|

Χαμηλή παραγωγικότητα, μικρές επιχειρήσεις και δημογραφικό
κρατούν πίσω την ελληνική οικονομία
Παρά τη σημαντική ανάκαμψη της ελληνικής
οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα της
εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα
διαρθρωτικά προβλήματα, περιορίζοντας τις δυνατότητες
πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη και τη δημιουργία
υψηλότερων εισοδημάτων.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει να καταγράψει από
τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, ενώ η
ανεργία έχει μειωθεί αισθητά, υποχωρώντας στο 8,6% τον
Οκτώβριο του 2025 από 16,8% το φθινόπωρο του 2019 και 25% το
2015. Ωστόσο, η βελτίωση στην απασχόληση δεν συνοδεύτηκε από
αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία παραμένει
χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση.
Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας έκθεσης
του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η παραγωγικότητα
ανά ώρα εργασίας το 2024 παραμένει περίπου 14% χαμηλότερα
από το επίπεδο του 2009, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο
είναι μειωμένη κατά περίπου 18% σε σχέση με το ίδιο έτος.
Παρά τη βελτίωση της τελευταίας τριετίας, η
απόσταση από τις ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθεί να είναι
σημαντική. Το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε
κατά 0,8% σε ετήσια βάση, φθάνοντας στις 97,51 μονάδες από
96,73 μονάδες το 2023, ωστόσο η χώρα παραμένει μακριά από
την ουσιαστική σύγκλιση.
Πέντε βασικοί παράγοντες που περιορίζουν την
παραγωγικότητα
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή
του για το 2024, εντοπίζει πέντε βασικές αιτίες που
διατηρούν χαμηλή την παραγωγικότητα της ελληνικής
οικονομίας.
1. Το δημογραφικό πρόβλημα
Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί έναν από
τους μεγαλύτερους περιορισμούς για την ελληνική οικονομία. Η
συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού περιορίζει την ανανέωση
της αγοράς εργασίας και δημιουργεί πιέσεις στη μελλοντική
ανάπτυξη.
Η αντιμετώπιση των δημογραφικών επιπτώσεων
θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να αυξηθούν οι μισθοί
με βιώσιμο τρόπο, χωρίς να υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα
των επιχειρήσεων.
2. Έλλειψη επενδύσεων σε τεχνολογία και
καινοτομία
Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με
το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων σε σύγχρονο εξοπλισμό,
αυτοματοποίηση, ψηφιακά εργαλεία και έρευνα και ανάπτυξη.
Η ενίσχυση της τεχνολογικής αναβάθμισης των
επιχειρήσεων μπορεί να αυξήσει την παραγωγή χωρίς να
απαιτείται αύξηση των ωρών εργασίας.
3. Αδυναμίες στην οργάνωση των επιχειρήσεων
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η ανάγκη
βελτίωσης της διοικητικής οργάνωσης των επιχειρήσεων, αλλά
και η μεταφορά εργατικού δυναμικού από κλάδους χαμηλής
παραγωγικότητας σε τομείς με υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
4. Απόσταση πανεπιστημίων και αγοράς
εργασίας
Η περιορισμένη σύνδεση της ανώτατης
εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας δημιουργεί
σημαντικό χάσμα δεξιοτήτων.
Πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έλλειψη
εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα αρκετοί νέοι
διαθέτουν προσόντα που δεν αντιστοιχούν στις πραγματικές
ανάγκες της αγοράς.
5. Περιορισμένη επιστροφή εργαζομένων από το
εξωτερικό
Η Ελλάδα εξακολουθεί να επηρεάζεται από το
φαινόμενο του brain drain, καθώς η επιστροφή των Ελλήνων που
εργάζονται στο εξωτερικό παραμένει περιορισμένη.
Παράλληλα, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών
και των νέων στην αγορά εργασίας αποτελεί επιπλέον εμπόδιο,
γεγονός που καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ισχυρότερων
κινήτρων απασχόλησης.
Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις επιχειρήσεις
Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι η μεγάλη
απόσταση παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων
επιχειρήσεων.
Οι εταιρείες με περισσότερους από 250
εργαζόμενους εμφανίζουν σχεδόν διπλάσια παραγωγικότητα ανά
ώρα εργασίας σε σχέση με τις επιχειρήσεις που απασχολούν
10-19 εργαζομένους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, οι μεγάλες
επιχειρήσεις στην Ελλάδα είχαν το 2023 πραγματική
παραγωγικότητα περίπου 51.000 ευρώ ανά εργαζόμενο,
παρουσιάζοντας σημαντική ανάκαμψη την τελευταία διετία.
Αντίθετα:
oι
επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους κινούνται περίπου στις
41.000 ευρώ ανά εργαζόμενο,
οι επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους
περίπου στις 31.000 ευρώ,
ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με 1-9
εργαζομένους παραμένουν κοντά στις 11.000 ευρώ.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το διαχρονικό
πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: τον κατακερματισμό της
επιχειρηματικής βάσης, με μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων
χαμηλής παραγωγικότητας.
Οι κλάδοι με τις καλύτερες και χειρότερες
επιδόσεις
Η παραγωγικότητα παρουσιάζει σημαντικές
διαφοροποιήσεις ανά κλάδο.
Η βιομηχανία έχει διατηρηθεί σχετικά κοντά
στα επίπεδα του 2009, ενώ οι κατασκευές εμφανίζουν τη
μεγαλύτερη υποχώρηση, φτάνοντας το 2014 στις 51,97 μονάδες.
Το εμπόριο, οι μεταφορές και η εστίαση
παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, με δείκτη παραγωγικότητας
61,47 μονάδες το 2024, ενώ και ο κλάδος ενημέρωσης και
επικοινωνίας δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.
Αντίθετα, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες
αποτελούν τον μοναδικό κλάδο που έχει ξεπεράσει σαφώς το
επίπεδο του 2009, φτάνοντας στις 107,08 μονάδες.
Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι
διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι, όπως η βιομηχανία και ο
πρωτογενής τομέας, εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε
σχέση με δραστηριότητες που εξαρτώνται κυρίως από την
εγχώρια ζήτηση.
|