|
00:01 -
27/05/26 |
|
|
|
|
|

Δυσαρέσκεια στους μισθούς και έντονη κινητικότητα στην
ελληνική αγορά εργασίας
Δυσαρεστημένοι με τις αποδοχές τους
εμφανίζονται σχεδόν οι μισοί Έλληνες εργαζόμενοι, σύμφωνα με
νέα έρευνα της πλατφόρμας wherewework.gr. Παράλληλα, δύο
στους τρεις δηλώνουν πρόθεση αλλαγής εργασίας, κυρίως λόγω
ανεπαρκούς εισοδήματος, ενώ έξι στους δέκα αναφέρουν ότι η
αγοραστική τους δύναμη έχει μειωθεί τον τελευταίο χρόνο.
Μόλις ένας στους δέκα θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια για την
εργασία του.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του
2026 και περιέλαβε περίπου 1.800 εργαζόμενους από
διαφορετικούς κλάδους και ηλικιακές ομάδες στην Ελλάδα, ενώ
αντίστοιχες μετρήσεις διεξήχθησαν και σε Βουλγαρία,
Ουγγαρία, Ρουμανία και Μολδαβία. Τα αποτελέσματα δείχνουν
συγκρίσιμες τάσεις μεταξύ των χωρών της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης.
Εισοδήματα με «ταβάνι» τα 1.500 ευρώ
Στην Ελλάδα, πάνω από το 70% των εργαζομένων
δηλώνει καθαρό μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1.500 ευρώ, με το
38,4% να βρίσκεται στο εύρος 1.000–1.500 ευρώ και το 30,3%
μεταξύ 500–1.000 ευρώ. Η συγκέντρωση αυτή αποτελεί τη
μεγαλύτερη στο συγκεκριμένο εισοδηματικό κλιμάκιο μεταξύ των
χωρών της έρευνας.
Παρά τα χρόνια εμπειρίας —καθώς πάνω από
τους μισούς συμμετέχοντες είναι σε ανώτερες θέσεις (senior
level)— η μισθολογική εξέλιξη παραμένει περιορισμένη,
γεγονός που οι ερευνητές συνδέουν με τις διαρθρωτικές
επιπτώσεις της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας.
Εκτεταμένη δυσαρέσκεια και χαμηλή
ικανοποίηση
Το 46,7% δηλώνει δυσαρεστημένο με τον μισθό
του, ενώ μόλις το 14,3% εμφανίζεται ικανοποιημένο. Το 39,1%
βρίσκεται σε «ουδέτερη ζώνη», χωρίς ενεργή ικανοποίηση ή
αντίδραση.
Παράλληλα, πάνω από τους μισούς (53,9%)
θεωρούν ότι δεν αμείβονται δίκαια, ενώ το 60,3% αναφέρει
μείωση της αγοραστικής του δύναμης τον τελευταίο χρόνο.
Σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι ο μισθός τους καλύπτει μόνο
βασικές ανάγκες ή και καθόλου.
Οικονομική πίεση και δεύτερη εργασία
Η οικονομική επισφάλεια παραμένει έντονη, με
πολλούς εργαζόμενους να αναφέρουν μισθούς που δεν έχουν
ουσιαστικά ανακάμψει από τα προ κρίσης επίπεδα. Η ανάγκη για
δεύτερη εργασία εμφανίζεται αυξημένη, ενώ η γενική αίσθηση
οικονομικής πίεσης παραμένει κυρίαρχη.
Έντονη κινητικότητα στην αγορά εργασίας
Το 64,3% των εργαζομένων δηλώνει ανοιχτό σε
αλλαγή εργασίας, με βασικό κίνητρο τις υψηλότερες αποδοχές
και, δευτερευόντως, τις προοπτικές εξέλιξης. Μόνο το 16,4%
σκοπεύει να παραμείνει στη θέση του, καταγράφοντας το
χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.
Τεχνητή νοημοσύνη σε δεύτερο πλάνο
Η ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη
παραμένει περιορισμένη, με μόλις 11% να θεωρεί ότι απειλεί
τη θέση εργασίας του. Η οικονομική πίεση φαίνεται να
υπερισχύει των τεχνολογικών ανησυχιών.
Συμπέρασμα της έρευνας
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ελληνική αγορά
εργασίας χαρακτηρίζεται από στασιμότητα μισθών, υψηλή
οικονομική ανασφάλεια και περιορισμένη ικανοποίηση, ενώ η
πρόθεση αλλαγής εργασίας παραμένει ιδιαίτερα αυξημένη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Eurostat:
Σχεδόν ένας στους πέντε Ευρωπαίους παραμένει σε κίνδυνο
φτώχειας – Στις υψηλότερες θέσεις η Ελλάδα
Παρά τη βελτίωση
των οικονομικών συνθηκών στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία
χρόνια, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός εξακολουθούν
να αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα
στην Ευρώπη. Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι
οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν έντονες τόσο μεταξύ των
κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό τους, με μεγάλες
αποκλίσεις ανάμεσα σε πρωτεύουσες και περιφέρειες.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία για το 2025, περίπου 92,7 εκατομμύρια πολίτες της
ΕΕ βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού,
ποσοστό που αντιστοιχεί στο 20,9% του συνολικού πληθυσμού.
Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους πέντε Ευρωπαίους
εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές κοινωνικοοικονομικές
δυσκολίες.
Οι χώρες με τα
υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά
Τα μεγαλύτερα
ποσοστά καταγράφηκαν στη Βουλγαρία με 29%, στην Ελλάδα με
27,5% και στη Ρουμανία με 27,4%. Στον αντίποδα, τις
καλύτερες επιδόσεις εμφάνισαν η Τσεχία με 11,5%, η Πολωνία
με 15% και η Σλοβενία με 15,5%.
Ανάμεσα στις
μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ισπανία
παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό, καθώς το 25,7% του
πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού
αποκλεισμού. Ακολούθησαν η Ιταλία με 22,6% και η Γερμανία με
21,2%, ενώ η Γαλλία κινήθηκε οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο με 20,8%.
Μεγάλες
αποκλίσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τις πρωτεύουσες
των κρατών-μελών. Μεταξύ 24 ευρωπαϊκών πρωτευουσών για τις
οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, τα ποσοστά κυμαίνονται
από μόλις 2,9% στη Μπρατισλάβα έως 33,6% στις Βρυξέλλες.
Υψηλά ποσοστά
εμφανίζουν επίσης η Βιέννη με 29,4% και το Βερολίνο με
24,4%, ενώ πάνω από το όριο του 20% βρίσκονται ακόμη η Αθήνα
με 23,6%, το Παρίσι με 20,9% και η Ρώμη με 20,7%.
Σε αρκετές
περιπτώσεις, οι πρωτεύουσες εμφανίζουν καλύτερη εικόνα σε
σχέση με τον εθνικό μέσο όρο. Ωστόσο, υπάρχουν και
εξαιρέσεις, όπως οι Βρυξέλλες, όπου το ποσοστό κινδύνου
φτώχειας είναι κατά 17,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από
το αντίστοιχο εθνικό επίπεδο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η εικόνα στην Ελλάδα και οι μεγάλες περιφερειακές ανισότητες
Η Ελλάδα
εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα
ποσοστά κοινωνικής ευαλωτότητας στην Ευρώπη, καθώς
περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού βρίσκεται σε
κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Ωστόσο, η εικόνα
διαφοροποιείται σημαντικά ανά περιφέρεια. Η καλύτερη επίδοση
καταγράφεται στην Κρήτη, όπου το ποσοστό περιορίζεται στο
18,2%, αισθητά χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο.
Στον αντίποδα, η
Πελοπόννησος εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό στη χώρα, καθώς
το 38,1% των κατοίκων βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή
κοινωνικού αποκλεισμού.
Η Αττική, όπου
περιλαμβάνεται η Αθήνα, καταγράφει ποσοστό 23,6%, χαμηλότερο
από τον πανελλαδικό μέσο όρο, ακολουθώντας τη γενικότερη
ευρωπαϊκή τάση σύμφωνα με την οποία τα μεγάλα αστικά κέντρα
εμφανίζουν συχνά καλύτερες κοινωνικοοικονομικές επιδόσεις σε
σχέση με άλλες περιφέρειες.
Η Πελοπόννησος
στις πιο ευάλωτες περιφέρειες της Ευρώπης
Ιδιαίτερα
ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η Πελοπόννησος
συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ευρωπαϊκές περιφέρειες με τα
υψηλότερα ποσοστά κοινωνικού κινδύνου. Με ποσοστό 38,1%,
κατατάσσεται έκτη στη σχετική ευρωπαϊκή λίστα.
Στην κορυφή
βρίσκεται η Καλαβρία της Ιταλίας με 45,3%, ακολουθούμενη από
τη Σικελία με 44%, τη Μελίγια της Ισπανίας με 43,7%, την
Καμπανία της Ιταλίας με 41,2% και τη Θέουτα της Ισπανίας με
40,8%.
Συνολικά, το
2025 καταγράφηκαν 20 ευρωπαϊκές περιφέρειες όπου τουλάχιστον
το ένα τρίτο του πληθυσμού αντιμετώπιζε κίνδυνο φτώχειας ή
κοινωνικού αποκλεισμού. Οι περισσότερες εντοπίζονται στη
νότια και ανατολική Ευρώπη, κυρίως στην Ιταλία, την Ισπανία,
τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι
περιφερειακές ανισότητες παραμένουν μία από τις μεγαλύτερες
προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

|
|
|
|
|
|
|
|

Αθήνα: Υψηλή βαθμολογία στον πολιτισμό, χαμηλότερες
επιδόσεις στις υποδομές – Τι δείχνει η έρευνα ικανοποίησης
επισκεπτών
Η Αθήνα και η
Αττική εδραιώνουν τη θέση τους ως ιδιαίτερα ελκυστικός
τουριστικός προορισμός, ωστόσο η ανάπτυξη του κλάδου
αναδεικνύει και τις αδυναμίες του δημόσιου χώρου και των
υποδομών, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Περί Ικανοποίησης
Επισκεπτών Αττικής» για το 2025 που είχε δημοσιευτεί πριν
από λίγο καιρό.
Η εικόνα που
προκύπτει είναι αυτή μιας «διπλής ταχύτητας» εμπειρίας: από
τη μία πλευρά υψηλή ποιότητα στις ιδιωτικές υπηρεσίες και
ισχυρό πολιτιστικό προϊόν, και από την άλλη υστέρηση στη
λειτουργικότητα του αστικού περιβάλλοντος.
Ο πολιτισμός
αποτελεί το ισχυρότερο πλεονέκτημα της Αθήνας, με βαθμολογία
9,2, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση μεταξύ όλων των
παραμέτρων. Αντίθετα, η δημόσια καθαριότητα και η ποιότητα
της ατμόσφαιρας περιορίζονται στο 6,6, ενώ η ηχορύπανση
αξιολογείται ακόμη χαμηλότερα στο 6,4. Οι πλατείες και τα
πεζοδρόμια βαθμολογούνται με 6,8, αποτυπώνοντας την ανάγκη
βελτίωσης του δημόσιου χώρου. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς και
οι χώροι πρασίνου κινούνται στο 7,4, παραμένοντας διαχρονικά
αδύναμα σημεία της εμπειρίας των επισκεπτών.
Τα στοιχεία
προέρχονται από κοινή έρευνα της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών –
Αττικής και Αργοσαρωνικού (ΕΞΑ), του Διεθνούς Αερολιμένα
Αθηνών και της GBR Consulting, που παρουσιάστηκε στις 12
Μαΐου 2026, με συμμετοχή επισκεπτών τόσο από ξενοδοχεία όσο
και από το αεροδρόμιο.
Στον
ξενοδοχειακό τομέα, το 2025 η μέση τιμή δωματίου αυξήθηκε
κατά 2,5%, με τη χειμερινή περίοδο να καταγράφει ισχυρότερη
επίδοση, καθώς η πληρότητα ενισχύθηκε κατά 5,3% και η μέση
τιμή κατά 5,4%. Αντίθετα, στην υψηλή τουριστική περίοδο
Απριλίου–Οκτωβρίου, η πληρότητα υποχώρησε κατά 1,2%, ένδειξη
πιθανών πιέσεων ή κορεσμού. Σε σύγκριση με ανταγωνιστικούς
μεσογειακούς προορισμούς, η Αθήνα κατατάσσεται δεύτερη σε
πληρότητα, αλλά υστερεί σε επίπεδο τιμολόγησης έναντι πόλεων
όπως η Ρώμη.
Ο Διεθνής
Αερολιμένας Αθηνών κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ με 34
εκατομμύρια επιβάτες το 2025, αυξημένους κατά περίπου 2
εκατομμύρια σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι ξένοι
επισκέπτες ανήλθαν σε 8,7 εκατομμύρια, με αύξηση 10%, ενώ οι
ΗΠΑ αναδείχθηκαν η μεγαλύτερη αγορά με 1,2 εκατομμύριο
επισκέπτες και άνοδο 12%. Παράλληλα, προστέθηκαν 17 νέοι
προορισμοί και πέντε νέες αεροπορικές εταιρείες, φτάνοντας
συνολικά τους 141 διεθνείς προορισμούς.
Η οικονομική
επίδραση του τουρισμού ενισχύθηκε, με την ημερήσια δαπάνη να
αυξάνεται κατά 10% το 2025, ενώ η μεγαλύτερη άνοδος (16%)
καταγράφηκε στις δαπάνες για ψυχαγωγία και αξιοθέατα.
Ωστόσο, παρατηρείται υστέρηση στην αξιοποίηση του παραλιακού
μετώπου, καθώς για πρώτη φορά από το 2017 η πλειονότητα των
επισκεπτών δεν το επισκέφθηκε, παρά την υψηλή ικανοποίηση
(8,6) όσων το επέλεξαν.
Σύμφωνα με τη
διοίκηση του ΔΑΑ, η ανάπτυξη αυτή ενισχύει την ανάγκη για
στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, με το πρόγραμμα
επέκτασης του αεροδρομίου να θεωρείται κρίσιμο για τη
διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Η τάση για το 2026
παραμένει θετική, με την επιβατική κίνηση να αυξάνεται ήδη
κατά 8,1% στο πρώτο τρίμηνο.
Συνολικά, η
Αθήνα εξελίσσεται σε ώριμο διεθνή τουριστικό προορισμό,
ωστόσο η περαιτέρω αναβάθμιση της εμπειρίας απαιτεί
ουσιαστική βελτίωση των δημόσιων υποδομών και του αστικού
περιβάλλοντος, ώστε να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες
απαιτήσεις των επισκεπτών και να διασφαλίσει βιώσιμη
ανάπτυξη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι
Gen
Z
και Millennials
αλλάζουν τους κανόνες στην εργασία – Σταθερότητα,
AI
και ποιότητα ζωής πάνω από την ταχεία ανέλιξη
Οι νεότερες γενιές εργαζομένων επαναπροσδιορίζουν τι
σημαίνει επαγγελματική επιτυχία, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση
στη σταθερότητα, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την προσωπική
ευημερία, παρά στη γρήγορη ιεραρχική ανέλιξη. Αυτό προκύπτει
από τη νέα παγκόσμια έρευνα της Deloitte “2026 Global Gen Z
and Millennial Survey”, η οποία καταγράφει τις απόψεις
περισσότερων από 22.500 νέων από 44 χώρες.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι Gen Z και
Millennials συνεχίζουν να προσαρμόζονται στις οικονομικές
και τεχνολογικές αλλαγές, ενώ παράλληλα διαμορφώνουν νέες
συνθήκες στην αγορά εργασίας. Όπως σημειώνει η Deloitte, οι
γενιές αυτές αντιμετωπίζουν την πρόοδο με πιο ρεαλιστικό και
βιώσιμο τρόπο, επηρεασμένες από την οικονομική αβεβαιότητα,
το αυξημένο κόστος ζωής και τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής
νοημοσύνης.
Στην Ελλάδα, οι οικονομικές πιέσεις
παραμένουν καθοριστικός παράγοντας. Το 65% των Gen Zs και το
60% των Millennials δηλώνουν ότι έχουν αναβάλει σημαντικές
αποφάσεις ζωής λόγω οικονομικών δυσκολιών, ενώ το υψηλό
κόστος στέγασης επηρεάζει άμεσα τις επιλογές καριέρας και
τόπου εργασίας για το 82% και 74% αντίστοιχα.
Την ίδια στιγμή, η χρήση εργαλείων τεχνητής
νοημοσύνης έχει ήδη ενσωματωθεί στην καθημερινή εργασία των
περισσότερων νέων εργαζομένων στην Ελλάδα, με το 61% των Gen
Zs και το 65% των Millennials να δηλώνουν ότι αξιοποιούν AI
εφαρμογές. Ωστόσο, λιγότεροι από τρεις στους δέκα θεωρούν
ότι οι οργανισμοί τους διαθέτουν επαρκή εργαλεία και
υποδομές AI.
Η ανάγκη για ουσιαστικό νόημα στην εργασία
παραμένει ιδιαίτερα έντονη. Το 94% των Gen Zs και το 97% των
Millennials στην Ελλάδα δηλώνουν ότι η αίσθηση σκοπού
αποτελεί βασική προϋπόθεση για εργασιακή ικανοποίηση.
Η Deloitte επισημαίνει ότι οι νέες γενιές
δεν απορρίπτουν την επαγγελματική εξέλιξη ή την ηγεσία, αλλά
επιθυμούν να πραγματοποιείται με βιώσιμους όρους. Μόλις το
6% δηλώνει ότι η κατάκτηση ηγετικής θέσης αποτελεί τον
βασικό επαγγελματικό του στόχο, ενώ πολλοί συνδέουν τους
ηγετικούς ρόλους με αυξημένο άγχος, burnout και επιδείνωση
της ισορροπίας προσωπικής και επαγγελματικής ζωής.
Παράλληλα, οι περισσότεροι εργαζόμενοι
προτιμούν σταδιακή και σταθερή πρόοδο στην καριέρα τους,
αντί για γρήγορες προαγωγές. Συγκεκριμένα, το 44% των Gen Zs
και το 45% των Millennials επιλέγουν πιο σταθερή
επαγγελματική εξέλιξη, ενώ αρκετοί δίνουν προτεραιότητα
ακόμη και σε οριζόντιες μετακινήσεις εντός οργανισμών.
Σημαντικό στοιχείο της έρευνας αποτελεί και
η αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου
ανάπτυξης. Πέρα από την ενίσχυση της παραγωγικότητας, οι
νέοι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν AI για συμβουλές καριέρας,
εύρεση ευκαιριών εκπαίδευσης και διαχείριση εργασιακού
άγχους.
Παρά τα οφέλη, η Deloitte καταγράφει και
αυξανόμενη ψηφιακή κόπωση, καθώς περισσότεροι από τους
μισούς συμμετέχοντες δηλώνουν ότι αισθάνονται επιβαρυμένοι
από τη συνεχή χρήση πολλαπλών ψηφιακών εργαλείων,
ειδοποιήσεων και πλατφορμών.
Η έρευνα υπογραμμίζει ακόμη ότι οι
οργανισμοί βρίσκονται μπροστά σε μια μεγάλη γενεακή
μετάβαση, καθώς οι baby boomers αποχωρούν σταδιακά από την
αγορά εργασίας και οι επιχειρήσεις καλούνται να διατηρήσουν
κρίσιμη γνώση και εμπειρία. Ταυτόχρονα, η επόμενη γενιά
εργαζομένων, η Gen Alpha, αναμένεται να εισέλθει δυναμικά
στην αγορά μέσα στα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τη Deloitte, οι εταιρείες που θα
καταφέρουν να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των
νεότερων γενεών, επενδύοντας σε κουλτούρα εμπιστοσύνης,
ανάπτυξη δεξιοτήτων, ψυχική ευημερία και ουσιαστική
αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, θα είναι εκείνες που θα
αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη νέα εποχή της
εργασίας.
|
|
|
|
|
|