| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 27/08/26

 

                   

 

Δημόσιο χρέος: Η Ελλάδα κερδίζει 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο από τις πρόωρες αποπληρωμές

 

Η ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους δημιουργεί σταδιακά μεγαλύτερο περιθώριο αντοχής για τους κρατικούς προϋπολογισμούς των επόμενων ετών. Το σημαντικό είναι ότι η Ελλάδα δεν περιορίζει πλέον μόνο το συνολικό ύψος των υποχρεώσεών της, αλλά μειώνει ταυτόχρονα και το κόστος εξυπηρέτησής τους.

 

Οι πρόωρες αποπληρωμές που πραγματοποιούνται μέσα στο 2026 εκτιμάται ότι θα μειώσουν τις ετήσιες δαπάνες για τόκους κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, περιορίζουν τις μελλοντικές ανάγκες αναχρηματοδότησης και μειώνουν έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για μια οικονομία που, παρά την εντυπωσιακή αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να διατηρεί υψηλό χρέος.

 

Το όφελος, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δημιουργείται αυτομάτως ένας νέος δημοσιονομικός «κουμπαράς» 370 εκατ. ευρώ για φοροελαφρύνσεις ή κοινωνικές παροχές. Η ουσία βρίσκεται στη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης, στη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και στη δημιουργία μεγαλύτερης ασφάλειας απέναντι σε μελλοντικές αναταράξεις.

 

Πρόωρες αποπληρωμές 12,84 δισ. ευρώ

 

Το 2026 αποτελεί έτος ιδιαίτερα έντονης διαχείρισης του ελληνικού χρέους. Οι πρόωρες αποπληρωμές αναμένεται να ανέλθουν συνολικά σε 12,84 δισ. ευρώ.

 

Από το ποσό αυτό, περίπου 6,94 δισ. ευρώ αφορούν τα διμερή δάνεια του GLF, τα οποία αποπληρώθηκαν τον Ιούνιο. Επιπλέον, 1,2 δισ. ευρώ προέρχονται από τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται ακόμη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ και ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο κανονικά θα έληγε τον Δεκέμβριο του 2027.

 

Οι υποχρεώσεις που απομακρύνονται νωρίτερα από τον ισολογισμό του Δημοσίου έχουν μέση σταθμική διάρκεια περίπου 7,1 έτη και μέσο κόστος εξυπηρέτησης κοντά στο 2,9%.

 

Με βάση αυτά τα δεδομένα, η εξοικονόμηση από τους τόκους υπολογίζεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως. Σε ορίζοντα επταετίας, το συνολικό όφελος μπορεί να ξεπεράσει τα 2,6 δισ. ευρώ.

 

                                                          

 

Το Δημόσιο μειώνει το ακριβότερο χρέος 

 

Η λογική πίσω από τις κινήσεις είναι σχετικά απλή: το Δημόσιο χρησιμοποιεί μέρος των ταμειακών διαθεσίμων του, όταν η απόδοση αυτών των διαθεσίμων είναι χαμηλότερη από το κόστος των υποχρεώσεων που εξοφλεί.

 

Πρόκειται ουσιαστικά για ενεργητική διαχείριση του κρατικού ισολογισμού. Από τη μία πλευρά μειώνονται τα διαθέσιμα και από την άλλη περιορίζονται οι υποχρεώσεις και οι μελλοντικές πληρωμές τόκων.

 

Η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος χρήματος μπορεί να παραμείνει ευμετάβλητο. Με την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του χρέους, η χώρα μειώνει την έκθεσή της σε πιθανές μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων και σε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

 

Γιατί τα 12,84 δισ. δεν μπορούν να γίνουν παροχές

 

Ένα σημείο που συχνά δημιουργεί σύγχυση είναι η σύγκριση των 12,84 δισ. ευρώ των πρόωρων αποπληρωμών με το ενδεχόμενο φοροελαφρύνσεων ή άλλων δημοσιονομικών μέτρων.

 

Η αποπληρωμή χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική συναλλαγή και, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, δεν αντιμετωπίζεται όπως μια νέα δημόσια δαπάνη που επιβαρύνει άμεσα το δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

 

Επομένως, τα 12,84 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ένα ποσό το οποίο θα μπορούσε απλώς να μεταφερθεί αυτούσιο σε μειώσεις φόρων, επιδόματα ή αυξήσεις δαπανών.

 

Το ίδιο ισχύει και για την εξοικονόμηση των 370 εκατ. ευρώ από τους τόκους. Η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης δεν σημαίνει ότι το κράτος αποκτά αυτομάτως τη δυνατότητα να αυξήσει κατά 370 εκατ. ευρώ τις υπόλοιπες δαπάνες του.

 

Το όφελος είναι μεγαλύτερη δημοσιονομική ασφάλεια

 

Το πραγματικό κέρδος βρίσκεται στη βελτίωση της συνολικής δημοσιονομικής θέσης.

 

Λιγότεροι τόκοι σημαίνουν μικρότερες χρηματοδοτικές ανάγκες, ταχύτερη μείωση του χρέους και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε περίπτωση νέας κρίσης.

 

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία εξακολουθεί να έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα χρέους στην Ευρώπη.

 

Σε περίπτωση νέας ενεργειακής κρίσης, έντονης πληθωριστικής πίεσης ή ύφεσης, η Ελλάδα θα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μικρότερο κόστος εξυπηρέτησης και χαμηλότερες ανάγκες αναχρηματοδότησης. Δεν σημαίνει ότι θα μπορεί να δαπανήσει ανεξέλεγκτα, αλλά ότι θα ξεκινά από σαφώς καλύτερη δημοσιονομική αφετηρία.

 

Τι σημαίνει για επιχειρήσεις και κόστος χρήματος

 

Η βελτίωση της εικόνας του ελληνικού Δημοσίου έχει παράλληλα ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία.

 

Η αποκλιμάκωση του χρέους, η επενδυτική βαθμίδα και η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας της χώρας έχουν περιορίσει το country risk και επιτρέπουν στο Ελληνικό Δημόσιο να δανείζεται πλέον με κόστος χαμηλότερο από εκείνο χωρών όπως η Ιταλία και η Γαλλία.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μείωση της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων μεταφέρεται αυτόματα στα στεγαστικά ή επιχειρηματικά δάνεια. Επηρεάζει όμως το συνολικό κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς το κρατικό επιτόκιο αποτελεί σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση του κινδύνου.

 

Μια χώρα που θεωρείται ασφαλέστερος δανειολήπτης μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις της.

 

Το χρέος από 209,4% στο 113,2% του ΑΕΠ

 

Η μεγαλύτερη εικόνα αποτυπώνεται στην εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

 

Το 2020, στο αποκορύφωμα της πανδημίας, το ελληνικό χρέος είχε εκτοξευθεί στο 209,4% του ΑΕΠ. Το 2024 υποχώρησε στο 154,2%, ενώ το 2025 μειώθηκε περαιτέρω στο 146,1%.

 

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί:

 

Έτος

Χρέος ως % του ΑΕΠ

2020

209,4%

2024

154,2%

2025

146,1%

2026

136,8%

2027

130,3%

2028

123,0%

2029

117,6%

2030

113,2%

 

Η αποκλιμάκωση δεν οφείλεται αποκλειστικά στις πρόωρες αποπληρωμές. Εξίσου σημαντική είναι η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Όσο μεγαλώνει η οικονομία, τόσο μειώνεται το σχετικό βάρος ενός δεδομένου ποσού χρέους.

 

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και η ενεργητική διαχείριση του χρέους, επιταχύνοντας τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

 

Το πραγματικό κέρδος για την οικονομία

 

Η αποκλιμάκωση του χρέους δεν είναι μια εξέλιξη που μεταφράζεται άμεσα σε χαμηλότερες τιμές, μειωμένους φόρους ή περισσότερα χρήματα στην τσέπη των νοικοκυριών.

 

                                            

 

Η επίδραση είναι πιο έμμεση αλλά ιδιαίτερα σημαντική.

 

Κάθε χρόνο που το Δημόσιο πληρώνει λιγότερους τόκους, μειώνεται το βάρος που μεταφέρεται στους μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Κάθε δισ. ευρώ χρέους που αποπληρώνεται περιορίζει αντίστοιχα τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες. Και όσο βελτιώνεται η πιστοληπτική εικόνα της χώρας, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος να χρειαστεί να χρηματοδοτήσει μια νέα κρίση με ιδιαίτερα ακριβό δανεισμό.

 

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να μετατραπούν τα 12,84 δισ. ευρώ σε ένα άμεσο πακέτο παροχών. Είναι να μειωθεί μόνιμα το βάρος που θα πρέπει να σηκώνουν οι επόμενοι κρατικοί προϋπολογισμοί.

 

Αυτό είναι και το σημαντικότερο αποτέλεσμα των πρόωρων αποπληρωμών: η Ελλάδα δεν κερδίζει απλώς από ένα μικρότερο χρέος, αλλά από ένα χρέος που κοστίζει λιγότερο και δημιουργεί μικρότερο κίνδυνο για την οικονομία τα επόμενα χρόνια.

 

                           

 

Morningstar DBRS: Στην «πρώτη γραμμή» της Ευρώπης η Ελλάδα απέναντι σε καύσωνες και πυρκαγιές

 

Το καλοκαίρι του 2026 αναδεικνύει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν πάψει να αποτελούν αποκλειστικά περιβαλλοντικό ζήτημα και εξελίσσονται σε σημαντικό οικονομικό κίνδυνο. Καύσωνες, πυρκαγιές και παρατεταμένη ξηρασία μπορούν πλέον να επηρεάσουν την παραγωγικότητα, τη γεωργία, την ενεργειακή αγορά, τις υποδομές αλλά και τα δημόσια οικονομικά.

 

Για την Ελλάδα, η προειδοποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Σύμφωνα με την τελευταία έκδοση του Climate Risk Navigator της Morningstar DBRS, η χώρα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές οικονομίες που εμφανίζουν υψηλή έκθεση τόσο στις επιπτώσεις των ακραίων θερμοκρασιών όσο και στις δασικές πυρκαγιές.

 

Ο οίκος επισημαίνει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι στην Ευρώπη λειτουργούν πλέον σωρευτικά. Οι υψηλές θερμοκρασίες συνοδεύονται από ξηρές συνθήκες, ενώ οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες αυξάνουν την πιθανότητα παρατεταμένης ξηρασίας. Μάλιστα, η ξηρασία μπορεί να προκαλέσει πιο επίμονες οικονομικές συνέπειες από πολλά άλλα φυσικά φαινόμενα.

 

Στην πέμπτη θέση της Ευρώπης για τις επιπτώσεις των καυσώνων

 

Η Ελλάδα κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς τις αναμενόμενες απώλειες παραγωγικότητας στη βιομηχανία και την οικονομία από τους καύσωνες, σύμφωνα με το σενάριο SSP2-4.5.

 

Υψηλότερη έκθεση καταγράφουν μόνο η Μάλτα, η Ανδόρα, η Πορτογαλία και η Ισπανία.

 

Η θέση της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της δομής της οικονομίας της, καθώς σημαντικό μέρος της δραστηριότητας αφορά κλάδους στους οποίους η εργασία σε εξωτερικούς χώρους και η χειρωνακτική απασχόληση είναι κρίσιμες, όπως οι κατασκευές, η γεωργία και ο τουρισμός.

 

Η Morningstar DBRS υπολογίζει τις επιπτώσεις των καυσώνων στην παραγωγικότητα λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση των εργαζομένων σε υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία, μέσω του δείκτη υγρού θερμομέτρου (wet-bulb index).

 

Επομένως, το κόστος της ακραίας ζέστης δεν αφορά μόνο ζημιές σε κτίρια και υποδομές. Αφορά επίσης τη μείωση των διαθέσιμων ωρών εργασίας, την κόπωση των εργαζομένων και τελικά τη χαμηλότερη οικονομική παραγωγή.

    

                               

 

Πέμπτη και στις ζημιές από πυρκαγιές

 

Υψηλή είναι η έκθεση της Ελλάδας και στον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών. Η χώρα καταλαμβάνει επίσης την πέμπτη θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη, πίσω από την Πορτογαλία, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία και την Ισπανία.

 

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή οι πυρκαγιές δεν περιορίζονται πλέον σε απομακρυσμένες δασικές ή αγροτικές περιοχές. Όλο και συχνότερα επηρεάζουν περιοχές με κατοικίες, τουριστικές μονάδες, εμπορική δραστηριότητα, δρόμους και άλλες κρίσιμες υποδομές.

 

Έτσι, μια μεγάλη πυρκαγιά μπορεί να μετατραπεί από τοπική φυσική καταστροφή σε ευρύτερο οικονομικό σοκ, προκαλώντας απώλειες σε επιχειρήσεις και περιουσίες, διακοπές στις μεταφορές και πρόσθετες ανάγκες κρατικής χρηματοδότησης.

 

Ιδιαίτερα ανησυχητικός είναι ο συνδυασμός καύσωνα, ξηρασίας και πυρκαγιών. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τη ζήτηση για νερό και ηλεκτρική ενέργεια και περιορίζουν την παραγωγικότητα, ενώ η παρατεταμένη ξηρασία δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την εκδήλωση και εξάπλωση πυρκαγιών.

 

Η ξηρασία μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος οικονομικός κίνδυνος

 

Η Morningstar DBRS δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ξηρασία, καθώς οι επιπτώσεις της μπορούν να διαρκέσουν πολύ περισσότερο από ένα επεισόδιο υψηλών θερμοκρασιών.

 

Επικαλούμενος στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο οίκος αναφέρει ότι περίπου το 40% του πλανήτη αντιμετωπίζει πλέον συχνές και έντονες ξηρασίες, ενώ το οικονομικό κόστος τους αυξάνεται. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μια μέση ξηρασία το 2035 θα μπορούσε να προκαλέσει τουλάχιστον 35% μεγαλύτερες απώλειες σε σχέση με μια αντίστοιχη ξηρασία το 2025.

 

Ακόμη πιο σημαντική είναι η επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη. Μελέτη του ΔΝΤ που επικαλείται η έκθεση εκτιμά ότι μια ακραία ξηρασία μπορεί να μειώσει την αύξηση του ΑΕΠ κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα βραχυπρόθεσμα.

 

Οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τη γεωργία. Η χαμηλή στάθμη των ποταμών μπορεί να επηρεάσει τις εμπορευματικές μεταφορές και τη βιομηχανία, ενώ περιορίζει και την υδροηλεκτρική παραγωγή. Μια μειωμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί στη συνέχεια να οδηγήσει σε αυξημένες τιμές ενέργειας, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο πιέσεων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά

 

Η κλιματική προσαρμογή γίνεται πλέον οικονομική ανάγκη

 

Για την Ελλάδα, το μήνυμα της Morningstar DBRS είναι ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως περιβαλλοντική πολιτική.

 

Οι επενδύσεις σε αντιπυρική προστασία, υδάτινους πόρους, ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές, αλλά και η προσαρμογή των επιχειρήσεων στις υψηλότερες θερμοκρασίες αποκτούν άμεση οικονομική σημασία.

 

Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, οι καύσωνες και η ξηρασία είναι πιθανό να συνεχίσουν να επιβαρύνουν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, το μέγεθος των απωλειών δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το πόσο ακραία θα γίνουν τα φαινόμενα, αλλά και από το πόσο έγκαιρα θα προσαρμοστούν οι οικονομίες.

 

Για την Ελλάδα, η υψηλή κατάταξη τόσο στους κινδύνους από τη ζέστη όσο και στις πυρκαγιές καθιστά την προσαρμογή όχι απλώς περιβαλλοντική προτεραιότητα, αλλά ζήτημα παραγωγικότητας, ανάπτυξης και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum