| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 29/12/25

                           

Ανάπτυξη χωρίς ουσιαστική σύγκλιση: τα όρια της ελληνικής προόδου

 

Οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, ωστόσο η πραγματική σύγκλιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη –και ιδίως με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης– παραμένει ζητούμενο. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά πρόσφατα η καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, Αντιγόνη Λυμπεράκη, κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, «εξακολουθούμε να συγκρίνουμε τις επιδόσεις μας με την περίοδο της κρίσης, με το 2009, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στο εισόδημα, σαν η εποχή της “αστακομακαρονάδας” να ήταν μια δεδομένη κανονικότητα, και πολύ λιγότερο στις επιδόσεις μας στα διαρθρωτικά ζητήματα». Νωρίτερα είχε επισημάνει ότι «ο εφησυχασμός είναι αυτός που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία».

 

Πράγματι, πέραν του γεγονότος ότι την περίοδο 2023-2024 η αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν σημαντικά ταχύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,3% έναντι 0,85%), καταγράφηκε και ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας. Το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 1%, έναντι μηδενικής μεταβολής στην Ευρωζώνη, ενώ το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ενισχύθηκε κατά 0,77%, τη στιγμή που στην Ευρωζώνη μειώθηκε κατά 0,16%.

 

Ακόμη και αν οι προβλέψεις για το 2026 είναι ευνοϊκές –με την παραγωγικότητα στην Ελλάδα να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί συνολικά κατά 2,3% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και κατά 2% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας σε σύγκριση με το 2024, έναντι 1,6% και 1,3% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη– η απόσταση παραμένει αισθητή. Το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο εξακολουθεί να κινείται γύρω στο 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ενώ το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας είναι ακόμη χαμηλότερο, στο 46%. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, «τα χάσματα αυτά στην παραγωγικότητα δεν αναμένεται να περιοριστούν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια του 2025 και του 2026».

 

Ο κ. Αποστόλης Φιλιππόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σημείωσε ότι «ο υψηλότερος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενος, λόγω του ισχυρού “ριμπάουντ” μετά τη βαθιά ύφεση, κάποιων ορθών πολιτικών επιλογών, αλλά και της συμβολής του Ταμείου Ανάκαμψης». Ταυτόχρονα, εξέφρασε την ανησυχία του για το τι θα ακολουθήσει μετά το 2027, όταν το Ταμείο Ανάκαμψης θα ολοκληρώσει τον κύκλο του. Από την πλευρά του, ο κ. Ηλίας Καραγιάννης, καθηγητής στο George Washington University, υπογράμμισε ότι «η Ελλάδα τα πηγαίνει καλά, ωστόσο τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας της ανάπτυξης».

 

Παρά τη σαφή δημοσιονομική βελτίωση, η έκθεση καταγράφει επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση και στη συνολική αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, η οποία παραμένει χαμηλότερη τόσο από τα προ της κρίσης επίπεδα όσο και από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλές δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά με συγκριτικά χαμηλή απόδοση του δημόσιου τομέα. Αν και οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη το 2023 ήταν υπερδιπλάσιες σε σχέση με το 2014, το οικοσύστημα καινοτομίας εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στο Δημόσιο και στον ακαδημαϊκό χώρο.

 

Παράλληλα, η χώρα έχει υποχωρήσει στη συνολική κατάταξη ανταγωνιστικότητας, καταλαμβάνοντας την 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών, ενώ παραμένει έντονα εξαρτημένη από τις εισαγωγές.

 

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, καθίσταται επιτακτική η αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων, καθώς και η άμεση αντιμετώπιση των θεσμικών αδυναμιών στη δημόσια διοίκηση, στο κράτος δικαίου, στη διαφάνεια και στη λογοδοσία, προκειμένου η αναπτυξιακή πορεία να αποκτήσει πραγματικό βάθος και διάρκεια.

 

                        

H κρίση στέγασης στην Ευρώπη

 

Η εκρηκτική άνοδος του κόστους στέγασης μεταβάλλει ριζικά τις καθημερινές επιλογές εκατομμυρίων Ευρωπαίων, μετατρέποντας το στεγαστικό δάνειο σε βασικό παράγοντα πίεσης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Από τη διασκέδαση και τα ταξίδια έως τις εορταστικές συνήθειες, όλο και περισσότερα νοικοκυριά αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητές τους, προκειμένου να παραμείνουν συνεπή στις δανειακές τους υποχρεώσεις.

 

Η Έκθεση Ευρωπαϊκών Τάσεων Στέγασης 2025 καταγράφει με σαφήνεια αυτή τη μετατόπιση: η κατοικία δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα βασικό αγαθό, αλλά έναν από τους βασικούς λόγους συμπίεσης του βιοτικού επιπέδου. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου τρία στα τέσσερα νοικοκυριά στην Ευρώπη δηλώνουν ότι έχουν περιορίσει δαπάνες τους τελευταίους δώδεκα μήνες για να μπορέσουν να καλύψουν τις δόσεις του στεγαστικού τους.

 

Όταν το σπίτι «καταπίνει» το εισόδημα

 

Η έρευνα, που βασίστηκε σε απαντήσεις περισσότερων από 20.000 πολιτών σε 23 χώρες, αποτυπώνει έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις. Στην Ιρλανδία και την Ουγγαρία, εννέα στους δέκα ιδιοκτήτες ακινήτων αναφέρουν ότι έχουν μειώσει αισθητά την κατανάλωσή τους. Ακόμη πιο πιεστική εμφανίζεται η κατάσταση σε Ρουμανία και Μάλτα, όπου το ποσοστό αγγίζει το 93%.

 

Στις μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης, η Ιταλία ξεχωρίζει αρνητικά, καθώς το 86% των νοικοκυριών με στεγαστικό δάνειο δηλώνει ότι έχει αναγκαστεί να περιορίσει δαπάνες. Την ίδια στιγμή, περίπου ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους ιδιοκτήτες κατοικίας αναφέρει ότι δεν χρειάστηκε να αλλάξει τον τρόπο ζωής του για να εξυπηρετήσει το δάνειό του — μια μειοψηφία που υπογραμμίζει το εύρος των ανισοτήτων.

 

Λιγότερα τραπέζια, πιο ήσυχες γιορτές

 

Οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται έντονα και στις εορταστικές συνήθειες. Πάνω από το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων στην έρευνα της RE/MAX Europe δηλώνει ότι οι οικονομικοί περιορισμοί λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμη και για τη διοργάνωση οικογενειακών ή φιλικών συγκεντρώσεων κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.

 

Οι πιο συγκρατημένοι εμφανίζονται οι Φινλανδοί, με το 40% να επιλέγει ιδιαίτερα λιτές γιορτές. Αντίστοιχα, περίπου ένας στους τρεις Ρουμάνους και Ούγγρους προτιμά να περάσει τις γιορτές χωρίς κοινωνικές υποχρεώσεις, περιορίζοντας στο ελάχιστο τα σχετικά έξοδα.

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι το αυξημένο κόστος επηρεάζει όχι μόνο τους οικοδεσπότες, αλλά και τους καλεσμένους. Κατά μέσο όρο, οι Ευρωπαίοι χρειάζεται να ταξιδέψουν 2,3 ώρες για να συμμετάσχουν σε γιορτινές συγκεντρώσεις. Οι μεγαλύτερες αποστάσεις καταγράφονται στην Τουρκία (4,5 ώρες), ενώ στον αντίποδα βρίσκονται οι Ολλανδοί με μόλις 1,3 ώρες μετακίνησης.

 

Τι κόβεται πρώτο από τον προϋπολογισμό

 

Η αναγκαστική προσαρμογή ξεκινά σχεδόν πάντα από την ψυχαγωγία. Το 41% των Ευρωπαίων δηλώνει ότι έχει περιορίσει εξόδους, νυχτερινή ζωή και συμμετοχή σε εκδηλώσεις, ώστε να ανταποκριθεί στις στεγαστικές του υποχρεώσεις. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό, με σχεδόν έξι στους δέκα πολίτες να μειώνουν τις σχετικές δαπάνες.

 

Ακολουθούν τα τρόφιμα και το αλκοόλ, όπου το 38% δηλώνει περικοπές — με τη Μάλτα να ξεπερνά το 60%. Οι διακοπές καταλαμβάνουν την τρίτη θέση, καθώς το 37% επιλέγει να περιορίσει ή να ακυρώσει ταξίδια, με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σε Πολωνία και Ιρλανδία.

 

Σημαντικές μειώσεις καταγράφονται επίσης σε αγορές ρούχων, ηλεκτρονικών ειδών, συνδρομητικών υπηρεσιών και χόμπι. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ένα 13% των Ευρωπαίων δηλώνει πως περιορίζει ακόμη και βασικές καθημερινές ανάγκες, όπως είδη προσωπικής υγιεινής — με τη Γερμανία και τη Φινλανδία να κινούνται πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Μια νέα κανονικότητα

 

Τα στοιχεία σκιαγραφούν ένα περιβάλλον στο οποίο το στεγαστικό κόστος δεν αποτελεί απλώς οικονομικό βάρος, αλλά παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τον κοινωνικό ιστό, τις συνήθειες και την ποιότητα ζωής. Καθώς οι πιέσεις παραμένουν, η στέγαση αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικότερους καθοριστικούς παράγοντες της καθημερινότητας στην Ευρώπη της επόμενης ημέρας.

 

 

                         

Ακίνητα

 

Αισθητή είναι φέτος η μείωση της συμβολής των ξένων επενδύσεων σε ακίνητα ως ποσοστό του συνόλου των ξένων κεφαλαίων που κατευθύνονται στην ελληνική οικονομία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται αφενός με την κάμψη των επενδύσεων στην κτηματαγορά σε σχέση με πέρσι και αφετέρου με τη θεαματική αύξηση των συνολικών ξένων επενδύσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους οι συνολικές εισροές ανήλθαν σε 2,8 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου το ένα τρίτο –ποσοστό 33,4%– αφορούσε επενδύσεις σε ακίνητα, με κεφάλαια ύψους 938,3 εκατ. ευρώ.

 

Την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ωστόσο, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Τότε, το 57,8% των ξένων επενδύσεων είχε κατευθυνθεί στην αγορά ακινήτων, καθώς από τα συνολικά 1,97 δισ. ευρώ που εισέρρευσαν στην οικονομία, τα 1,14 δισ. ευρώ αφορούσαν την κτηματαγορά. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μαζικές τοποθετήσεις επενδυτών από χώρες εκτός Ε.Ε., οι οποίοι επιδίωξαν να προλάβουν τις αλλαγές στο πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα». Οι αλλαγές αυτές αύξησαν το ελάχιστο όριο επένδυσης από τις 250.000 ευρώ (ή 500.000 ευρώ για ακίνητα σε κέντρο Αθήνας, βόρεια και νότια προάστια) στις 800.000 ευρώ για όλη την Αττική, τον Δήμο Θεσσαλονίκης και τα μεγάλα νησιά.

 

Την ίδια στιγμή, το 2024 είχε καταγραφεί γενικότερη υστέρηση στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων συνολικά, με την εικόνα να βελτιώνεται μόνο προς το τέλος του έτους, όταν ολοκληρώθηκε η μεγάλη συναλλαγή για την εξαγορά της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή από τον όμιλο Masdar.

 

Αντίθετα, το 2025 χαρακτηρίζεται από έντονη δυναμική. Ήδη μετά το τρίτο τρίμηνο, και πριν ακόμη δημοσιευθούν τα πλήρη στοιχεία για τα ακίνητα, οι συνολικές ξένες επενδύσεις στην ελληνική οικονομία έχουν φτάσει τα 8,6 δισ. ευρώ, που συνιστούν ιστορικό υψηλό. Υπό αυτό το πρίσμα, εκτιμάται ότι στο σύνολο του έτους το ποσοστό των ακινήτων επί των συνολικών ξένων επενδύσεων θα διαμορφωθεί αισθητά χαμηλότερα από το 33,4% του πρώτου εξαμήνου.

 

Μια ματιά στο παρελθόν αναδεικνύει, πάντως, πόσο περιορισμένα ήταν τα μεγέθη των ξένων επενδύσεων σε ακίνητα σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, με συνολικές εισροές 2,75 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία που ξεκίνησε το 2022 (1,97 δισ. ευρώ) και ενισχύθηκε το 2023 (2,13 δισ. ευρώ).

 

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τα ποσά ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Ενδεικτικά, το 2015 –χρονιά επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων– οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα περιορίστηκαν στα 153 εκατ. ευρώ, ενώ το 2010, με το ξέσπασμα της κρίσης χρέους και την προσφυγή στο ΔΝΤ, κατέρρευσαν στα μόλις 63 εκατ. ευρώ. Ακόμη και πριν από την κρίση, οι επιδόσεις ήταν υποτονικές: το 2004, χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων, οι εισροές δεν ξεπέρασαν τα 80,6 εκατ. ευρώ. Εξαίρεση αποτέλεσε το 2007, όταν καταγράφηκαν 308,5 εκατ. ευρώ, εν μέρει λόγω του τότε οικοδομικού «μπουμ». Χρειάστηκε να περάσει μία δεκαετία για να ξεπεραστεί αυτό το επίπεδο, κάτι που συνέβη το 2017 με επενδύσεις 414,7 εκατ. ευρώ.

 

Η ισχυρή άνοδος των τελευταίων ετών αποδίδεται κυρίως στο πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα» και στις προοπτικές αξιοποίησης κατοικιών είτε μέσω βραχυχρόνιων είτε μέσω μακροχρόνιων μισθώσεων. Καθοριστική υπήρξε επίσης η έξοδος της χώρας από τα Μνημόνια, που περιόρισε το επενδυτικό ρίσκο και ενίσχυσε την ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς.

 

Σε ό,τι αφορά το 2026, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η αγορά θα συνεχίσει τη διαδικασία ωρίμανσης που ξεκίνησε το 2025. Το θεσμικό πλαίσιο γύρω από τις επενδύσεις σε ακίνητα έχει πλέον σταθεροποιηθεί και δεν αναμένονται αιφνιδιαστικές αλλαγές. Παράλληλα, οι περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση και η απαγόρευση νέων καταλυμάτων στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης κατευθύνουν ολοένα και περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια προς παραθεριστικούς προορισμούς.

 

 

                          

Η δεκαετία που απογείωσε τον ελληνικό τουρισμό – Τα θεμέλια πίσω από το ρεκόρ των 37,7 εκατ. επισκεπτών

 

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόσφατη ανάλυση … Ο ελληνικός τουρισμός έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία να ξεχωρίσει στον διεθνή χάρτη, καταγράφοντας διαδοχικά ιστορικά υψηλά σε αφίξεις και ενισχύοντας σταθερά τη θέση του έναντι ανταγωνιστικών προορισμών. Η ανοδική πορεία δεν στηρίχθηκε μόνο στη γενικότερη ανάκαμψη των παγκόσμιων ταξιδιών, αλλά και στη σαφή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, γεγονός που οδηγεί το 2025 σε νέο ρεκόρ, με περισσότερους από 37 εκατομμύρια διεθνείς επισκέπτες.

 

Παρά τη θεαματική επίδοση, ο κλάδος εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση. Όπως επισημαίνει πρόσφατη μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, τα μοντέλα ανάπτυξης των ώριμων προορισμών πλησιάζουν τα όριά τους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ανταγωνισμός από νέους και δυναμικά ανερχόμενους παίκτες. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόκληση δεν είναι πλέον η προσέλκυση ζήτησης, αλλά η μετατροπή της σε μακροχρόνια οικονομική αξία και ανθεκτικότητα.

 

Οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας εντοπίζουν δύο βασικούς άξονες πολιτικής. Ο πρώτος αφορά τη γεωγραφική ανακατανομή του τουριστικού ρεύματος, μέσω της ανάδειξης λιγότερο προβεβλημένων προορισμών. Σήμερα, σχεδόν οι μισές αφίξεις κατευθύνονται στα νησιά, τα οποία καταλαμβάνουν μόλις το 15% της συνολικής έκτασης της χώρας. Ο δεύτερος άξονας αφορά τις δημόσιες υποδομές, με τις επενδύσεις να παραμένουν κατά 8% χαμηλότερες σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, την ώρα που οι ιδιωτικές τουριστικές επενδύσεις κινούνται 14% υψηλότερα. Η σύγκλιση αυτών των δύο τάσεων κρίνεται απαραίτητη για τη βιώσιμη διαχείριση της επιτυχίας.

 

Αποτιμώντας το 2025, η μελέτη σημειώνει ότι η σεισμική δραστηριότητα στη Σαντορίνη επηρέασε αρνητικά το πρώτο εξάμηνο του έτους, περιορίζοντας την αύξηση των αφίξεων στο +0,6%. Ωστόσο, η ισχυρή διαρθρωτική δυναμική του κλάδου αποτυπώθηκε στο δεύτερο εξάμηνο, με άνοδο 7%. Η εικόνα αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τις ενδείξεις για το 2026, καθώς οι αεροπορικές κρατήσεις του πρώτου τριμήνου εμφανίζονται αυξημένες κατά 10% σε ετήσια βάση.

 

Τι τροφοδότησε την υπεραπόδοση

 

Η συνεχής άνοδος των αφίξεων από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας –με μοναδική εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας– εγείρει το ερώτημα αν πρόκειται για αποτέλεσμα συγκυριών ή για ουσιαστική επιτυχία της χώρας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό παραγόντων.

 

Από την αύξηση κατά περίπου 13 εκατομμύρια αφίξεις την τελευταία δεκαετία, το 40% αποδίδεται στη γενικότερη μεγέθυνση της παγκόσμιας τουριστικής αγοράς, η οποία ενισχύθηκε κατά 25%. Ένα επιπλέον 20% συνδέεται με τη μετατόπιση της διεθνούς ζήτησης προς την ευρύτερη περιοχή Ευρώπης–Μεσογείου, η οποία αύξησε το μερίδιό της στον παγκόσμιο τουρισμό από 45% σε 49%. Το υπόλοιπο 40% αποτελεί καθαρό όφελος για την Ελλάδα, καθώς αντανακλά τη βελτίωση της θέσης της έναντι των άμεσων ανταγωνιστών της.

 

Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα, η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στην πρώτη πεντάδα των χωρών της περιφέρειας με το μεγαλύτερο κέρδος μεριδίου την τελευταία δεκαετία. Το μερίδιό της στον παγκόσμιο τουρισμό ανέρχεται στο 2,5% το 2025, από 2% το 2016.

 

Ένας χάρτης ανταγωνισμού που μεταβάλλεται

 

Η επιτυχία της Ελλάδας εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον εντεινόμενων ανακατατάξεων. Στη βόρεια Μεσόγειο, η Τουρκία και η Αλβανία ενισχύουν σημαντικά τη θέση τους, αυξάνοντας το περιφερειακό τους μερίδιο κατά 3 και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Στη νότια Μεσόγειο, χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία και το Μαρόκο επανέρχονται δυναμικά, αξιοποιώντας ανταγωνιστικές τιμές, χαμηλότερα επίπεδα κορεσμού και βελτιωμένες γεωπολιτικές συνθήκες.

 

Αντίθετα, παραδοσιακοί και ώριμοι προορισμοί –όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία– καταγράφουν απώλειες, συνολικά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες, ένδειξη ότι πλησιάζουν τα φυσικά όρια ανάπτυξης με βάση τα πρότυπα των προηγούμενων δεκαετιών.

 

Η μελέτη καταλήγει ότι η υπεραπόδοση του ελληνικού τουρισμού δεν ήταν συγκυριακή, αλλά βασίστηκε σε διαρθρωτικές βελτιώσεις, κυρίως στην αναβάθμιση της ποιότητας των ξενοδοχειακών υποδομών και στην ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας. Ωστόσο, σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι χώρες που θα διατηρήσουν το προβάδισμα θα είναι εκείνες που θα προσαρμοστούν ταχύτερα στις νέες τάσεις, αξιοποιώντας ώριμες αγορές όπως οι ΗΠΑ, αναδυόμενες όπως η Ινδία και μειώνοντας την έντονη εποχικότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τον ελληνικό τουρισμό.

 

 
 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum