| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 29/06/26

                        

 

Στέγη σε κρίση στην Αθήνα: Τα ενοίκια «καταπίνουν» τους μισθούς

Η στεγαστική πίεση στην Αθήνα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες επιβάρυνσης του κόστους ζωής, καθώς το εισόδημα ενός μέσου μισθού συχνά δεν επαρκεί για να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης.

 

Η εκτόξευση των ενοικίων, σε συνδυασμό με την άνοδο των λογαριασμών κοινής ωφελείας, διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα για τη μεσαία τάξη και κυρίως για τους νέους εργαζόμενους, για τους οποίους η στέγαση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε δυσπρόσιτη «πολυτέλεια».

 

Η Αθήνα στις πιο επιβαρυμένες πόλεις της Ευρώπης

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το κόστος στέγασης —συμπεριλαμβανομένων ενοικίων και λογαριασμών κοινής ωφέλειας— αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 23,6% των δαπανών των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, με την επιβάρυνση να είναι ακόμη μεγαλύτερη στις μεγάλες πόλεις.

 

Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις περιοχές με υψηλή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις το μηνιαίο ενοίκιο μαζί με τα πάγια έξοδα απορροφά σημαντικό μέρος —ή και το σύνολο— ενός μέσου μισθού.

 

Ενοίκια σε όλη την Ευρώπη: από 470€ έως 3.350€

 

Τα στοιχεία της Eurostat που καλύπτουν 40 πόλεις σε 38 χώρες αποτυπώνουν έντονες αποκλίσεις στο κόστος στέγασης:

 

Από περίπου 470 ευρώ στα Σκόπια

 

Έως 3.350 ευρώ στη Γενεύη (εκτός ΕΕ)

 

Το Λονδίνο καταγράφεται ως η πιο ακριβή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με μέσο ενοίκιο 3.050 ευρώ, ενώ πάνω από τα 2.500 ευρώ κινούνται επίσης πόλεις όπως το Δουβλίνο, η Στοκχόλμη και το Όσλο.

 

Στο άλλο άκρο, πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης παραμένουν σημαντικά φθηνότερες, με τιμές κάτω των 1.000 ευρώ σε αρκετές περιπτώσεις.

 

Η θέση της Αθήνας στην ευρωπαϊκή κατάταξη

 

Η ελληνική πρωτεύουσα εντάσσεται στην κατηγορία των πόλεων με μεσαίο προς υψηλό κόστος ενοικίασης, με μέσο μηνιαίο ποσό περίπου 1.500 ευρώ για διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων, σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα.

 

Στην ίδια ζώνη τιμών συναντώνται πόλεις όπως η Λισαβόνα, η Πράγα, η Βιέννη, το Ζάγκρεμπ και το Ελσίνκι, γεγονός που δείχνει ότι η Αθήνα έχει πλέον ενταχθεί πλήρως στο «ακριβό» σκέλος της ευρωπαϊκής αγοράς κατοικίας.

                         

 

Γιατί αυξάνονται τα ενοίκια

 

Οι αναλυτές αποδίδουν την άνοδο των τιμών σε έναν συνδυασμό παραγόντων:

 

αυξημένη αστική ζήτηση μετά την πανδημία

 

πληθυσμιακή αύξηση σε μεγάλες πόλεις

 

μεταναστευτικές ροές

 

άνοδο επιτοκίων, που καθιστά δυσκολότερη την αγορά κατοικίας

 

αυξημένο κόστος κατασκευών

 

Η μείωση της αγοραστικής δυνατότητας οδηγεί περισσότερα νοικοκυριά στην ενοικίαση, ενισχύοντας περαιτέρω τη ζήτηση και πιέζοντας τις τιμές προς τα πάνω.

 

Μια αγορά που πιέζει όλο και περισσότερο

 

Παρότι τα χαμηλότερα ενοίκια σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης δίνουν μια εικόνα ανισοτήτων, η πραγματική επιβάρυνση εξαρτάται άμεσα από τα τοπικά εισοδήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και «φθηνότερες» αγορές παραμένουν δυσβάστακτες για τους κατοίκους λόγω χαμηλότερων μισθών.

 

Συνολικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν μια πανευρωπαϊκή τάση στεγαστικής πίεσης, με την Αθήνα να συγκαταλέγεται πλέον στις πόλεις όπου η σχέση εισοδήματος και κόστους κατοικίας δοκιμάζει έντονα την οικονομική αντοχή των νοικοκυριών. 

                                                   

 

                         

 

Ακίνητα: Τα παλιά σπίτια αυξάνονται ταχύτερα από τα νεόδμητα – Στροφή της αγοράς στο υφιστάμενο απόθεμα

 

Και μια που πιάσαμε την αγορά ακινήτων. Θυμίζουμε τα όσα αναφέρονταν σε μια πρόσφατη έκθεση. Με ταχύτερο ρυθμό λοιπόν σε σχέση με τις νέες κατασκευές αυξάνονται πλέον οι τιμές πώλησης μεταχειρισμένων κατοικιών μεγαλύτερης ηλικίας, αποτυπώνοντας τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Savills Hellas για την αγορά κατοικίας, οι τιμές των νεόδμητων ακινήτων στην Αττική αυξήθηκαν κατά 5,3% το 2025, ενώ οι παλαιότερες κατοικίες κατέγραψαν άνοδο 5,7% την ίδια περίοδο. Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στη Θεσσαλονίκη, όπου οι τιμές των μεταχειρισμένων σημείωσαν ετήσια αύξηση 10,1%, έναντι 6% για τις νέες κατασκευές.

 

Σύμφωνα με την ανάλυση της εταιρείας, η τάση αυτή σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση της αγοράς. Καθώς οι τιμές των νεόδμητων προσεγγίζουν τα όρια οικονομικής προσιτότητας, τόσο οι επενδυτές όσο και οι αγοραστές πρώτης κατοικίας στρέφονται ολοένα και περισσότερο στο υφιστάμενο οικιστικό απόθεμα.

 

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, η στροφή προς τα παλαιότερα ακίνητα εξελίσσεται σε βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου 2025-2026, καθώς ενισχύεται από τη χαμηλή διαθεσιμότητα οικοπέδων και τα κίνητρα ενεργειακής αναβάθμισης. Η περιορισμένη προσφορά νέων έργων και τα προγράμματα επιδότησης ανακαινίσεων αυξάνουν την ελκυστικότητα των παλαιότερων κατοικιών, ενισχύοντας παράλληλα την αξία τους.

 

Ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει την ωρίμανση της αγοράς νεόδμητων είναι η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των τιμών την τελευταία διετία. Στην Αττική, η αύξηση των τιμών νεόδμητων διαμορφώθηκε στο 18,4% την περίοδο 2023-2025, έναντι 28,5% την προηγούμενη διετία 2021-2023.

 

Στα βόρεια προάστια, η άνοδος έχει περιοριστεί στο 8% από 27% προηγουμένως, καθώς το εγχώριο αγοραστικό κοινό δυσκολεύεται να απορροφήσει τιμές που ξεπερνούν πλέον τα 5.000 ευρώ/τ.μ. για τις ακριβότερες νέες κατασκευές.

 

Αντίστοιχα, στα νότια προάστια η αύξηση περιορίστηκε κάτω από 10% την τελευταία διετία, από 26% την περίοδο 2021-2023, με τις μέσες τιμές να έχουν φτάσει τα 6.800 ευρώ/τ.μ., απευθυνόμενες κυρίως σε υψηλά εισοδήματα και ξένους αγοραστές.

 

Στον Πειραιά, όπου είχε προηγηθεί «έκρηξη» τιμών με άνοδο 37% την περίοδο 2021-2023, η αύξηση έχει πλέον υποχωρήσει στο 20%, με την αγορά να επηρεάζεται έντονα από τις αγορές μέσω του προγράμματος «Χρυσή Βίζα», το οποίο σταδιακά περιορίζεται λόγω της αύξησης του ελάχιστου ορίου επένδυσης.

 

Αντίθετα, στις πιο προσιτές περιοχές της Αττικής, όπως το κέντρο και τα δυτικά προάστια, η δυναμική παραμένει πιο ανθεκτική. Στο κέντρο της Αθήνας οι τιμές αυξήθηκαν κατά 20% την περίοδο 2023-2025, στα δυτικά προάστια κατά 27%, ενώ στο υπόλοιπο της Αττικής καταγράφεται η ισχυρότερη άνοδος με 30%.

 

Η συνολική εικόνα της αγοράς δείχνει ότι η περίοδος της έντονης ανόδου των νεόδμητων κατοικιών φαίνεται να επιβραδύνεται, ενώ το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σταδιακά προς παλαιότερα ακίνητα, τα οποία αποκτούν νέο επενδυτικό και ιδιοκατοικιακό ενδιαφέρον μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένης προσφοράς και υψηλού κόστους νέας κατασκευής.

 

                        

 

Ελλάδα: Τελευταία στην ΕΕ στην απασχόληση νέων πτυχιούχων – Επιδείνωση και το 2025

 

Απογοητευτική είναι η εικόνα της Ελλάδας στην αγορά εργασίας για τους νέους αποφοίτους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025. Η χώρα καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την απασχόληση των νέων πτυχιούχων ηλικίας 20-34 ετών που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους τα τελευταία τρία χρόνια.

 

Το ποσοστό απασχόλησης διαμορφώνεται μόλις στο 62,4%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ φτάνει το 83%, καταγράφοντας απόκλιση άνω των 20 ποσοστιαίων μονάδων. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η επίδοση της Ελλάδας επιδεινώθηκε σε σχέση με το 2024, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 72,7%.

 

Παράδοξο σε περίοδο μείωσης της ανεργίας

 

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί προβληματισμό, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συνολική ανεργία υποχωρεί και η απασχόληση εμφανίζει ανοδική τάση.

 

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι οι νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται κυρίως σε τομείς όπως ο τουρισμός και η εστίαση, όπου κυριαρχούν εποχικές ή χαμηλά αμειβόμενες θέσεις, οι οποίες δεν απαιτούν υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης. Ως αποτέλεσμα, οι θέσεις αυτές καλύπτονται ευκολότερα από αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, φοιτητές ή εργαζόμενους από το εξωτερικό, παρά από νέους πτυχιούχους που αναζητούν εργασία αντίστοιχη των προσόντων τους.

 

Παράλληλα, εξακολουθεί να παρατηρείται έλλειψη ποιοτικών θέσεων εργασίας για νέους επιστήμονες και εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα στις παραγωγικές ηλικίες 30-40 ετών. Έρευνες του ΚΕΠΕ έχουν αναδείξει τη συνεχιζόμενη «διαρροή» ανθρώπινου κεφαλαίου, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και το brain drain εξακολουθούν να επηρεάζουν την ελληνική αγορά εργασίας.

 

                          

 

Η Ευρώπη προχωρά, η Ελλάδα υποχωρεί

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μετάβαση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας συνεχίζει να βελτιώνεται. Το ποσοστό απασχόλησης των νέων αποφοίτων αυξήθηκε στο 83% το 2025 από 82,3% το 2024, συνεχίζοντας μια μακροχρόνια ανοδική πορεία.

 

Αντίθετα, η Ελλάδα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με ποσοστό 62,4%, απέχει σημαντικά όχι μόνο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά και από τις κορυφαίες χώρες της κατάταξης, όπως η Μάλτα (91%), η Γερμανία (90,6%) και η Ολλανδία (90,1%).

 

Ακόμη και χώρες που βρίσκονται κοντά στο τέλος της κατάταξης, όπως η Ιταλία (71,8%) και η Ρουμανία (72,7%), εμφανίζουν αισθητά καλύτερες επιδόσεις.

 

Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας: Οι γυναίκες προηγούνται των ανδρών

 

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών αποφοίτων.

 

Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι άνδρες εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης από τις γυναίκες (84,4% έναντι 81,5%). Στην Ελλάδα όμως συμβαίνει το αντίθετο.

 

Οι νέες γυναίκες πτυχιούχοι καταγράφουν ποσοστό απασχόλησης 68,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες περιορίζεται στο 56,8%. Η διαφορά των 11,8 ποσοστιαίων μονάδων είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών όπου οι γυναίκες εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις.

 

Η εικόνα αυτή πιθανόν συνδέεται με τη μεγαλύτερη παρουσία γυναικών σε κλάδους που απορροφούν πιο γρήγορα αποφοίτους, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, αλλά και με παράγοντες όπως η στρατιωτική θητεία των ανδρών, η οποία συχνά καθυστερεί την είσοδό τους στην αγορά εργασίας.

 

Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν αρκεί

 

Σε επίπεδο ΕΕ, η τριτοβάθμια εκπαίδευση εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα στην απασχόληση. Οι κάτοχοι πανεπιστημιακών τίτλων εμφανίζουν ποσοστό απασχόλησης 87%, έναντι 77,2% για αποφοίτους μεταδευτεροβάθμιας και τεχνικής εκπαίδευσης.

 

Στην Ελλάδα, ωστόσο, ακόμη και η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου δεν αρκεί για να εξασφαλίσει ομαλή ένταξη στην αγορά εργασίας. Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν ένα σύνθετο πρόβλημα που συνδέεται με τη δομή της οικονομίας, την ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων εργασίας και τη συνεχιζόμενη απώλεια εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

 

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα παραμένει η δυσκολότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έναν νέο απόφοιτο που επιδιώκει να βρει εργασία αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ενώ η περαιτέρω επιδείνωση των δεικτών το 2025 δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της σύνδεσης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum