|
00:01 -
27/02/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Αγορά Εργασίας
Η ανατροφοδότηση,
η επιμόρφωση και οι προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης
παραμένουν σημαντικά κενά για μεγάλο μέρος του ελληνικού
εργατικού δυναμικού, όπως καταδεικνύουν πρόσφατες έρευνες
του kariera.gr στο LinkedIn (Ιανουάριος 2026). Τα
αποτελέσματα δείχνουν μια σημαντική απόκλιση μεταξύ των
αναγκών των εργαζομένων και των πρακτικών που εφαρμόζουν οι
επιχειρήσεις.
Απουσία
συστηματικής ανατροφοδότησης
Σχεδόν οι μισοί
εργαζόμενοι (41%) δηλώνουν ότι στις εταιρείες τους δεν
υπάρχει καθιερωμένη κουλτούρα ανατροφοδότησης. Μόλις το 21%
συμμετέχει σε ολοκληρωμένα και τακτικά συστήματα
αξιολόγησης, ενώ το 20% λαμβάνει σχόλια μόνο όταν προκύπτει
κάποιο πρόβλημα και το 19% ενημερώνεται αποκλειστικά από τον
προϊστάμενό του.
Περιορισμένη
εκπαίδευση
Η κατάρτιση των
εργαζομένων παραμένει περιορισμένη: το 41% δηλώνει ότι δεν
υπάρχει ουσιαστική εκπαίδευση, ενώ το 26% συμμετέχει σε
τυπικές δράσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Μόλις το 18%
λαμβάνει συστηματική και στοχευμένη εκπαίδευση, ενώ ένα 16%
παρακολουθεί περιστασιακά διαδικτυακά προγράμματα.
Ασαφής
επαγγελματική πορεία
Όσον αφορά την
εξέλιξη εντός των οργανισμών, το 41% των εργαζομένων δηλώνει
ότι δεν υπάρχει καθαρό πλάνο ανάπτυξης, ενώ για το 30% τα
επόμενα επαγγελματικά βήματα είναι ασαφή. Μόλις το 10%
γνωρίζει με σαφήνεια τα επόμενα βήματά του, με αποτέλεσμα η
επαγγελματική στασιμότητα να είναι αισθητή για πολλούς.
Χωρίς σαφή
στόχευση για το 2026
Η έρευνα
καταγράφει ότι η αρχή της χρονιάς δεν συνοδεύεται συνήθως
από αξιολόγηση στόχων: το 39% των εργαζομένων αναφέρει ότι
δεν έγινε καμία συζήτηση για στόχους, ενώ για το 22% η
διαδικασία ήταν τυπική και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Μόλις το 17% είχε τη δυνατότητα να συζητήσει στόχους με
σαφές πλάνο υλοποίησης, αφήνοντας μόνο περίπου έναν στους
πέντε να ξεκινήσει τη χρονιά με συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Συμπέρασμα
Τα ευρήματα
υπογραμμίζουν τις προκλήσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στη
διαχείριση και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Η έλλειψη
συστηματικής ανατροφοδότησης, ουσιαστικής εκπαίδευσης και
σαφών πλάνων επαγγελματικής εξέλιξης καθιστά αβέβαιο το
μέλλον πολλών εργαζομένων. Η δημιουργία προσωποποιημένων
πλάνων ανάπτυξης και η ενίσχυση της ανατροφοδότησης δεν
είναι απλώς βέλτιστες πρακτικές, αλλά κρίσιμες προϋποθέσεις
για τη διατήρηση ταλέντων, την αύξηση παραγωγικότητας και τη
βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Η «φτώχεια στις διακοπές»: Σχεδόν οι μισοί Έλληνες
δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μια εβδομάδα διακοπών
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της Eurostat για το 2024, σχεδόν το 46% των Ελλήνων
ηλικίας 16 ετών και άνω δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει ούτε
μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι. Η Ελλάδα
κατατάσσεται δεύτερη χειρότερη στην Ευρώπη, μετά τη Ρουμανία
(58,6%), ενώ χαμηλά ποσοστά εμφανίζουν χώρες όπως το
Λουξεμβούργο (8,9%) και η Σουηδία (11,6%).
Η πρόσβαση σε
διακοπές θεωρείται από την ΕΕ δείκτης υλικής και κοινωνικής
αποστέρησης, καθώς η δυνατότητα να περνά κανείς χρόνο με την
οικογένεια ή φίλους συμβάλλει στην αξιοπρεπή διαβίωση και
στην ψυχική υγεία. Παρά τη στατιστική βελτίωση της
τελευταίας δεκαετίας, η Ελλάδα παραμένει πολύ πάνω από τον
μέσο ευρωπαϊκό όρο (27%).
Η κατάσταση είναι
ακόμη πιο δύσκολη για οικογένειες με παιδιά:
Το 26% των
νοικοκυριών με τουλάχιστον ένα παιδί δεν μπορεί να προσφέρει
διακοπές στα παιδιά του.
Στα φτωχά
νοικοκυριά το ποσοστό εκτοξεύεται στο 60,3%, ενώ ακόμη και
στα μη φτωχά νοικοκυριά είναι 16,5%.
Ιδιαίτερα
εκτεθειμένες είναι οι μονογονεϊκές και πολύτεκνες
οικογένειες (50–60%), ενώ οικογένειες με δύο παιδιά
δυσκολεύονται σε ποσοστό περίπου 40%.
Σύμφωνα με έρευνα
του ΙΕΛΚΑ για το καλοκαίρι 2025, το 52% των Ελλήνων δεν
προγραμματίζει διακοπές, ενώ ως βασικά εμπόδια αναφέρονται:
μειωμένο διαθέσιμο
εισόδημα (68%),
αυξημένο κόστος
εισιτηρίων (32%) και διαμονής (30%).
Μελέτες της ETUC
δείχνουν ότι περίπου 40 εκατομμύρια εργαζόμενοι στην ΕΕ δεν
μπορούν να αντέξουν οικονομικά μια εβδομάδα διακοπών, με την
Ελλάδα να εμφανίζει ιδιαίτερα έντονα προβλήματα λόγω χαμηλών
μισθών, υψηλού κόστους ζωής και εκτίναξης των τιμών σε
στέγαση, ενέργεια, μεταφορές και τουριστικές υπηρεσίες.
Η εικόνα αυτή
αναδεικνύει την ακραία ανισότητα στην πρόσβαση σε βασικές
κοινωνικές ευκαιρίες και υπογραμμίζει ότι για πολλούς
Έλληνες οι διακοπές παραμένουν όνειρο, όχι πραγματικότητα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στέγαση στην Ελλάδα: Πρωταθλήτρια επιβάρυνσης στην
ΕΕ με φόντο ένα βαθύ διαρθρωτικό έλλειμμ
Τη δυσμενέστερη
θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταλαμβάνει η Ελλάδα ως προς το
βάρος που συνεπάγεται η στέγαση για τα νοικοκυριά, σύμφωνα
με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024. Συγκεκριμένα, το
28,9% του πληθυσμού δαπανά τουλάχιστον το 40% του
εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ποσοστό που φέρνει
τη χώρα στην τελευταία θέση της σχετικής κατάταξης.
Στον αντίποδα, η
Κύπρος εμφανίζει την καλύτερη επίδοση, καθώς μόλις το 2,4%
των πολιτών της επιβαρύνεται σε αυτόν τον βαθμό. Τα δεδομένα
δημοσιοποιήθηκαν μέσω σχετικού γραφήματος που ανάρτησε η
Eurostat στο LinkedIn, αναδεικνύοντας το μέγεθος της
ελληνικής απόκλισης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το εύρημα αυτό
αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το λεγόμενο
«ελληνικό παράδοξο». Η Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά μια κοινωνία
που θεμελίωσε την οικονομική και κοινωνική της σταθερότητα
στην κατοχή ακινήτου. Η ιδιοκατοίκηση ταυτίστηκε με την
ασφάλεια και την κοινωνική άνοδο, ενώ ακόμη και σήμερα
περίπου επτά στους δέκα κατοίκους διαμένουν σε ιδιόκτητη
κατοικία. Παράλληλα, το οικιστικό απόθεμα συγκαταλέγεται στα
υψηλότερα της Ευρώπης. Κι όμως, η στέγη έχει εξελιχθεί σε
έναν από τους πιο οξείς κοινωνικούς περιορισμούς.
Μελέτη της Alpha
Bank αποδίδει τη στεγαστική κρίση όχι σε ποσοτική ανεπάρκεια
κατοικιών, αλλά σε βαθιές δομικές στρεβλώσεις της αγοράς. Σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν την
τελευταία δεκαετία κατά 53% στην ΕΕ-27 και 46% στην
Ευρωζώνη, με πραγματική άνοδο άνω του 20% αφαιρουμένου του
πληθωρισμού. Στην Ελλάδα, όμως, οι τιμές τρέχουν με ρυθμούς
αισθητά υψηλότερους από τα εισοδήματα, εντείνοντας την
κοινωνική πίεση. Το συνολικό κόστος στέγασης – είτε
πρόκειται για ενοίκιο είτε για δόση στεγαστικού δανείου,
μαζί με ενέργεια και λοιπά έξοδα – απορροφά πλέον το 35,5%
του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Παρά την πίεση, τα
ακίνητα εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα πλούτου
των ελληνικών νοικοκυριών, αντιπροσωπεύοντας περίπου τα δύο
τρίτα του μη χρηματοοικονομικού τους πλούτου. Η ιστορική
εμπειρία πληθωρισμού και νομισματικής αστάθειας ενίσχυσε την
κουλτούρα επένδυσης στο «τούβλο». Ωστόσο, η ισχυρή αυτή
σχέση δεν μεταφράζεται πλέον σε εύκολη πρόσβαση στη στέγη.
Κρίσιμος
παράγοντας είναι η γήρανση του αποθέματος. Πάνω από το 70%
των κατοικιών έχει ανεγερθεί πριν από το 1990, ενώ τα
ακίνητα που κατασκευάστηκαν μετά την έναρξη της οικονομικής
κρίσης αντιστοιχούν μόλις στο 2,6% του συνόλου. Η κατάρρευση
της οικοδομικής δραστηριότητας την προηγούμενη δεκαετία
οδήγησε σε έλλειψη νέων κατοικιών και σε ένα γερασμένο
απόθεμα, συχνά ενεργειακά και λειτουργικά παρωχημένο. Με
μέση ηλικία άνω των 30 ετών, πολλές κατοικίες απαιτούν
σημαντικές δαπάνες ανακαίνισης, γεγονός που αποθαρρύνει τους
ιδιοκτήτες από τη διάθεσή τους στην αγορά.
Το πρόβλημα
εντείνεται από το υψηλό ποσοστό κατοικιών που παραμένουν
ανενεργές. Περίπου το 35% των κανονικών κατοικιών δεν
κατοικείται, με σχεδόν 794.000 να καταγράφονται ως κενές. Η
γεωγραφική κατανομή είναι αποκαλυπτική: το ένα τρίτο
βρίσκεται στην Αττική και σχεδόν το 10% στη Θεσσαλονίκη,
δηλαδή στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα όπου η ζήτηση είναι
εντονότερη. Παρότι ο συνολικός αριθμός κενών κατοικιών έχει
μειωθεί από το 2011, η προσφορά διαθέσιμων προς πώληση ή
ενοικίαση ακινήτων έχει περιοριστεί σημαντικά, ιδίως σε
τουριστικές περιοχές. Κύριοι λόγοι διατήρησης των κατοικιών
εκτός αγοράς είναι το υψηλό κόστος ανακαίνισης, οι
εκκρεμότητες κληρονομιάς και τα σύνθετα ιδιοκτησιακά
σχήματα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μεγάλη συγκέντρωση στα αστικά κέντρα
Την ίδια στιγμή, η
ζήτηση συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε λίγους αστικούς
πόλους. Πάνω από το 70% του πληθυσμού διαμένει σε πόλεις και
προάστια, ενώ σχεδόν ο μισός πληθυσμός και πάνω από το μισό
ΑΕΠ συγκεντρώνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η Αττική
φιλοξενεί το 35% του πληθυσμού, το 36% της απασχόλησης και
παράγει σχεδόν το 46% του ΑΕΠ, δημιουργώντας μόνιμη πίεση
στην αγορά κατοικίας και τροφοδοτώντας την άνοδο τιμών και
ενοικίων.
Έρευνα πεδίου που
συνοδεύει τη μελέτη καταγράφει ότι, παρά τη σχετική βελτίωση
στην ικανοποίηση από την κατοικία, σχεδόν επτά στους δέκα
πολίτες αναμένουν περαιτέρω αύξηση ενοικίων. Η πρόθεση
αγοράς ενισχύεται, ιδίως μεταξύ ενοικιαστών και νέων 24-35
ετών, αλλά συναντά σοβαρά εισοδηματικά εμπόδια και
περιορισμένη προσφορά.
Σε αυτό το
περιβάλλον, προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ» λειτουργούν
περισσότερο ως μηχανισμοί τόνωσης της ζήτησης παρά ως
διαρθρωτική λύση. Αν και η πλειονότητα συμφωνεί με τον στόχο
τους, πολλοί δυνητικοί δικαιούχοι αποκλείονται λόγω
κριτηρίων, ενώ επικρατεί η εκτίμηση ότι τέτοιες παρεμβάσεις
ασκούν πρόσθετη ανοδική πίεση στις τιμές των επιλέξιμων
ακινήτων.
Το βασικό
συμπέρασμα είναι σαφές: το στεγαστικό στην Ελλάδα αποτελεί
πρωτίστως πρόβλημα προσφοράς και λειτουργίας της αγοράς.
Χωρίς ουσιαστικά κίνητρα για την ενεργοποίηση των κενών
κατοικιών, την ανανέωση του παλαιού αποθέματος και την
αποσυμφόρηση των μεγάλων αστικών κέντρων, η ανισορροπία θα
διαιωνίζεται. Σε μια χώρα που ιστορικά επένδυσε στην
ιδιοκτησία ως θεμέλιο ασφάλειας, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή
στέγη εξελίσσεται σε ολοένα δυσκολότερο εγχείρημα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Εντυπωσιακά
νούμερα - 62.000 πολίτες στην πρώτη γραμμή κατά της
φοροδιαφυγής – Ρεκόρ καταγγελιών και 2,2 δισ. ευρώ επιπλέον
έσοδα
H
είδηση είχε βγει πριν από λίγες ημέρες και
δεν είχαμε προλάβει να τη σχολιάσουμε, μην κρύβοντας πως
βρήκαμε τα νούμερα εντυπωσιακά. Περισσότεροι λοιπόν από
62.000 πολίτες ανέλαβαν την περασμένη χρονιά ενεργό ρόλο
στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, των τελωνειακών
παραβάσεων και των φαινομένων διαφθοράς στο Δημόσιο,
αξιοποιώντας τα ψηφιακά εργαλεία της
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων
Εσόδων.
Με ένα «κλικ» στην
ειδική πλατφόρμα καταγγελιών ή μέσω σκαναρίσματος αποδείξεων
από το κινητό τους, χιλιάδες φορολογούμενοι ενίσχυσαν το
έργο των ελεγκτικών μηχανισμών. Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ
καταγράφουν πρωτοφανή κινητοποίηση: κατά μέσο όρο 170
καταγγελίες ημερησίως για αποδείξεις και φορολογικές
παραβάσεις. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, η συμβολή αυτή
συνέβαλε στον περιορισμό της φοροδιαφυγής κατά 2,2 δισ. ευρώ
το 2025.
Οι καταγγελίες του
2025
Μέσω της
πλατφόρμας «Καταγγελίες Πολιτών» υποβλήθηκαν:
31.398 καταγγελίες
για φορολογικές παραβάσεις
619 για
τελωνειακές παραβάσεις και λαθρεμπόριο
5.135 για διαφθορά
υπαλλήλων
Οι πολίτες μπορούν
να υποβάλουν επώνυμα ή ανώνυμα πληροφορίες επιλέγοντας
θεματικές κατηγορίες όπως:
Διαφθορά και
παραβάσεις ακεραιότητας
Φορολογικές
παραβάσεις
Τελωνειακές
παραβάσεις
Οι αναφορές
διαβιβάζονται αυτοματοποιημένα στις αρμόδιες υπηρεσίες για
έρευνα ή έλεγχο, ενώ ορισμένες μεγάλες υποθέσεις βρίσκονται
ήδη σε φάση ελέγχου.
Καταγγελίες
φορολογικού περιεχομένου που δεν έχουν αξιοποιηθεί εντός έξι
ετών μεταφέρονται σε ηλεκτρονικό αρχείο για λόγους
ιστορικότητας ή πιθανής μελλοντικής συσχέτισης. Αν περάσουν
δέκα έτη χωρίς να αξιοποιηθούν, διαγράφονται οριστικά από το
Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Διαχείρισης Καταγγελιών.
Πάνω από 300.000
λήψεις της εφαρμογής «appodixi»
Ιδιαίτερη απήχηση
καταγράφει και η εφαρμογή «appodixi», την οποία έχουν
εγκαταστήσει περισσότεροι από 300.000 πολίτες. Μέσω της
εφαρμογής σαρώνουν τις αποδείξεις που λαμβάνουν και
ενημερώνουν την ΑΑΔΕ σε περίπτωση που εντοπίζουν αλλοιωμένα
παραστατικά ή διαπιστώνουν ότι δεν έχουν διαβιβαστεί στο
Taxis.
Το 2025
υποβλήθηκαν 24.445 σκαναρισμένες αποδείξεις, εκ των οποίων
οι 10.036 ήταν επώνυμες.
Σταθερή αύξηση των
εσόδων
Τα αποτελέσματα
αποτυπώνονται και στα δημόσια έσοδα από την αντιμετώπιση της
φοροδιαφυγής:
1,7 δισ. ευρώ το
2024
2,2 δισ. ευρώ το
2025
Εκτίμηση άνω των
2,5–2,6 δισ. ευρώ για το τρέχον έτος
Η σταδιακή
ενσωμάτωση νέων ψηφιακών εργαλείων και η επέκταση
υφιστάμενων πολιτικών περιορίζουν τα περιθώρια
παραβατικότητας και ενισχύουν τη φορολογική συμμόρφωση.
Εντός του έτους
προβλέπεται η πλήρης ενεργοποίηση νέων ψηφιακών εφαρμογών,
με στόχο την περαιτέρω θωράκιση του ελεγκτικού μηχανισμού
και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
|
|
|
|
|
|