπουργείο Οικονομίας, ενώ για το 2027 τοποθετεί την ανάπτυξη στο 1,7%, χαμηλότερα από το 2,1% που προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος.

 

Βασικός λόγος αυτής της απόκλισης είναι η εκτίμηση ότι η δημοσιονομική πολιτική θα είναι πιο περιοριστική από ό,τι προβλέπεται επισήμως, λόγω υπεραπόδοσης εσόδων και υποεκτέλεσης δαπανών. Κατά συνέπεια, οι δημόσιες επενδύσεις ενδέχεται να μην επιτύχουν τους στόχους που τίθενται. Επιπλέον, η σταδιακή ολοκλήρωση των προγραμμάτων του NextGenerationEU αναμένεται να περιορίσει τη δυναμική των επενδύσεων.

 

                           

 

Προοπτικές έως το 2030

 

Από το 2021 η Ελλάδα έχει υπεραποδώσει σωρευτικά έναντι της Ευρωζώνης κατά σχεδόν 6%, κυρίως λόγω ισχυρότερης ιδιωτικής κατανάλωσης και δευτερευόντως επενδύσεων. Η υπεραπόδοση εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί, αλλά με μικρότερη ένταση.

 

Η μεταποίηση αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα, με αυξανόμενη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής από το 2019.

 

Ωστόσο, η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης θα είναι δυσκολότερη, καθώς η ανεργία έχει ήδη μειωθεί σημαντικά. Επομένως, η μελλοντική ανάπτυξη θα πρέπει να βασιστεί περισσότερο στην άνοδο της παραγωγικότητας και λιγότερο στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

 

Κίνδυνοι και αβεβαιότητες

 

Ένα σενάριο γενικευμένου εμπορικού πολέμου θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ κατά περίπου 0,5%. Ενδεχόμενη διόρθωση στην τεχνολογία και «σκάσιμο» της φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να επιφέρει απώλειες 0,3%, ενώ αντίστοιχη αρνητική επίδραση εκτιμάται και από πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Αντίθετα, μια ισχυρή ώθηση από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάπτυξη κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Το δημογραφικό αναδεικνύεται ως η σημαντικότερη διαρθρωτική πρόκληση: η συρρίκνωση του πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία περιορίζει τη δυνητική προσφορά εργασίας και επηρεάζει την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

 

Διεθνές περιβάλλον

 

Η Oxford Economics εκτιμά ότι:

 

Ο εμπορικός προστατευτισμός θα ενισχυθεί, αν και μέρος των επιπτώσεων θα αντισταθμιστεί από την τεχνητή νοημοσύνη και τον δημοσιονομικό ακτιβισμό.

 

Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να υπεραποδίδουν, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της τεχνητής νοημοσύνης, τη χαλαρή πολιτική και τις περιορισμένες επιπτώσεις των δασμών.

 

Η υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας αποτελεί πρόσθετο βάρος για την Ευρώπη, πέραν του υψηλού ενεργειακού κόστους.

 

Η δημοσιονομική πολιτική διαφοροποιεί ολοένα περισσότερο τις επιδόσεις μεταξύ των χωρών.

 

Η Ευρωζώνη θα συνεχίσει να κινείται σε «δύο ταχύτητες», μεταξύ πυρήνα και περιφέρειας.

 

Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες θα ενισχύσουν την ανάπτυξη, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από τις προσδοκίες των κυβερνήσεων.

 

Συμπερασματικά, η Ελλάδα φαίνεται να έχει θετικές προοπτικές στη δεκαετία του 2020, αλλά χωρίς εγγυήσεις για θεαματική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα. Η πορεία θα εξαρτηθεί από τη δημοσιονομική ισορροπία, την παραγωγικότητα, τις διεθνείς εξελίξεις και — κυρίως — από την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.

                               

 

Έντονη Πίεση και Κοινωνικές Επιπτώσεις στον Εργασιακό Χώρο στην Ελλάδα

 

Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα εργασιακού στρες, ψυχολογικής πίεσης, ανισοτήτων, αλλά και φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης και εργασιακού εκφοβισμού. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, περίπου οκτώ στους δέκα εργαζόμενους δηλώνουν ότι βιώνουν έντονη πίεση στην εργασία τους, η οποία επηρεάζει αρνητικά την οικογενειακή και κοινωνική τους ζωή.

 

Το 73% των εργαζομένων αναφέρει ότι η εργασία του απαιτεί αυστηρή τήρηση χρονοδιαγραμμάτων, ενώ το 87% δηλώνει ότι εργάζεται συχνά ή πάντα υπό συνθήκες άγχους. Το 51% παραδέχεται ότι η ψυχολογική πίεση επηρεάζει ουσιαστικά την προσωπική και κοινωνική ζωή του. Οι πιο επιβαρυμένοι τομείς είναι η εκπαίδευση, οι επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, η μεταποίηση, οι υπηρεσίες εστίασης και φιλοξενίας και οι μεταφορές.

 

Η ηλικιακή κατανομή δείχνει ότι το άγχος αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες: το 47% των εργαζομένων 17-34 ετών βιώνει συχνά ή πάντα άγχος, ποσοστό που αυξάνεται στο 50% για την ηλικιακή ομάδα 35-54 και στο 53% για τους άνω των 55 ετών. Παρόμοια, το 57% των 35-54 και το 52% των 55+ αναφέρουν ότι η πίεση επηρεάζει τη ζωή εκτός εργασίας.

 

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η σεξουαλική παρενόχληση και ο εργασιακός εκφοβισμός, που εμφανίζονται ως δομικά προβλήματα. Παράγοντες που συμβάλλουν περιλαμβάνουν την ηλικία (36%), το φύλο (27%), τον σεξουαλικό προσανατολισμό (10%) και την εθνικότητα (7%). Στις γυναίκες κυριαρχεί το φύλο ως βασικός παράγοντας παρενόχλησης (42%), ενώ στους άνδρες κυριαρχεί η ηλικία (35%) και η εθνικότητα (15%). Ο σεξουαλικός προσανατολισμός εμφανίζεται ιδιαίτερα στην ηλικιακή ομάδα 17-34 ετών (10%).

 

Οι εργαζόμενοι με υψηλούς τίτλους σπουδών, όπως μεταπτυχιακά ή διδακτορικά, καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά παρενόχλησης (16%), ενώ όσοι έχουν τεχνική ή επαγγελματική κατάρτιση φτάνουν το 15%. Στους υψηλής εκπαίδευσης εργαζόμενους, το φύλο αναγνωρίζεται ως κύριος παράγοντας (43%), ακολουθούμενο από την ηλικία (36%) και την εθνικότητα (20%).

 

Η ένταση της εργασίας αυξάνεται με το μέγεθος της επιχείρησης, από 65% στις μικρές εταιρείες (1-9 άτομα) σε 84% στις μεγάλες (250+ άτομα). Αντίστοιχα, το 62% των εργαζομένων σε μεγάλες επιχειρήσεις αναφέρει ότι η πίεση επηρεάζει αρνητικά την προσωπική του ζωή, έναντι 41% στις μικρές.

 

Οι επαναλαμβανόμενες πιέσεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, προκαλώντας επαγγελματική εξουθένωση, διαταραχές ύπνου, μείωση παραγωγικότητας, αυξημένα λάθη και απουσίες, ακόμη και πρόωρη συνταξιοδότηση. Αυτό συνεπάγεται υψηλό κόστος για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης.

 

                                

 

Η AI Μεταμορφώνει Παραγωγικότητα και Απασχόληση στις Επιχειρήσεις

 

Σύμφωνα με νέα έρευνα της Morgan Stanley, η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον μετατραπεί σε βασικό πυλώνα εταιρικής στρατηγικής, με μετρήσιμο οικονομικό αντίκτυπο που επιταχύνεται. Στους πέντε κλάδους που θεωρούνται πιο εκτεθειμένοι σε βραχυπρόθεσμες ανατροπές από την AI, η μέση επιχείρηση κατέγραψε αύξηση καθαρής παραγωγικότητας 11,5% την τελευταία 12μηνη περίοδο, παράλληλα με καθαρή μείωση θέσεων εργασίας κατά 4%.

 

Η έρευνα, που βασίστηκε σε απαντήσεις 935 ανώτερων στελεχών από ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία και Αυστραλία, επικεντρώθηκε στους κλάδους διανομής βασικών καταναλωτικών αγαθών και λιανεμπορίου, διαχείρισης ακινήτων, μεταφορών, εξοπλισμού και υπηρεσιών υγείας, καθώς και αυτοκινήτων και εξαρτημάτων. Στους συγκεκριμένους τομείς καταργήθηκε το 11% των θέσεων, με 12% να παραμένουν ακάλυπτες, ενώ οι νέες προσλήψεις κάλυψαν μόνο εν μέρει τις απώλειες, οδηγώντας σε συνολική μείωση 4% της απασχόλησης.

 

Μεγαλύτερες επιχειρήσεις επλήγησαν περισσότερο, με εταιρείες 501–1.000 εργαζομένων να μειώνουν το προσωπικό κατά 15%, ενώ οι μικρότερες εταιρείες με λιγότερους από 49 εργαζομένους κατέγραψαν αύξηση 4%. Οι θέσεις αρχικού επιπέδου ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες, ενώ εργαζόμενοι με 2–10 χρόνια προϋπηρεσίας είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επανεκπαίδευσης ή επανατοποθέτησης, υπογραμμίζοντας τη σημασία της προσαρμοστικότητας στην αγορά εργασίας.

 

Η γεωγραφία επηρεάζει επίσης τις επιπτώσεις: οι αμερικανικές εταιρείες σημείωσαν καθαρή αύξηση 2% στις θέσεις εργασίας λόγω AI, ενώ οι μεγαλύτερες αρνητικές επιδράσεις αναμένονται στην Ευρώπη.

 

Όσον αφορά την παραγωγικότητα, σχεδόν οι μισές εταιρείες ανέφεραν αύξηση 1%–10%, το ένα τρίτο 11%–20% και το 14% άνω του 20%. Τα υψηλότερα οφέλη παρατηρήθηκαν στην Αυστραλία, ενώ χαμηλότερα στη Γερμανία. Ανά κλάδο, η υγεία κατέγραψε τα μεγαλύτερα οφέλη, ενώ τα ακίνητα χαμηλότερα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα οφέλη της AI διαχέονται ευρέως, επιταχύνοντας την υιοθέτησή της σε διαφορετικές περιοχές και κλάδους.

 

Για τους επενδυτές, η πλήρης αξιοποίηση της AI μπορεί να οδηγήσει σε εξοικονομήσεις που υπερβαίνουν το 50% των εκτιμώμενων προ φόρων κερδών το 2026, με το λιανεμπόριο, τις μεταφορές και τη διαχείριση ακινήτων να εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά δυνητικά οφέλη. Η βασική επενδυτική συζήτηση αναμένεται να μετατοπιστεί στο κατά πόσο οι εταιρείες θα μετατρέψουν τις αποδοτικότητες της AI σε σταθερή οικονομική απόδοση. Το 27% των εργαζομένων επανεκπαιδεύτηκε τον τελευταίο χρόνο, ανοίγοντας ευκαιρίες για εταιρείες εκπαίδευσης και στελέχωσης.

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum