| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 28/07/26

 

                                         

Αρνητική αποταμίευση για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο – Τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν

 

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει μια ιδιαίτερα ανησυχητική διαρθρωτική αδυναμία, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση της αρνητικής αποταμίευσης για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο, μια εξέλιξη που εντείνει τους προβληματισμούς για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανθεκτικότητα των ελληνικών οικογενειών.

 

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο λόγος της ακαθάριστης αποταμίευσης προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα διαμορφώθηκε στο -3,3%, επιβεβαιώνοντας ότι τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δαπανούν περισσότερα χρήματα από όσα εισπράττουν.

 

Τα βασικά μεγέθη του α' τριμήνου 2026

 

Δείκτης

Α' Τρίμηνο 2025

Α' Τρίμηνο 2026

Μεταβολή

Διαθέσιμο εισόδημα

37,92 δισ. ευρώ

39,13 δισ. ευρώ

+3,2%

Καταναλωτική δαπάνη

38,60 δισ. ευρώ

40,40 δισ. ευρώ

+4,7%

Ποσοστό αποταμίευσης

-

-3,3%

Έκτο συνεχόμενο αρνητικό τρίμηνο

Η εικόνα αποτυπώνει μια σαφή ανισορροπία: ενώ τα εισοδήματα αυξάνονται, η κατανάλωση αυξάνεται με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα, οδηγώντας τα νοικοκυριά είτε στην κατανάλωση προηγούμενων αποταμιεύσεων είτε στην αύξηση του δανεισμού.

 

Η «ψαλίδα» εισοδήματος και κατανάλωσης

 

Το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση, ωστόσο η τελική καταναλωτική δαπάνη κατέγραψε άνοδο 4,7%.

 

Η διαφορά αυτή μπορεί να φαίνεται μικρή σε ποσοστιαία βάση, όμως σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει ότι οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών ξεπέρασαν εκ νέου τα διαθέσιμα εισοδήματά τους.

 

Το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει αρνητική αποταμίευση επί έξι συνεχόμενα τρίμηνα δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια προσωρινή διαταραχή, αλλά για μια διαρθρωτική τάση που συνδέεται με το υψηλό κόστος ζωής και τη συνεχιζόμενη πίεση στα οικογενειακά εισοδήματα.

 

Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει

 

Βασικός παράγοντας πίσω από το φαινόμενο παραμένει ο επίμονος πληθωρισμός.

 

Παρότι οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος αυτών των αυξήσεων απορροφάται από:

 

τις υψηλότερες τιμές στα τρόφιμα,

το αυξημένο ενεργειακό κόστος,

τα ακριβότερα ενοίκια,

τις μεταφορές,

τις υπηρεσίες καθημερινής κατανάλωσης.

 

Έτσι, η πραγματική αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα δημιουργίας νέων αποταμιεύσεων.

 

                            

 

Η φοροδιαφυγή αλλοιώνει την πραγματική εικόνα

 

Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει την εικόνα της ελληνικής οικονομίας είναι η μεγάλη έκταση της αδήλωτης οικονομικής δραστηριότητας.

 

Η απόκρυψη εισοδημάτων οδηγεί σε υποεκτίμηση των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων ενός τμήματος του πληθυσμού, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει μεγαλύτερο φορολογικό βάρος στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους, οι οποίοι δεν έχουν δυνατότητα φοροδιαφυγής.

 

Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη ανισορροπία:

 

όσοι αποκρύπτουν εισοδήματα εμφανίζονται με χαμηλότερα επίσημα εισοδήματα αλλά διατηρούν υψηλή καταναλωτική δυνατότητα,

όσοι δηλώνουν πλήρως τα εισοδήματά τους επιβαρύνονται περισσότερο φορολογικά και δυσκολεύονται να δημιουργήσουν αποταμιεύσεις.

 

Η κατάσταση αυτή ενισχύει το αίσθημα κοινωνικής αδικίας και περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αποταμίευσης των συνεπών φορολογουμένων.

 

Οι επιπτώσεις στην οικονομία

 

Η παρατεταμένη αρνητική αποταμίευση δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα των νοικοκυριών αλλά και της οικονομίας συνολικά.

 

Η περιορισμένη αποταμίευση:

 

μειώνει τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις,

αυξάνει την εξάρτηση από τραπεζικό δανεισμό,

δυσκολεύει τη χρηματοδότηση της αγοράς κατοικίας,

περιορίζει την οικονομική ασφάλεια κατά τη συνταξιοδότηση,

αυξάνει την ευαλωτότητα των οικογενειών σε μελλοντικές οικονομικές κρίσεις.

 

Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση εξετάζει νέα μέτρα ενίσχυσης της ιδιωτικής αποταμίευσης, όπως φορολογικά κίνητρα και την περαιτέρω ανάπτυξη της επαγγελματικής ασφάλισης.

 

Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν ισχυρές

 

Την ίδια στιγμή, η εικόνα στον επιχειρηματικό τομέα εμφανίζεται σαφώς πιο θετική.

 

Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκαν στα 4,88 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ ο δείκτης επενδύσεων προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε στο 26,2%, έναντι 25,4% ένα χρόνο νωρίτερα.

 

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν, ακόμη και σε ένα περιβάλλον όπου η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παραμένει υπό πίεση.

 

Το βασικό μήνυμα

 

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν μια βασική πρόκληση για την ελληνική οικονομία: η αύξηση των εισοδημάτων δεν αρκεί όταν το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα. Όσο η κατανάλωση υπερβαίνει σταθερά τα διαθέσιμα εισοδήματα, η αρνητική αποταμίευση θα παραμένει, περιορίζοντας την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και δημιουργώντας μακροπρόθεσμες προκλήσεις τόσο για την κοινωνία όσο και για την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.

 

                             

 

Στεγαστικά: Η δίψα των Ελλήνων σκοντάφτει στις τιμές των ακινήτων – Εύθραυστη η ανάκαμψη της τραπεζικής πίστης

 

Η ελληνική αγορά στεγαστικής πίστης επιχειρεί να επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο η άνοδος των τιμών των ακινήτων εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα. Παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εμφανίζονται οι πιο πρόθυμοι στην Ευρώπη να αποκτήσουν κατοικία μέσω τραπεζικού δανεισμού, η πραγματική ζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στην περιορισμένη χρηματοδοτική δυνατότητα των νοικοκυριών και στο υψηλό κόστος αγοράς κατοικίας.

 

Την ίδια στιγμή, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει κάτω από το ψυχολογικό όριο του 70%, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά κατοικίας βρίσκεται σε φάση βαθιάς διαρθρωτικής αναδιάρθρωσης.

 

Οι καθαρές ροές γύρισαν ξανά αρνητικές το 2026

 

Μετά από μια δεκαετία συνεχούς απομόχλευσης, το 2025 αποτέλεσε σημείο καμπής για τη στεγαστική πίστη, καθώς για πρώτη φορά οι νέες εκταμιεύσεις ξεπέρασαν τις αποπληρωμές, κυρίως χάρη στην ώθηση του προγράμματος «Σπίτι μου».

 

Ωστόσο, η εικόνα αυτή αποδείχθηκε εύθραυστη. Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 οι καθαρές ροές επέστρεψαν σε αρνητικό έδαφος, ένδειξη ότι η αγορά δεν έχει ακόμη αποκτήσει αυτοδύναμη δυναμική.

 

Εξέλιξη στεγαστικών δανείων

 

Έτος

Καθαρές Ροές (εκ. €)

Υπόλοιπο (δισ. €)

2019

-1.899,9

52,34

2020

-1.433,6

45,76

2023

-1.050,1

30,52

2024

-735,7

29,38

2025

+171,2

28,08

2026 (5μηνο)

-22,3

26,12

 

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος

 

Χρηματιστηριακή ανάγνωση: Το θετικό πρόσημο του 2025 αποδείχθηκε περισσότερο αποτέλεσμα κρατικών κινήτρων παρά οργανικής αύξησης της ζήτησης. Η επιστροφή των αρνητικών ροών το 2026 δείχνει ότι η αγορά παραμένει εξαρτημένη από τις παρεμβάσεις της Πολιτείας.

 

Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί σε ιστορικά χαμηλά

 

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, η Ελλάδα χάνει σταδιακά ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς κατοικίας της: την υψηλή ιδιοκατοίκηση.

 

Το ποσοστό των νοικοκυριών που διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία μειώθηκε από περίπου 77% το 2010 σε 69,4% το 2025, καθώς ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν την αγορά κατοικίας.

 

Παράλληλα, οι Έλληνες αξιολογούν την πρόσβασή τους σε στεγαστικά δάνεια ως τη δυσκολότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με βαθμολογία 2,3/5, σημαντικά χαμηλότερη από άλλες μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία.

 

Σταθεροποίηση του χαρτοφυλακίου

 

Παρά τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση των τελευταίων ετών, το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης.

 

Κατηγορία

Υπόλοιπο (δισ. €)

Ετήσια Μεταβολή

Δάνεια σε ευρώ

23,40

+1,23%

Δάνεια σε ελβετικό φράγκο & λοιπά

1,75

-8,50%

Σύνολο

25,15

+0,10%

 

Η αύξηση στα δάνεια σε ευρώ αντισταθμίζεται από τη συνεχιζόμενη απομείωση των παλαιών δανείων σε ελβετικό φράγκο, οδηγώντας ουσιαστικά σε στάσιμη συνολική εικόνα.

 

Οι τιμές ακινήτων ακυρώνουν τη μείωση των επιτοκίων

 

Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των επιτοκίων, η άνοδος των τιμών κατοικίας έχει αυξήσει σημαντικά το απαιτούμενο κεφάλαιο για την αγορά πρώτης κατοικίας.

 

Παράδειγμα αγοράς κατοικίας

 

Στοιχείο

Εκτίμηση

Αξία διαμερίσματος 100 τ.μ. (Περιστέρι)

225.000 €

Ίδια συμμετοχή (20%)

45.000 €

Δάνειο

180.000 €

Διάρκεια

40 έτη

Εκτιμώμενη μηνιαία δόση

~750 €

Ελάχιστο καθαρό εισόδημα

~1.900 €/μήνα

 

Με βάση τους τραπεζικούς κανόνες, οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν περίπου το 40% του καθαρού εισοδήματος. Για πολλά νέα ζευγάρια, το απαιτούμενο επίπεδο εισοδήματος και η ανάγκη για σημαντική ίδια συμμετοχή αποτελούν ουσιαστικά απαγορευτικά εμπόδια.

 

                               

 

Τα επιτόκια κινούνται χαμηλότερα

 

Η αποκλιμάκωση του κόστους χρήματος λειτούργησε υποστηρικτικά για τη στεγαστική αγορά.

 

Δείκτης

2024

2025

Μάιος 2026

Μέσο επιτόκιο νέων στεγαστικών

4,06%

3,59%

-

ΣΕΠΕ

4,88%

4,13%

3,49%

 

Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στα στεγαστικά σταθερού επιτοκίου διάρκειας 1-5 ετών, όπου η Ελλάδα διαμορφώνεται στο 3,10%, έναντι 3,47% στην Ευρωζώνη, καταλαμβάνοντας μία από τις χαμηλότερες θέσεις στο κόστος δανεισμού.

 

Ανάγνωση αγοράς: Οι ελληνικές τράπεζες επιχειρούν να ενισχύσουν τη ζήτηση μέσω πιο ανταγωνιστικής τιμολόγησης, ωστόσο η αποκλιμάκωση των επιτοκίων δεν αρκεί όταν οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα.

 

Το «Σπίτι μου» ανέδειξε το πρόβλημα προσφοράς

 

Τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» αναζωογόνησαν τη ζήτηση, αλλά ανέδειξαν και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς.

 

Αποτελέσματα προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ»

 

Στοιχείο

Νοικοκυριά

Προεγκρίσεις δανείων

38.000

Αγορές που ολοκληρώθηκαν ή βρίσκονται σε εξέλιξη

17.000

Δεν βρήκαν κατάλληλο ακίνητο

21.000

Ποσοστό αποτυχίας

55%

 

Η περιορισμένη προσφορά επιλέξιμων κατοικιών οδήγησε σε σημαντικές αυξήσεις τιμών, που σε αρκετές περιπτώσεις έφθασαν έως και το 30%, απορροφώντας μεγάλο μέρος του οφέλους από τα επιδοτούμενα επιτόκια.

 

Οι ενοικιαστές παραμένουν εγκλωβισμένοι

 

Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση του ΙΟΒΕ είναι ότι η μετάβαση από το ενοίκιο στην ιδιοκατοίκηση έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη.

 

Οι περισσότεροι ενοικιαστές που αναζητούν νέα κατοικία επιδιώκουν απλώς να μετακομίσουν σε άλλο μισθωμένο ακίνητο και όχι να αγοράσουν, κυρίως λόγω των αυστηρών τραπεζικών κριτηρίων και του υψηλού κόστους απόκτησης κατοικίας.

 

Από την άλλη πλευρά, μόλις 5,7% των ιδιοκτητών δηλώνουν πρόθυμοι να πουλήσουν το ακίνητό τους, ενώ περίπου 85% θεωρούν απίθανη μια τέτοια κίνηση, περιορίζοντας περαιτέρω την προσφορά.

 

Συμπέρασμα

 

Η ελληνική στεγαστική αγορά βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η υποχώρηση των επιτοκίων και τα κρατικά προγράμματα έδωσαν προσωρινή ώθηση στις χορηγήσεις, όμως η εκρηκτική άνοδος των τιμών κατοικίας, η έλλειψη διαθέσιμου αποθέματος και η υστέρηση των εισοδημάτων εξακολουθούν να περιορίζουν τη ζήτηση.

 

Για τις τράπεζες, η στεγαστική πίστη παραμένει ένας τομέας με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, ωστόσο η ουσιαστική ανάκαμψη δύσκολα θα επιτευχθεί χωρίς αύξηση της προσφοράς κατοικιών και βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Μέχρι τότε, οι χορηγήσεις αναμένεται να κινούνται με αργούς ρυθμούς, διατηρώντας τη στεγαστική αγορά σε κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας.

    

                                       

 

Ελεύθεροι επαγγελματίες: Σύνταξη κοντά στα 800 ευρώ για 8 στους 10 – Η επιλογή εισφορών που καθορίζει το μέλλον

 

Χαμηλές συντάξεις που θα κινούνται γύρω από τα 800 ευρώ αναμένεται να λάβει η μεγάλη πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών, καθώς περίπου οκτώ στους δέκα ασφαλισμένους εξακολουθούν να επιλέγουν τη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία του ΕΦΚΑ.

 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι μόλις ένα μικρό ποσοστό ελεύθερων επαγγελματιών θα καταφέρει να ξεπεράσει το όριο των 1.000 ευρώ σύνταξης, και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης και θα έχει καταβάλει υψηλότερες εισφορές για μεγάλο μέρος του εργασιακού του βίου.

 

Η βασική αιτία πίσω από τις χαμηλές μελλοντικές συντάξεις είναι η επιλογή των χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών, επιλογή που συνεχίζει να κυριαρχεί μεταξύ των μη μισθωτών ασφαλισμένων. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη απόφαση μειώνει σήμερα το κόστος άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, περιορίζει σημαντικά το ύψος της σύνταξης που θα προκύψει στο μέλλον.

 

Από το σύνολο περίπου 1,6 εκατ. ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών που είναι ασφαλισμένοι στον ΕΦΚΑ, μόλις περίπου 400.000 επέλεξαν για το 2026 ασφαλιστική κατηγορία υψηλότερη από την πρώτη. Η πλειονότητα παραμένει στην κατώτατη κατηγορία εισφορών, η οποία μετά από τέσσερις δεκαετίες ασφάλισης οδηγεί σε σύνταξη κοντά στα 800 ευρώ.

 

Η διαφορά μεταξύ των ασφαλιστικών επιλογών είναι ιδιαίτερα σημαντική. Με 40 χρόνια ασφάλισης, ένας επαγγελματίας που βρίσκεται στην πρώτη κατηγορία θα λάβει σύνταξη περίπου 800 ευρώ, ενώ στην υψηλότερη, έκτη κατηγορία, το ποσό μπορεί να διαμορφωθεί κοντά στα 1.800 ευρώ μικτά.

 

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στους αγρότες. Όσοι παραμένουν στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία θα πρέπει να αναμένουν σύνταξη περίπου 250 ευρώ τον μήνα, ενώ η επιλογή της έκτης κατηγορίας μπορεί να αυξήσει το ποσό κοντά στα 670 ευρώ μικτά.

 

Η «παγίδα» των χαμηλών αυξήσεων

 

Το πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων δεν περιορίζεται μόνο στο αρχικό ποσό που θα καταβληθεί στους συνταξιούχους. Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι οι ετήσιες αυξήσεις, οι οποίες σε ποσοστιαία βάση μπορεί να φαίνονται ίδιες για όλους, όμως στην πράξη ευνοούν περισσότερο όσους ξεκινούν από υψηλότερη βάση.

 

Με αυξήσεις της τάξης του 2% ή 3% ετησίως, οι συνταξιούχοι με υψηλότερες αρχικές αποδοχές θα βλέπουν μεγαλύτερη πραγματική αύξηση στο εισόδημά τους. Αντίθετα, όσοι ξεκινούν από πολύ χαμηλά επίπεδα θα χρειάζονται πολλά χρόνια για να υπάρξει ουσιαστική βελτίωση.

 

Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο δημιουργίας μιας νέας γενιάς συνταξιούχων με περιορισμένη αγοραστική δύναμη, καθώς αρκετές συντάξεις θα παραμένουν χαμηλότερες ακόμη και από τον σημερινό κατώτατο μισθό των 920 ευρώ.

 

Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συστήνουν στους ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν υψηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, ιδιαίτερα την τρίτη και την τέταρτη, ώστε να δημιουργήσουν καλύτερη ασφαλιστική βάση για το μέλλον. 

 

Νέα αύξηση εισφορών από το 2026

 

Από την 1η Ιανουαρίου 2026 οι εισφορές των μη μισθωτών αυξάνονται κατά 2,5%, ποσοστό που συνδέεται με τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό του 2025. Η αλλαγή αυτή αποτελεί την τέταρτη διαδοχική αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών από το 2023.

 

Ειδικότερα, οι εισφορές αυξήθηκαν κατά 9,6% το 2023, κατά 3,46% το 2024 και κατά 2,7% το 2025. Συνολικά, μέσα στην τετραετία 2023-2026 η σωρευτική αύξηση ανέρχεται περίπου στο 18,26%.

 

Με την αύξηση του 2,5%, η εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 250,77 ευρώ τον μήνα.

 

Για όσους έχουν υποχρέωση επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής, προστίθενται επιπλέον 46,57 ευρώ για την επικουρική και 31,05 ευρώ για το εφάπαξ, με το συνολικό μηνιαίο κόστος να ανέρχεται στα 328,39 ευρώ.

 

Η πρώτη ασφαλιστική κατηγορία παραμένει η πιο οικονομική επιλογή για τους επαγγελματίες που θέλουν να περιορίσουν το άμεσο κόστος των εισφορών, όμως ταυτόχρονα αποτελεί και τη χαμηλότερη βάση υπολογισμού για τη μελλοντική σύνταξη.

 

Το δίλημμα για τους μη μισθωτούς παραμένει επομένως μεταξύ της σημερινής οικονομικής επιβάρυνσης και της εξασφάλισης ενός αξιοπρεπέστερου εισοδήματος μετά τη συνταξιοδότηση. Η επιλογή χαμηλών εισφορών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο σημαντικά χαμηλότερης σύνταξης στο μέλλον.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum