| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 31/08/26

                            

 

Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: Πού είναι πραγματικά ακριβότερη η ζωή και γιατί η Αθήνα πιέζει περισσότερο από όσο δείχνουν οι τιμές

 

Η τιμή που βλέπει ένας καταναλωτής στην απόδειξη αποτυπώνει μόνο ένα μέρος του πραγματικού κόστους ζωής. Το Λονδίνο μπορεί να είναι η ακριβότερη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε απόλυτες τιμές, ενώ το Βουκουρέστι βρίσκεται συχνά στην αντίθετη πλευρά της κατάταξης. Όταν όμως οι τιμές συγκριθούν με τους μισθούς των κατοίκων, η εικόνα αλλάζει σημαντικά.

 

Από το ενοίκιο και το σούπερ μάρκετ έως τον καφέ, τις μετακινήσεις, τους λογαριασμούς και την εκπαίδευση των παιδιών, το πραγματικό κόστος ζωής δεν καθορίζεται μόνο από το πόσο κοστίζει ένα προϊόν ή μια υπηρεσία. Καθορίζεται κυρίως από το πόσο μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος απαιτείται για να πληρωθεί.

 

Η σύγκριση των στοιχείων της Numbeo για Αθήνα, Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη, Μαδρίτη, Λισαβόνα, Βιέννη, Βαρσοβία και Βουκουρέστι αποτυπώνει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Το Βουκουρέστι εμφανίζεται ως η φθηνότερη πόλη σε αρκετές από τις βασικές κατηγορίες, όμως η Βιέννη αναδεικνύεται ως η πόλη όπου η σχέση μισθών και ενοικίων είναι ευνοϊκότερη.

 

Στον αντίποδα, η Λισαβόνα παρουσιάζει μία από τις μεγαλύτερες αναντιστοιχίες μεταξύ κόστους στέγασης και εισοδήματος, ενώ η Αθήνα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση αλλά ιδιαίτερα πιεστική θέση: οι ονομαστικές τιμές της είναι χαμηλότερες από εκείνες των περισσότερων μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών πρωτευουσών, αλλά οι ελληνικοί μισθοί είναι επίσης πολύ χαμηλότεροι.

 

Το Βουκουρέστι είναι φθηνότερο, η Βιέννη όμως πιο προσιτή

 

Η διαφορά ανάμεσα στο «φθηνό» και στο «προσιτό» γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην αγορά κατοικίας.

 

Στο Βουκουρέστι, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο διαμορφώνεται περίπου στα 615 ευρώ, ενώ εκτός κέντρου υποχωρεί στα 408 ευρώ. Πρόκειται για τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των δέκα πρωτευουσών.

 

Ωστόσο, ο μέσος καθαρός μισθός στην πόλη κινείται περίπου στα 1.242 ευρώ. Έτσι, το κεντρικό ενοίκιο απορροφά σχεδόν το 50% του μηνιαίου εισοδήματος και το αντίστοιχο κόστος εκτός κέντρου περίπου το ένα τρίτο.

 

Η εικόνα στη Βιέννη είναι διαφορετική. Παρά το υψηλότερο ονομαστικό κόστος κατοικίας, οι μισθοί είναι αρκετά μεγαλύτεροι. Το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο βρίσκεται περίπου στα 1.108 ευρώ, ενώ ο μέσος καθαρός μισθός πλησιάζει τα 2.953 ευρώ.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι το ενοίκιο απορροφά περίπου το 38% του καθαρού μισθού, το χαμηλότερο ποσοστό της συγκεκριμένης σύγκρισης για κατοικία στο κέντρο. Εκτός κέντρου, η αναλογία πέφτει κάτω από 28%.

 

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της σύγκρισης: η πόλη με το χαμηλότερο ενοίκιο δεν είναι υποχρεωτικά εκείνη όπου η κατοικία είναι πιο προσιτή.

 

Παρόμοια είναι η εικόνα στο Παρίσι και το Βερολίνο. Στη γαλλική πρωτεύουσα, το μέσο ενοίκιο των 1.414 ευρώ αντιστοιχεί περίπου στο 45% του μέσου καθαρού μισθού των 3.166 ευρώ. Στο Βερολίνο, τα περίπου 1.314 ευρώ απορροφούν επίσης κοντά στο 45% των καθαρών αποδοχών.

