|
00:01 -
30/06/26 |
|
|
|
|
|

Ανάκαμψη στην απασχόληση, αλλά οι μισθοί και η αγοραστική
δύναμη παραμένουν υπό πίεση
Η ελληνική αγορά
εργασίας έχει καταγράψει σημαντική βελτίωση στους δείκτες
απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να συνοδεύεται
από αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας της εργασίας και του
βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, σύμφωνα με την ετήσια
έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Όπως
επισημαίνεται, η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και
της απασχόλησης δεν μεταφράστηκε σε ουσιαστική ενίσχυση της
αγοραστικής δύναμης. Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός την
περίοδο 2019-2025 αυξήθηκε μόλις κατά 0,3%, ενώ σε σύγκριση
με το 2021, όταν ξεκίνησε η πληθωριστική κρίση, εμφανίζεται
μειωμένος κατά 1,3%.
Η έκθεση
υπογραμμίζει ότι ακόμη και σε κλάδους με ιδιαίτερη κοινωνική
σημασία οι αμοιβές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τα προ
κρίσης επίπεδα. Στον ευρύτερο κλάδο που περιλαμβάνει την
εστίαση, τη φιλοξενία, τις μεταφορές, την αποθήκευση και το
εμπόριο, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2025 ήταν αυξημένο κατά
4,8% σε σχέση με το 2019, αλλά εξακολουθούσε να υπολείπεται
κατά 25,3% των επιπέδων του 2009. Σε όρους αγοραστικής
δύναμης, μάλιστα, παρέμενε χαμηλότερο ακόμη και από
αντίστοιχα επίπεδα αρκετών βαλκανικών χωρών.
Στην εκπαίδευση,
το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2024 στα 10,8 ευρώ,
έναντι 11,5 ευρώ το 2019 και 17,2 ευρώ το 2009. Αντίστοιχα,
στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας ανήλθε στα
8 ευρώ, από 9,7 ευρώ το 2019 και 12,5 ευρώ το 2009.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ
τονίζει ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν έχει οδηγήσει σε
ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη
Ευρώπη. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα εκτιμάται
για το 2025 στα 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην
Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι η χώρα βελτίωσε τη θέση της σε σχέση
με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ, η
απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να είναι
μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα
βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019.
|
|
|
|
|
|
|
|

Περισσότερες ώρες δουλειάς
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα
συνεχίζουν να απασχολούνται περισσότερες ώρες σε σύγκριση με
πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Στο χονδρικό και λιανικό
εμπόριο, όπου απασχολείται σχεδόν το 18% του εργατικού
δυναμικού, οι συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανήλθαν το
2025 στις 42,3 ώρες. Στη μεταποίηση διαμορφώθηκαν στις 41,7
ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι
εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες εβδομαδιαίως.
Η συνύπαρξη αυξημένης έντασης εργασίας και
σχετικά χαμηλών αποδοχών δημιουργεί, σύμφωνα με την έκθεση,
συνθήκες οικονομικής επισφάλειας για σημαντικό τμήμα των
εργαζομένων.
Έντονη παραμένει και η πίεση στα νοικοκυριά.
Το 2025, το 34,9% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα μέλη
εμφάνιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής
ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της
ΕΕ, που διαμορφώνεται στο 9,1%.
Την ίδια στιγμή, η μακροχρόνια ανεργία
εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διαρθρωτικά
προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Το 2025, περίπου
το 56% των ανέργων βρισκόταν εκτός αγοράς εργασίας για
περισσότερο από έναν χρόνο, έναντι 31,5% στην Ευρωπαϊκή
Ένωση. Το φαινόμενο είναι εντονότερο στις γυναίκες, όπου το
ποσοστό φτάνει το 59,2%, στους νέους 15-29 ετών με 41,2%,
αλλά και στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου η
μακροχρόνια ανεργία ανέρχεται στο 56%.
Παράλληλα, ο κίνδυνος φτώχειας εξακολουθεί
να παραμένει υψηλός σε βασικές ηλικιακές ομάδες. Στους νέους
18-24 ετών διαμορφώνεται στο 24,2%, ενώ για τις ηλικίες
25-54 ετών φτάνει το 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ.
Αντίστοιχα, για τους πολίτες ηλικίας 55-64 ετών ανέρχεται
στο 17,3%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 14,9%.
Συνολικά, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα
ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των ποσοτικών δεικτών της
απασχόλησης, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις σε επίπεδο ποιότητας
εργασίας, μισθών και αγοραστικής δύναμης. Οι απώλειες της
προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί σε
πολλούς κρίσιμους κλάδους, ενώ το αυξημένο κόστος ζωής
εξακολουθεί να περιορίζει την οικονομική ανθεκτικότητα των
νοικοκυριών.

|
|
|
|
|
|
|
|

Μεγάλες αποκλίσεις στα στεγαστικά επιτόκια της ευρωζώνης
παρά το κοινό νόμισμα
Παρά το γεγονός ότι οι χώρες της ευρωζώνης
μοιράζονται το ίδιο νόμισμα και υπάγονται στην ίδια
νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το
κόστος των στεγαστικών δανείων εξακολουθεί να παρουσιάζει
σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η
Λετονία και η Μάλτα. Ένας δανειολήπτης που λαμβάνει σήμερα
στεγαστικό δάνειο στη Λετονία επιβαρύνεται με επιτόκιο
4,18%, ενώ στη Μάλτα το αντίστοιχο επιτόκιο διαμορφώνεται
μόλις στο 2,08%. Η διαφορά αυτή, που υπερβαίνει τις δύο
ποσοστιαίες μονάδες, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες που
καταγράφονται στην ευρωζώνη, σύμφωνα με τα τελευταία
στοιχεία της ΕΚΤ για τον Απρίλιο του 2026.
Το μέσο επιτόκιο νέων στεγαστικών δανείων
στην ευρωζώνη ανήλθε στο 3,43%, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τα
δάνεια σταθερού όσο και κυμαινόμενου επιτοκίου. Οι
χαμηλότερες χρεώσεις εντοπίζονται κυρίως στις χώρες της
Μεσογείου. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Μάλτα με
2,08%, ενώ ακολουθούν η Βουλγαρία με 2,45%, η Ισπανία με
2,80%, η Πορτογαλία με 2,85%, η Κροατία με 2,95% και η
Σλοβενία με 2,99%.
Μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών της
ευρωζώνης, η Ισπανία και η Πορτογαλία ξεχωρίζουν για τα
χαμηλά επιτόκια, τα οποία είναι περίπου μία ποσοστιαία
μονάδα χαμηλότερα από εκείνα της Γερμανίας, όπου το μέσο
επιτόκιο νέων στεγαστικών δανείων διαμορφώνεται στο 3,84%. Η
Ελλάδα κινείται κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης, με το
σχετικό επιτόκιο να ανέρχεται στο 3,32%.
Στον αντίποδα, οι χώρες της Βαλτικής
εξακολουθούν να εμφανίζουν τα υψηλότερα επιτόκια. Η Λετονία
καταγράφει την ακριβότερη στεγαστική χρηματοδότηση στην
ευρωζώνη με 4,18%, ενώ ακολουθούν η Εσθονία με 4,05% και η
Λιθουανία με 3,88%. Πάνω από τον μέσο όρο βρίσκονται επίσης
η Γερμανία, το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες.
Οι διαφορές αυτές έχουν σημαντικές
επιπτώσεις στο πραγματικό κόστος δανεισμού. Για παράδειγμα,
ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 200.000 ευρώ με διάρκεια
αποπληρωμής 20 ετών συνεπάγεται μηνιαία δόση περίπου 1.019
ευρώ στη Μάλτα. Στη Λετονία, για το ίδιο ποσό και την ίδια
διάρκεια, η δόση ανέρχεται περίπου στα 1.231 ευρώ, δηλαδή
πάνω από 200 ευρώ υψηλότερα κάθε μήνα.
Σε βάθος χρόνου, η απόκλιση γίνεται ακόμη
πιο αισθητή. Ο δανειολήπτης στη Λετονία θα καταβάλει
συνολικά σχεδόν 295.000 ευρώ, ενώ στη Μάλτα το συνολικό
κόστος περιορίζεται περίπου στις 245.000 ευρώ. Η διαφορά
ξεπερνά τα 50.000 ευρώ και οφείλεται αποκλειστικά στους
υψηλότερους τόκους.
Παρότι η ΕΚΤ καθορίζει ένα ενιαίο βασικό
επιτόκιο για ολόκληρη την ευρωζώνη, η τελική τιμολόγηση των
στεγαστικών δανείων επηρεάζεται από τα χαρακτηριστικά κάθε
εθνικής τραπεζικής αγοράς. Ένας από τους σημαντικότερους
παράγοντες είναι η επικράτηση σταθερών ή κυμαινόμενων
επιτοκίων.
Στις χώρες της Βαλτικής και στη Φινλανδία
κυριαρχούν τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τα οποία
αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 93% των νέων στεγαστικών
χορηγήσεων. Ως αποτέλεσμα, οι μεταβολές της νομισματικής
πολιτικής της ΕΚΤ μεταφέρονται σχεδόν άμεσα στους
δανειολήπτες. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία
και η Πορτογαλία κυριαρχούν τα σταθερά επιτόκια,
προσφέροντας μεγαλύτερη προστασία από τις βραχυπρόθεσμες
διακυμάνσεις.
|
|
|
|
|
|
|
|

Βαθμός ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών
Σημαντικό ρόλο
διαδραματίζει επίσης ο βαθμός ανταγωνισμού μεταξύ των
τραπεζών. Σε αγορές με περιορισμένο αριθμό χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων, τα περιθώρια δανεισμού τείνουν να είναι
υψηλότερα. Οι τραπεζικές αγορές των χωρών της Βαλτικής
θεωρούνται σχετικά συγκεντρωμένες, γεγονός που περιορίζει
τις πιέσεις για χαμηλότερες χρεώσεις.
Παράλληλα, οι
διαφορές στις πηγές χρηματοδότησης των τραπεζών επηρεάζουν
το κόστος των δανείων. Ορισμένα τραπεζικά συστήματα
στηρίζονται περισσότερο στις αγορές χονδρικής
χρηματοδότησης, ενώ άλλα διαθέτουν ισχυρή εγχώρια καταθετική
βάση που επιτρέπει φθηνότερη παροχή πιστώσεων.
Η Μάλτα αποτελεί
διαχρονικά μία από τις χώρες με τα χαμηλότερα στεγαστικά
επιτόκια στην ευρωζώνη. Οι αναλυτές αποδίδουν αυτή την
εικόνα στον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών, στην
αφθονία καταθέσεων και στη σταθερότητα της αγοράς ακινήτων.
Επιπλέον, το μικρό ποσοστό κυμαινόμενων δανείων περιορίζει
την άμεση επίδραση των μεταβολών στα επιτόκια της ΕΚΤ.
Τα στοιχεία αυτά
αναδεικνύουν ένα βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής
νομισματικής ένωσης: ενώ η νομισματική πολιτική είναι κοινή,
η χρηματοπιστωτική ενοποίηση παραμένει ελλιπής. Ως
αποτέλεσμα, το κόστος αγοράς κατοικίας εξακολουθεί να
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χώρα στην οποία ζει και
δανείζεται ένα νοικοκυριό.
Έτσι, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την
καθιέρωση του ευρώ, οι σημαντικές αποκλίσεις στα στεγαστικά
επιτόκια αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές
αποδείξεις ότι τα εθνικά χρηματοπιστωτικά σύνορα
εξακολουθούν να υφίστανται εντός της ευρωζώνης.

|
|
|
|
|
|
|
|

Έκρηξη στις ψηφιακές απάτες μέσω μηνυμάτων – Οι απώλειες
στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 600 δολάρια ανά θύμα
Κλείνοντας με ένα διαφορετικό θέμα που μας
αγορά όλους. Οι απάτες μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
εξελίσσονται σε ένα από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα φαινόμενα
ηλεκτρονικής απάτης παγκοσμίως, προκαλώντας σημαντικές
οικονομικές απώλειες τόσο σε ιδιώτες όσο και σε
επιχειρήσεις. Σύμφωνα με νέα μελέτη της Kaspersky, τα θύματα
στην Ελλάδα χάνουν κατά μέσο όρο 609 δολάρια, ενώ σχεδόν το
ένα τέταρτο των περιστατικών οδηγεί σε ζημιές που ξεπερνούν
τα 1.350 δολάρια.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι επιθέσεις
αυτές δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά
οργανωμένες και επαναλαμβανόμενες πρακτικές μεγάλης
κλίμακας. Περισσότερα από τα μισά περιστατικά που
καταγράφηκαν σημειώθηκαν μέσα στους τελευταίους πέντε μήνες,
ενώ το 28% των συμμετεχόντων στην έρευνα ανέφερε ότι έχει
βρεθεί στο στόχαστρο απατεώνων τρεις ή περισσότερες φορές.
Σε διεθνές επίπεδο, η Kaspersky εκτιμά ότι
εάν επηρεαστεί ακόμη και το 10% των περίπου 3
δισεκατομμυρίων χρηστών εφαρμογών μηνυμάτων, οι συνολικές
οικονομικές απώλειες θα μπορούσαν να φτάσουν ή και να
ξεπεράσουν τα 219,9 δισ. δολάρια. Το μέγεθος αυτό
αναδεικνύει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον στον
τομέα της κυβερνοασφάλειας, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά
ευρύτερης οικονομικής απειλής.
Οι παράγοντες πίσω από την αύξηση των
περιστατικών
Η έκθεση συνδέει την ενίσχυση των ψηφιακών
απατών με το περιβάλλον αβεβαιότητας που επικρατεί διεθνώς.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι πληθωριστικές πιέσεις, η
οικονομική ανασφάλεια και οι δυσκολίες στην αγορά εργασίας
δημιουργούν συνθήκες που διευκολύνουν τη δράση των
επιτήδειων.
Οι απατεώνες εκμεταλλεύονται την ανάγκη των
πολιτών για οικονομική ασφάλεια, προσεγγίζοντάς τους με
υποσχέσεις εύκολου κέρδους, επενδυτικών ευκαιριών ή δήθεν
επείγοντα μηνύματα που εμφανίζονται ως επίσημες ειδοποιήσεις
από οργανισμούς, εταιρείες ή τράπεζες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι
μόλις ένας στους τέσσερις Έλληνες που πέφτουν θύματα
ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές ή το τραπεζικό του ίδρυμα. Ως
αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος των περιστατικών παραμένει εκτός
επίσημων καταγραφών, δυσχεραίνοντας την ακριβή αποτύπωση της
έκτασης του προβλήματος και επιτρέποντας στα κυκλώματα
απάτης να συνεχίζουν τη δράση τους.
Οι πιο διαδεδομένες μορφές απάτης στην
Ελλάδα
Στην ελληνική αγορά, οι συχνότερες μέθοδοι
εξαπάτησης περιλαμβάνουν τη χρήση ψεύτικων μηνυμάτων που
μιμούνται γνωστές εταιρείες και εμπορικά σήματα, τις
επενδυτικές απάτες και τις παραπλανητικές ειδοποιήσεις
παράδοσης δεμάτων.
Οι επιθέσεις αυτές σχεδιάζονται με ιδιαίτερη
προσοχή ώστε να μοιάζουν απολύτως αξιόπιστες και να
ενσωματώνονται φυσικά στην καθημερινή ψηφιακή επικοινωνία
των χρηστών, αυξάνοντας σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας
τους.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι τα θύματα
δεν προέρχονται αποκλειστικά από μεγαλύτερες ηλικιακές
ομάδες. Η έκθεση κατανέμεται σχεδόν ισομερώς μεταξύ των
γενεών Gen Z, Millennials και Gen X. Ωστόσο, οι Millennials
εμφανίζονται πιο εκτεθειμένοι σε επενδυτικές και
χρηματοοικονομικές απάτες, με ποσοστό 40% να δηλώνει ότι
έχει επηρεαστεί από παρόμοιες πρακτικές.
Η ψυχολογία πίσω από την εξαπάτηση
Η εγκληματολόγος και ειδική στη δικανική
γλωσσολογία, δρ. Ελίζαμπεθ Κάρτερ, επισημαίνει ότι οι
απατεώνες δεν βασίζονται αποκλειστικά στην τεχνολογία, αλλά
αξιοποιούν αποτελεσματικά κοινωνικά και γλωσσικά μοτίβα που
δημιουργούν αίσθημα οικειότητας και εμπιστοσύνης.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα θύματα
θεωρούν ότι λαμβάνουν λογικές και ασφαλείς αποφάσεις, ενώ
στην πραγματικότητα καθοδηγούνται σε ένα προσεκτικά
σχεδιασμένο σενάριο εξαπάτησης. Σύμφωνα με την ίδια, η
συμβουλή φίλων ή συγγενών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική,
καθώς ένας τρίτος παρατηρητής είναι συχνά σε θέση να
εντοπίσει εγκαίρως τα σημάδια της απάτης.
Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει ότι το
φαινόμενο έχει έντονη κοινωνική και ψυχολογική διάσταση,
πέρα από το τεχνικό σκέλος της κυβερνοασφάλειας.
Τα μέτρα προστασίας που προτείνουν οι
ειδικοί
Η Kaspersky συνιστά στους χρήστες να
υιοθετούν λύσεις προστασίας συσκευών που λειτουργούν σε
πραγματικό χρόνο, να εφαρμόζουν ασφαλείς πρακτικές
διαχείρισης κωδικών πρόσβασης και να ενημερώνονται διαρκώς
για τις νέες μορφές ψηφιακής απάτης.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καλούνται να
επενδύσουν σε συστήματα παρακολούθησης και εντοπισμού
κατάχρησης εμπορικών σημάτων, ώστε να περιορίζουν έγκαιρα
φαινόμενα πλαστοπροσωπίας, phishing και παραπλανητικών
ενεργειών που εκμεταλλεύονται την εταιρική τους ταυτότητα.
Ο επικεφαλής ερευνητής ασφάλειας της
Kaspersky, Μαρκ Ριβερό, τονίζει ότι η απειλή έχει πλέον
αποκτήσει βιομηχανική κλίμακα, με τα κυκλώματα απάτης να
αξιοποιούν κάθε διαθέσιμο κανάλι επικοινωνίας για να
προσεγγίσουν πιθανά θύματα. Για τον λόγο αυτό συστήνει στους
χρήστες να επαληθεύουν πάντα την αυθεντικότητα οποιουδήποτε
απροσδόκητου μηνύματος μέσω των επίσημων καναλιών
επικοινωνίας, πριν προχωρήσουν σε αποστολή χρημάτων ή
κοινοποίηση προσωπικών στοιχείων, διατηρώντας παράλληλα
ενημερωμένα τα συστήματα ασφαλείας των συσκευών τους.
|
|
|
|
|
|