|

Βενζίνη: Η Ελλάδα στις χώρες όπου το γέμισμα του ρεζερβουάρ
«πονάει» περισσότερο
Η Ελλάδα μπορεί να μην έχει την υψηλότερη ονομαστική τιμή
βενζίνης στην Ευρώπη, όμως για τον Έλληνα οδηγό το κόστος
του γεμίσματος του ρεζερβουάρ είναι από τα υψηλότερα σε
σχέση με το εισόδημά του.
Σύμφωνα με στοιχεία του
GlobalPetrolPrices,
για ένα γέμισμα 40 λίτρων αμόλυβδης
απαιτείται στην Ελλάδα ποσό που αντιστοιχεί στο 4,7%
του μέσου μηνιαίου εισοδήματος. Στην Ευρωζώνη, το
ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η
Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση, πίσω από τη Ρουμανία με
5,2% και τη Βουλγαρία με 5,1%.
Η σύγκριση γίνεται με βάση τις τιμές της αμόλυβδης στις
14 Σεπτεμβρίου 2026 και στοιχεία της
Παγκόσμιας Τράπεζας για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ως μέτρο
εισοδήματος. Η μεθοδολογία της
GlobalPetrolPrices
καλύπτει περισσότερες από 150 χώρες.
Φθηνότερη από Γερμανία, αλλά ακριβότερη για την τσέπη
Η εικόνα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όταν εξετάζονται οι
ονομαστικές τιμές.
Στις 14
Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα
διαμορφωνόταν στα 2,093 ευρώ ανά λίτρο,
έναντι 2,314 ευρώ στη Γερμανία, 2,119 ευρώ στην Ιταλία και
2,101 ευρώ στη Γαλλία.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν ήταν ακριβότερη από όλες αυτές
τις χώρες στην αντλία. Το πρόβλημα βρίσκεται στη σχέση της
τιμής των καυσίμων με το διαθέσιμο εισόδημα.
Για τον Έλληνα καταναλωτή, ένα ίδιο γέμισμα 40 λίτρων
απορροφά πολύ μεγαλύτερο τμήμα του μηνιαίου εισοδήματος σε
σχέση με έναν Γερμανό, Γάλλο ή Ιταλό οδηγό.
Με βάση τις
απόλυτες τιμές της 14ης Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα κατατασσόταν
ως η 15η ακριβότερη χώρα παγκοσμίως στην αμόλυβδη,
μεταξύ περισσότερων από 150 χωρών. Στο ντίζελ κατείχε την
24η θέση.
Το νέο ράλι των καυσίμων αλλάζει τα δεδομένα
Οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία
επειδή πραγματοποιήθηκαν πριν από τη νέα έντονη μεταβολή
στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Το Brent
είχε εκτοξευθεί έως την περιοχή των 110 δολαρίων το
βαρέλι, επιβαρύνοντας το κόστος καυσίμων και
δημιουργώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις στις οικονομίες.
Στη συνέχεια, οι τιμές υποχώρησαν κάτω από τα 100 δολάρια,
καθώς ενισχύθηκαν οι προσδοκίες για αύξηση της προσφοράς
πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία μέσω του αγωγού
Ανατολής-Δύσης.
Ωστόσο, ακόμη
και μια προσωρινή αποκλιμάκωση στις διεθνείς τιμές δεν
αναιρεί το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα: η βενζίνη
παραμένει ιδιαίτερα βαριά δαπάνη σε σχέση με τα εισοδήματα
των νοικοκυριών.
Eurostat: Πάνω
23,8% τα καύσιμα στην ΕΕ
Η πίεση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Σύμφωνα με τη
Eurostat, τον
Αύγουστο του 2026 οι τιμές των καυσίμων και λιπαντικών για
ιδιωτικά μέσα μεταφοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν
23,8% υψηλότερες σε σχέση με τον Αύγουστο του 2025.
Η ετήσια αύξηση είχε ήδη διαμορφωθεί σε 13,7% τον Ιούνιο και
16,9% τον Ιούλιο, δείχνοντας την επιτάχυνση της πίεσης κατά
τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Οι μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις τον Αύγουστο καταγράφηκαν
στη:
|
Χώρα
|
Ετήσια αύξηση
|
|
Βουλγαρία
|
+34,5%
|
|
Λιθουανία
|
+28,8%
|
|
Φινλανδία
|
+27,6%
|
|
Γερμανία
|
+27,5%
|
|
Γαλλία
|
+27,4%
|
Στον αντίποδα, οι μικρότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στην
Ουγγαρία (+1,3%), τη Σουηδία (+6,1%) και την Ιρλανδία
(+11,7%).
Στην Ελλάδα η
ετήσια αύξηση έφτασε το 16,2%, ενώ στην
Κύπρο το 19,1%.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι το εισόδημα
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία είναι ότι η θέση της
Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων δεν εξηγείται μόνο από
την τιμή στην αντλία.
Το κρίσιμο
μέγεθος είναι πόσο εισόδημα απαιτείται για να
αγοραστεί η ίδια ποσότητα καυσίμου.
Και σε αυτή τη σύγκριση η Ελλάδα βρίσκεται πολύ ψηλά στην
ευρωπαϊκή κατάταξη. Για έναν οδηγό που χρειάζεται συχνά το
αυτοκίνητο για τις καθημερινές του μετακινήσεις, η άνοδος
της βενζίνης μεταφράζεται επομένως σε δυσανάλογα μεγαλύτερη
επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το πετρέλαιο παραμένει
ιδιαίτερα ευμετάβλητο, το κόστος μετακίνησης εξελίσσεται
έτσι σε έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα πίεσης για το
διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών.
|