 

Αθήνα: χαμηλότερες τιμές, αλλά πολύ μικρότερος μισθός

 

Η Αθήνα βρίσκεται σε ακόμη πιο σύνθετη θέση.

 

Το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο διαμορφώνεται περίπου στα 640 ευρώ, αισθητά χαμηλότερα από το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Λισαβόνα, το Βερολίνο και τη Βιέννη.

 

Ο μέσος καθαρός μισθός, όμως, υπολογίζεται περίπου στα 1.158 ευρώ.

 

Έτσι, το ενοίκιο στο κέντρο απορροφά περίπου το 55% του μηνιαίου εισοδήματος. Η διαφορά με τη Βιέννη είναι εντυπωσιακή: ένας Αθηναίος εργαζόμενος πληρώνει μικρότερο ποσό σε απόλυτους όρους, αλλά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού του για να καλύψει τη στέγαση.

 

Και αυτό εξηγεί γιατί η Αθήνα μπορεί να φαίνεται σχετικά φθηνή σε έναν επισκέπτη ή σε έναν εργαζόμενο που έρχεται από χώρα με υψηλότερα εισοδήματα, αλλά να είναι ιδιαίτερα ακριβή για έναν κάτοικο που αμείβεται με ελληνικό μισθό.

 

Λισαβόνα: όταν το ενοίκιο φτάνει έναν ολόκληρο μισθό

 

Ακόμη πιο ακραία είναι η εικόνα στη Λισαβόνα.

 

Το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο φτάνει περίπου τα 1.430 ευρώ, ενώ ο μέσος καθαρός μισθός υπολογίζεται στα 1.432 ευρώ.

 

Ουσιαστικά, ένας ολόκληρος μισθός απαιτείται για την πληρωμή της κατοικίας.

 

Ακόμη και εκτός κέντρου, όπου το ενοίκιο περιορίζεται περίπου στα 1.077 ευρώ, η επιβάρυνση εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο 75% του μέσου καθαρού εισοδήματος.

 

Η Λισαβόνα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του γιατί η απόλυτη τιμή ενός προϊόντος μπορεί να παραπλανήσει. Η πόλη παραμένει φθηνότερη από το Λονδίνο ή το Παρίσι σε αρκετές καθημερινές δαπάνες, αλλά η στεγαστική κρίση έχει δημιουργήσει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στις τιμές των ακινήτων και στα εισοδήματα.

 

Στο Λονδίνο, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά επίσης πιεστική. Το κεντρικό ενοίκιο φτάνει περίπου τα 2.677 ευρώ μετά τη μετατροπή και απορροφά σχεδόν το 70% του μέσου καθαρού μισθού. Ακολουθούν η Ρώμη με περίπου 65% και η Μαδρίτη με περίπου 64%.

 

                            

Το φαγητό δεν δημιουργεί τις ίδιες αποκλίσεις με τη στέγαση 

 

Οι διαφορές στις τιμές της εστίασης είναι αισθητά μικρότερες από εκείνες που καταγράφονται στην αγορά κατοικίας.

 

Ένα οικονομικό γεύμα κοστίζει περίπου 10,40 ευρώ στη Βαρσοβία και 11,50 ευρώ στο Βουκουρέστι. Στην Αθήνα, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Ρώμη και τη Λισαβόνα η αντίστοιχη τιμή βρίσκεται περίπου στα 15 ευρώ.

 

Η δαπάνη ανεβαίνει στα 16 ευρώ στη Μαδρίτη, στα 18 ευρώ στη Βιέννη και περίπου στα 23,40 ευρώ στο Λονδίνο.

 

Για δύο άτομα σε εστιατόριο μεσαίας κατηγορίας, ο λογαριασμός ανέρχεται περίπου στα 52,60 ευρώ στο Βουκουρέστι και γύρω στα 55 ευρώ στη Λισαβόνα και τη Βαρσοβία. Σε Αθήνα, Ρώμη και Μαδρίτη διαμορφώνεται περίπου στα 60 ευρώ, ενώ στο Λονδίνο πλησιάζει τα 94 ευρώ.

 

Ο καφές παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα. Η Ρώμη είναι η φθηνότερη, με έναν καπουτσίνο περίπου στα 1,93 ευρώ, ενώ ακολουθούν η Λισαβόνα με 2,56 ευρώ και η Μαδρίτη με 2,72 ευρώ.

 

Στη Βιέννη η τιμή φτάνει περίπου τα 4,67 ευρώ, στο Παρίσι τα 4,45 ευρώ και στο Λονδίνο περίπου τα 4,83 ευρώ.

 

Η Αθήνα έχει ακριβό κρέας και φθηνές συγκοινωνίες

 

Στο καλάθι του σούπερ μάρκετ η Αθήνα δεν είναι πάντοτε η φθηνότερη επιλογή μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

 

Το μοσχάρι κοστίζει κατά μέσο όρο περίπου 16,45 ευρώ το κιλό, τιμή κοντά σε εκείνη του Βερολίνου και υψηλότερη από τη Μαδρίτη, τη Λισαβόνα, τη Βαρσοβία και το Βουκουρέστι.

 

Το τοπικό τυρί κοστίζει περίπου 13,17 ευρώ το κιλό, ενώ στο Παρίσι η αντίστοιχη τιμή ξεπερνά τα 20 ευρώ.

 

Στο γάλα, ωστόσο, η Αθήνα καταγράφει την υψηλότερη τιμή της σύγκρισης, περίπου 1,66 ευρώ το λίτρο.

 

Στις μετακινήσεις, αντίθετα, η ελληνική πρωτεύουσα εμφανίζει σημαντικό πλεονέκτημα. Το απλό εισιτήριο κοστίζει 1,20 ευρώ, ενώ η μηνιαία κάρτα περίπου 27 ευρώ. Μόνο το Βουκουρέστι και η Βαρσοβία εμφανίζουν χαμηλότερο μηνιαίο κόστος.

 

Το Λονδίνο βρίσκεται στον αντίποδα, με μηνιαία κάρτα περίπου 234 ευρώ. Ακολουθούν το Παρίσι με 90 ευρώ και το Βερολίνο με 63 ευρώ.

 

Για τους οδηγούς, όμως, η Αθήνα χάνει αυτό το πλεονέκτημα. Η μέση τιμή της βενζίνης φτάνει περίπου τα 2,02 ευρώ το λίτρο, η υψηλότερη μεταξύ των δέκα πρωτευουσών.

 

Στη Μαδρίτη είναι περίπου 1,54 ευρώ, στη Βαρσοβία 1,44 ευρώ και στη Βιέννη περίπου 1,70 ευρώ.

 

Οι λογαριασμοί μπορούν να αλλάξουν ολόκληρη την εικόνα

 

Το κόστος ζωής δεν σταματά στο ενοίκιο. Ρεύμα, θέρμανση, νερό και αποκομιδή απορριμμάτων μπορούν να προσθέσουν ένα σημαντικό ποσό στον μηνιαίο προϋπολογισμό.

 

Για ένα διαμέρισμα 85 τετραγωνικών μέτρων, οι βασικοί λογαριασμοί φτάνουν περίπου τα 355 ευρώ τον μήνα στο Βερολίνο. Στο Λονδίνο αγγίζουν τα 340 ευρώ και στη Βαρσοβία περίπου τα 298 ευρώ.

 

Στη Βιέννη υπολογίζονται στα 296 ευρώ, στο Παρίσι στα 229 ευρώ και στην Αθήνα περίπου στα 193 ευρώ.

 

Οι χαμηλότερες επιβαρύνσεις καταγράφονται στη Λισαβόνα, περίπου στα 150 ευρώ, και στη Μαδρίτη, περίπου στα 169 ευρώ.

 

Η Αθήνα επομένως έχει χαμηλότερο κόστος βασικών υπηρεσιών από αρκετές πλουσιότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το πρόβλημα είναι ότι το πλεονέκτημα αυτό δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το υψηλό βάρος της στέγασης σε σχέση με τον μισθό.

 

Το κόστος των παιδιών αποκαλύπτει μια δεύτερη ανισότητα

 

                     

 

Για τις οικογένειες, η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη.

 

Στο Λονδίνο, ένας ιδιωτικός παιδικός σταθμός κοστίζει περίπου 2.355 ευρώ τον μήνα, ενώ στο Παρίσι η αντίστοιχη δαπάνη φτάνει περίπου τα 1.494 ευρώ.

 

Στο Βερολίνο, αντίθετα, περιορίζεται περίπου στα 136 ευρώ. Στη Βιέννη βρίσκεται στα 315 ευρώ, στη Ρώμη στα 420 ευρώ και στην Αθήνα περίπου στα 510 ευρώ.

 

Στα διεθνή σχολεία, τα ετήσια δίδακτρα ξεπερνούν τα 30.000 ευρώ στο Λονδίνο και πλησιάζουν τα 25.000 ευρώ στη Βιέννη.

 

Στην Αθήνα διαμορφώνονται περίπου στα 11.508 ευρώ. Το ποσό είναι σαφώς χαμηλότερο από εκείνο αρκετών δυτικοευρωπαϊκών πρωτευουσών, αλλά παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με το επίπεδο των ελληνικών εισοδημάτων.

 

Η αγορά κατοικίας: το χάσμα είναι ακόμη μεγαλύτερο

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη στην αγορά ακινήτων.

 

Η μέση τιμή αγοράς κατοικίας στο κέντρο του Λονδίνου ξεπερνά, μετά τη μετατροπή, τα 17.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

 

Ακολουθούν το Παρίσι με περίπου 13.017 ευρώ και η Βιέννη με 12.632 ευρώ.

 

Στην Αθήνα η αντίστοιχη τιμή βρίσκεται περίπου στα 3.461 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στο Βουκουρέστι διαμορφώνεται κοντά στα 3.348 ευρώ και στη Βαρσοβία περίπου στα 5.431 ευρώ.

 

Ωστόσο, η χαμηλότερη τιμή αγοράς δεν σημαίνει απαραίτητα ευκολότερη πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση.

 

Τα μέσα επιτόκια για στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου 20ετούς διάρκειας φτάνουν περίπου στο 7,01% στο Βουκουρέστι και στο 6,84% στη Βαρσοβία. Στη Μαδρίτη είναι περίπου 3,15%, στο Παρίσι 3,39%, ενώ στην Αθήνα περίπου 4,58%.

 

Έτσι, το πραγματικό κόστος απόκτησης κατοικίας εξαρτάται όχι μόνο από την τιμή ανά τετραγωνικό αλλά και από το κόστος χρηματοδότησης και, κυρίως, από τη σχέση τιμής ακινήτου και εισοδήματος.

 

Τα ρούχα κοστίζουν σχεδόν το ίδιο, οι μισθοί όμως όχι

 

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η σύγκριση των τιμών στα επώνυμα ρούχα.

 

Ένα τζιν Levi's 501 ή αντίστοιχο κοστίζει περίπου 64 ευρώ στη Ρώμη, 77 ευρώ στο Βουκουρέστι, 79 ευρώ στη Βιέννη, 82 ευρώ στη Μαδρίτη και 84 ευρώ στο Βερολίνο.

 

Στην Αθήνα η μέση τιμή φτάνει περίπου τα 86 ευρώ.

 

Στο Παρίσι βρίσκεται στα 103 ευρώ και στο Λονδίνο περίπου στα 102 ευρώ.

 

Οι διαφορές, επομένως, δεν είναι τεράστιες. Η πραγματική απόσταση εμφανίζεται όταν η τιμή συγκριθεί με το εισόδημα.

 

Ένα τζιν αξίας 86 ευρώ αντιστοιχεί περίπου στο 7,4% του μέσου καθαρού μισθού στην Αθήνα. Στο Παρίσι, παρά το γεγονός ότι το ίδιο προϊόν κοστίζει πάνω από 103 ευρώ, αντιστοιχεί περίπου στο 3,3% του μέσου εισοδήματος.

 

Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφοράς μεταξύ τιμής και αγοραστικής δύναμης.

 

Το ίδιο προϊόν μπορεί να έχει παρόμοια τιμή σε δύο πόλεις, αλλά να απαιτεί εντελώς διαφορετικό ποσοστό του μισθού για να αγοραστεί.

 

Η μεγάλη εικόνα: φθηνότερο δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερο

 

Η σύγκριση των δέκα πρωτευουσών οδηγεί σε ένα βασικό συμπέρασμα: το πραγματικό κόστος ζωής δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση τις τιμές.

 

Το Βουκουρέστι είναι η φθηνότερη πόλη σε αρκετές από τις βασικές κατηγορίες. Διαθέτει χαμηλότερα ενοίκια, σχετικά φθηνή εστίαση και χαμηλό κόστος αγοράς κατοικίας.

 

Όταν όμως οι τιμές συγκριθούν με τους μισθούς, η εικόνα αλλάζει. Η Βιέννη προσφέρει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ εισοδήματος και κόστους στέγασης, ενώ Παρίσι και Βερολίνο εμφανίζουν επίσης σαφώς καλύτερη σχέση μισθών και ενοικίων από αρκετές πόλεις που είναι ονομαστικά φθηνότερες.

 

Η Αθήνα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη ενδιάμεση θέση. Δεν είναι από τις ακριβότερες πρωτεύουσες ως προς τις απόλυτες τιμές. Διαθέτει μάλιστα σημαντικά πλεονεκτήματα στις δημόσιες συγκοινωνίες και σε ορισμένες καθημερινές δαπάνες.

 

Όμως η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν μπει στην εξίσωση ο μισθός. Το ενοίκιο στο κέντρο απορροφά περισσότερο από το μισό του μέσου καθαρού εισοδήματος, ενώ ακόμη και προϊόντα με παρόμοια τιμή με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις απαιτούν μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού μισθού.

 

Η Λισαβόνα βρίσκεται στην ακόμη πιο δύσκολη πλευρά της κατάταξης, καθώς το κεντρικό ενοίκιο προσεγγίζει έναν ολόκληρο μέσο καθαρό μισθό.

 

Τελικά, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι ποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα έχει τις χαμηλότερες τιμές.

 

Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο από τον μισθό χρειάζεται να θυσιάσει ένας κάτοικος για να πληρώσει τη ζωή του.

 

Και από αυτή την οπτική, η εικόνα της Ευρώπης αλλάζει σημαντικά: πόλεις που φαίνονται ακριβές μπορεί να είναι πιο προσιτές για τους κατοίκους τους, ενώ πόλεις με χαμηλότερες τιμές μπορεί να αποδεικνύονται πολύ ακριβές όταν τα εισοδήματα είναι χαμηλά.

 

                                   

 

Τρόφιμα: Η νέα παγκόσμια «καταιγίδα» που απειλεί να ξαναφέρει τον πληθωρισμό

 

Μπορεί η τιμή της βενζίνης να έχει επιστρέψει κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, τα ενοίκια να παραμένουν απρόσιτα για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών και το κόστος των διακοπών να έχει εκτοξευθεί, όμως τον Ιούλιο καταγράφηκε μια εξέλιξη που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει ενθαρρυντική: ο πληθωρισμός στα τρόφιμα στην Ελλάδα κινήθηκε σε αρνητικό έδαφος, στο -4%.

 

Η εξέλιξη επισημάνθηκε και από τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, ο οποίος, με αφορμή τα οριστικά στοιχεία της Eurostat, αναγνώρισε ότι πρόκειται για θετική εξέλιξη, αλλά όχι για λόγο πανηγυρισμού ή εφησυχασμού. Και αυτό γιατί, παρά την πρόσφατη αποκλιμάκωση, οι τιμές των τροφίμων έχουν συσσωρεύσει τεράστιες αυξήσεις τα τελευταία χρόνια, με τον σωρευτικό πληθωρισμό σε ορίζοντα εξαετίας να ξεπερνά το 36%.

 

Άλλωστε, το -4% αφορά τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών, ο οποίος περιλαμβάνει και τις καταναλωτικές δαπάνες των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα. Στο «ελληνικό καλάθι», δηλαδή στον εθνικό δείκτη, η εικόνα παραμένει διαφορετική, καθώς οι τιμές των τροφίμων εξακολουθούν να αυξάνονται, έστω και οριακά, με ετήσιο ρυθμό περίπου 0,4%.

 

Και το ερώτημα είναι αν η πρόσφατη αποκλιμάκωση μπορεί να διατηρηθεί ή εάν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή ανάσα πριν από έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων.

 

Το «δίχτυ ασφαλείας» του Σεπτεμβρίου

 

Η κυβέρνηση επιχειρεί ήδη να προετοιμαστεί για ένα πιθανό νέο κύμα αυξήσεων, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους δημιουργεί πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής τροφίμων.

 

Για τον Σεπτέμβριο έχει συμφωνηθεί ένα είδος «συμφώνου» μεταξύ του υπουργείου Ανάπτυξης και των προμηθευτών για εθελοντικές μειώσεις τιμών σε βασικά τρόφιμα και προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, με τη μέση μείωση να υπολογίζεται περίπου στο 7%.

 

Στη συμφωνία συμμετέχουν και οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, οι οποίες έχουν δεσμευθεί να προσθέσουν επιπλέον έκπτωση της τάξης του 1,5%-2%.

 

Παράλληλα, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο εφαρμόστηκε συμφωνία για τη συγκράτηση των τιμών σε περίπου 2.000 κωδικούς, μετά τη λήξη στις 30 Ιουνίου του μέτρου για το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους.

 

Σε συνδυασμό με το νέο πακέτο μέτρων που αναμένεται να παρουσιαστεί στη ΔΕΘ, η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει την εικόνα ότι διαθέτει εργαλεία για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.

 

Ωστόσο, το περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο δύσκολο, καθώς η αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης λόγω της αβεβαιότητας γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει ήδη οδηγήσει εκ νέου το Brent υψηλότερα. Και όταν αυξάνεται το κόστος ενέργειας, οι πιέσεις μεταφέρονται σταδιακά σε μεταφορές, παραγωγή, λιπάσματα και τελικά στα τρόφιμα.

 

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο για τα νοικοκυριά, καθώς το πραγματικό τους διαθέσιμο εισόδημα βρίσκεται υπό πίεση, με την Ελλάδα να εμφανίζει μία από τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

 

JP Morgan: Έρχεται νέα παγκόσμια επισιτιστική κρίση;

 

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η νέα προειδοποίηση της JP Morgan, η οποία κάνει λόγο για μια πιθανή νέα παγκόσμια κρίση στα τρόφιμα.

 

Σε μελέτη με τίτλο «Η επισιτιστική ασφάλεια είναι εθνική ασφάλεια: Μια κλιμακούμενη καταιγίδα», η αμερικανική τράπεζα περιγράφει ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, το οποίο συνοψίζει σε πέντε παράγοντες: War, Weather, Warehousing, Water και Waste.

 

Δηλαδή:

 

Πόλεμος

Καιρικές συνθήκες

Αποθήκευση

Νερό

Σπατάλη

 

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η JP Morgan δεν θεωρεί πως πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο. Αντίθετα, εκτιμά ότι ο νέος κύκλος πληθωρισμού στα τρόφιμα μπορεί να συνεχίσει να εντείνεται και μέσα στο 2027.

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, ο πληθωρισμός τροφίμων παγκοσμίως θα μπορούσε να επιταχυνθεί στο 5% το πρώτο εξάμηνο του 2027, από περίπου 2,7% την αντίστοιχη περίοδο του 2026.

    

                            

 

Ορμούζ: Η απειλή που δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο

 

Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί απειλή μόνο για τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

 

Η JP Morgan προειδοποιεί ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο και για την παγκόσμια αγορά λιπασμάτων.

 

Από την περιοχή διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας εμπορίας αζωτούχων λιπασμάτων, τα οποία είναι απαραίτητα για ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής.

 

Ήδη κατά τους πρώτους μήνες της σύγκρουσης, οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων αυξήθηκαν κατά 25%-50%, σύμφωνα με την JP Morgan. Η άνοδος του φυσικού αερίου επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή ουρίας και άλλων αζωτούχων λιπασμάτων.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η επίπτωση δεν σταματά στην τιμή του λιπάσματος. Η μειωμένη χρήση του μπορεί να επηρεάσει τις αποδόσεις των καλλιεργειών και, συνεπώς, την παγκόσμια προσφορά τροφίμων αρκετούς μήνες αργότερα.

 

Έτσι, αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί αύριο σε επισιτιστική κρίση.

 

Οι αναδυόμενες οικονομίες είναι οι πιο ευάλωτες

 

Οι μεγαλύτερες συνέπειες ενός νέου κύματος πληθωρισμού τροφίμων αναμένεται να καταγραφούν στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, όπου η γεωργία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στην οικονομική δραστηριότητα και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών είναι χαμηλότερο.

 

Η JP Morgan θεωρεί ιδιαίτερα ευάλωτες οικονομίες όπως η Ινδία, η Κολομβία, η Ινδονησία, η Βραζιλία, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα.

 

Για αυτές τις χώρες, μια απότομη αύξηση των τιμών των τροφίμων δεν σημαίνει απλώς χαμηλότερη αγοραστική δύναμη. Μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό πρόβλημα επισιτιστικής ασφάλειας και κοινωνικής σταθερότητας.

 

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, το πρόβλημα έχει διαφορετική μορφή. Η αύξηση των τιμών των τροφίμων μειώνει περαιτέρω το πραγματικό εισόδημα, πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

 

Και εδώ η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσμενή θέση, καθώς, παρά τη συμμετοχή της στον ΟΟΣΑ, το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει χαμηλό σε σχέση με μεγάλο μέρος των ανεπτυγμένων οικονομιών.

 

Το «Super El Niño» ανοίγει ένα δεύτερο μέτωπο

 

Εάν ο πόλεμος αποτελεί τη μία πλευρά του προβλήματος, η άλλη μπορεί να είναι το κλίμα.

 

Η JP Morgan προειδοποιεί για την πιθανότητα ενός ιδιαίτερα ισχυρού El Niño, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές μεταβολές στις θερμοκρασίες και τις βροχοπτώσεις σε πολλές περιοχές του πλανήτη.

 

Οι αμερικανικές μετεωρολογικές προβλέψεις έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης ενός πολύ ισχυρού φαινομένου κατά το δεύτερο μισό του 2026, ενώ υπάρχει και σενάριο να εξελιχθεί σε ένα από τα ισχυρότερα φαινόμενα που έχουν καταγραφεί από τα μέσα του 20ού αιώνα.

 

Ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να επηρεάσει την αγροτική παραγωγή, την επάρκεια νερού και την αλιεία σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη.

 

Οι συνέπειες δεν θα είναι ίδιες παντού. Ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι το El Niño συνδέεται συνήθως με αυξημένο κίνδυνο ξηρασίας στην Κεντρική Αμερική, τη Νοτιοανατολική Ασία, το Σαχέλ και τη νότια Αφρική, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως η Ανατολική Αφρική και η Νότια Αμερική, μπορεί να αυξηθούν οι κίνδυνοι πλημμυρών.

 

Η Ευρώπη εμφανίζεται προς το παρόν λιγότερο εκτεθειμένη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της JP Morgan. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα μείνει ανεπηρέαστη.

 

Η Ευρώπη μπορεί να δει το πρόβλημα από το 2027

 

Οι εκτιμήσεις της Oxford Economics ενισχύουν την ανησυχία για την επόμενη φάση. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, οι πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα αναμένεται να γίνουν πιο εμφανείς από το 2027, με τον πληθωρισμό τροφίμων στην Ευρώπη να κινείται κατά μέσο όρο γύρω στο 3%.

 

Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή αποκλιμάκωση στην Ελλάδα μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά οι πληθωριστικές πιέσεις δεν προέρχονται από έναν μόνο παράγοντα. Η γεωπολιτική ένταση, το ενεργειακό κόστος, τα λιπάσματα, οι καιρικές συνθήκες, η διαθεσιμότητα νερού και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα.

 

Από την «ακρίβεια» στην επισιτιστική ασφάλεια

 

Για την Ελλάδα, επομένως, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο εάν ο πληθωρισμός τροφίμων είναι σήμερα -4% ή +0,4%.

 

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τα νοικοκυριά έχουν ήδη απορροφήσει μια τεράστια σωρευτική αύξηση τιμών και διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια για να αντιμετωπίσουν έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων.

 

Εάν η ενέργεια παραμείνει ακριβή, το φυσικό αέριο αυξηθεί, τα λιπάσματα γίνουν ακριβότερα και παράλληλα ένα ισχυρό El Niño προκαλέσει προβλήματα στην παγκόσμια αγροτική παραγωγή, τότε η σημερινή «μάχη κατά της ακρίβειας» μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη από όσο δείχνουν οι τελευταίοι δείκτες.

 

Το -4% του Ιουλίου, επομένως, μπορεί να αποτελεί μια ευχάριστη παρένθεση, αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος. Και αυτή τη φορά, η απειλή δεν αφορά μόνο το κόστος ζωής. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο: την ίδια την ασφάλεια της παγκόσμιας διατροφικής αλυσίδας.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum