|
00:01 -
31/12/25 |
|
|
|
|
|

|
|
Ελληνική Οικονομία
Σημαντικές
ανησυχίες για την πορεία υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης
εκφράζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης
Στουρνάρας, μέσα από την ενδιάμεση έκθεση της κεντρικής
τράπεζας που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. Τα στοιχεία
δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων –
περίπου 11,4 δισ. ευρώ από το συνολικό πακέτο των 36 δισ.
ευρώ – δεν έχει ακόμη περάσει στην πραγματική οικονομία,
γεγονός που εντείνει τους προβληματισμούς σχετικά με το κατά
πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να αξιοποιήσει πλήρως τα κονδύλια
έως τον Αύγουστο του 2026, οπότε και ολοκληρώνεται το
ευρωπαϊκό πρόγραμμα.
Παρά τη θετική
εικόνα που επιχειρεί να προβάλει το οικονομικό επιτελείο της
κυβέρνησης, η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζεται πιο
επιφυλακτική, επισημαίνοντας τους κινδύνους που απορρέουν
από τις καθυστερήσεις στην απορρόφηση και την υλοποίηση των
επενδυτικών σχεδίων.
Περιορισμένη ροή
πόρων προς την οικονομία
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της έκθεσης, έως τα τέλη Νοεμβρίου 2025 οι
εκταμιεύσεις δανείων προς τις επιχειρήσεις ανήλθαν σε 4,8
δισ. ευρώ. Παράλληλα, μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους είχαν
καταβληθεί 6,6 δισ. ευρώ σε τελικούς δικαιούχους από το
σκέλος των επιχορηγήσεων, ποσό που αντιστοιχεί στο 66% των
σχετικών εισπράξεων. Το συνολικό ποσό που έχει διοχετευθεί
στην οικονομία φθάνει έτσι τα 11,4 δισ. ευρώ, επίπεδο που
δεν θεωρείται ικανοποιητικό με δεδομένο τον περιορισμένο
χρονικό ορίζοντα του προγράμματος.
Η Τράπεζα της
Ελλάδος υπογραμμίζει ότι, λόγω της σύντομης διάρκειας του
ευρωπαϊκού μηχανισμού ανάκαμψης (NGEU), απαιτείται σαφώς
μεγαλύτερη ένταση προσπαθειών στην υλοποίηση των έργων, ώστε
να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι αναπτυξιακές και παραγωγικές
επιδράσεις του προγράμματος τα επόμενα χρόνια.
Μικρότερες
αιτήσεις πληρωμών και αυξημένη ανησυχία
Στο μεταξύ, το
υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπέβαλε
πρόσφατα νέο, διπλό αίτημα πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, συνολικού ύψους 1,17 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι
αισθητά χαμηλότερο σε σχέση με προηγούμενες αιτήσεις και
περιλαμβάνει 883 εκατ. ευρώ από επιχορηγήσεις (7ο αίτημα)
και 294 εκατ. ευρώ από το δανειακό σκέλος (6ο αίτημα).
Πρόκειται για τη μικρότερη χρηματοδοτική δόση που έχει
ζητήσει μέχρι σήμερα η ελληνική πλευρά, στοιχείο που
αντανακλά τον προβληματισμό στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Παρότι η
κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει στο γεγονός ότι εντός
του 2025 έχουν εισρεύσει περίπου 5,2 δισ. ευρώ από το
Ταμείο, δεν περνά απαρατήρητο ότι σημαντικό μέρος αυτών των
πόρων – περίπου 3,2 δισ. ευρώ – θα έπρεπε να είχε
εκταμιευθεί ήδη από το 2024.
Συγκριτικά καλή
εικόνα, αλλά με «αγκάθια»
Σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα εμφανίζει μέχρι στιγμής
ικανοποιητική πρόοδο ως προς την επίτευξη οροσήμων και
στόχων, καθώς και την είσπραξη δόσεων, σε σύγκριση με άλλα
κράτη-μέλη. Αυτό αποτυπώνεται και στις σχετικές εκθέσεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πορεία του Μηχανισμού Ανάκαμψης
και Ανθεκτικότητας (RRF).
Μετά την
εκταμίευση της έκτης δόσης επιχορηγήσεων τον Νοέμβριο του
2025, η χώρα έχει λάβει συνολικά 23,4 δισ. ευρώ, δηλαδή το
65% των διαθέσιμων πόρων (έναντι 56% του μέσου όρου της ΕΕ).
Από αυτά, τα 12 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και τα 11,4
δισ. ευρώ δάνεια, ενώ έχει υλοποιηθεί το 48% των
συμφωνημένων οροσήμων και στόχων.
Ωστόσο, στο
δανειακό σκέλος παρατηρείται επιβράδυνση στον ρυθμό
συμβασιοποίησης. Μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου είχαν υπογραφεί 547
συμβάσεις για έργα συνολικού προϋπολογισμού 7,8 δισ. ευρώ,
ποσό που αντιστοιχεί στο 68% των εισπράξεων δανείων. Βάσει
της συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δάνεια ύψους 16,7
δισ. ευρώ θα πρέπει να έχουν συμβασιοποιηθεί έως το τέλος
του 2026.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Καθυστερήσεις στις επιχορηγήσεις και παρεμβάσεις
επιτάχυνσης
Στο σκέλος των
επιχορηγήσεων, αν και οι ρυθμοί εκταμίευσης βελτιώθηκαν σε
σχέση με το 2024, εξακολουθούν να καταγράφονται
καθυστερήσεις. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2025, επιπλέον 5,4
δισ. ευρώ μεταβιβάστηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό σε
φορείς της γενικής κυβέρνησης.
Για την επιτάχυνση
των διαδικασιών, η Ελλάδα υπέβαλε τον Νοέμβριο του 2025 το
τρίτο αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης, το οποίο
εγκρίθηκε από την Κομισιόν και προβλέπει αναπροσαρμογές σε
ορισμένα έργα και ορόσημα, με κριτήριο την ωριμότητα και την
ταχύτερη υλοποίηση, χωρίς μεταβολή στον συνολικό
προϋπολογισμό ή στους πράσινους και ψηφιακούς στόχους.
Παράλληλα, τον
Σεπτέμβριο θεσπίστηκε ο νόμος 5233/2025, με στόχο την
ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών που διαχειρίζονται
αναπτυξιακά προγράμματα, τόσο σε επίπεδο στελέχωσης όσο και
λειτουργικότητας.
Καθοριστικός ρόλος
για τον τουρισμό
Η Τράπεζα της
Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματική αξιοποίηση των
πόρων του RRF είναι κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη
ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Το σχέδιο «Ελλάδα
2.0» περιλαμβάνει σημαντικές παρεμβάσεις σε υποδομές, με
στόχο την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, τη
δημιουργία νέων προορισμών και τη διεύρυνση της τουριστικής
περιόδου.
Μελέτες του
Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων δείχνουν ότι
ο ξενοδοχειακός κλάδος κινείται σταδιακά προς πιο βιώσιμα
επιχειρηματικά μοντέλα, με αυξημένη χρήση νέων τεχνολογιών.
Από τις συνολικές επενδύσεις ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ το
2024, περίπου το 20% κατευθύνθηκε σε δράσεις βιωσιμότητας,
κυρίως από μεγάλες και υψηλής κατηγορίας μονάδες, γεγονός
που αναδεικνύει την ανάγκη στήριξης των μικρότερων
επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή,
το 34% των ξενοδοχείων αξιοποιεί ήδη εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης, ενώ ένα επιπλέον 10% σχεδιάζει να τις υιοθετήσει
σύντομα. Παρά ταύτα, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού
παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του κλάδου, καθώς
κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι δραστηριότητες φιλοξενίας
και εστίασης κατατάσσονται μεταξύ εκείνων με τα υψηλότερα
ποσοστά κενών θέσεων εργασίας.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
NEETs
Οι NEETs· είναι οι
νέοι από 15 έως 34 ετών που δεν βρίσκονται ούτε στην
Εκπαίδευση, ούτε στην Κατάρτιση, ούτε στην Εργασία και είναι
από απόφοιτοι Λυκείου έως κάτοχοι διδακτορικού. Σχεδόν ένας
στους πέντε νέους μας δεν κάνει επισήμως τίποτε.
Το ποσοστό του
2024 είναι 18,4% και βαίνει μειούμενο καθώς το 2020 ήταν
24,1%, το 2018 ήταν 24,5% και το 2019 ήταν 22,6%. Η μείωση
είναι θετικό στοιχείο καθώς τελείωσαν τα μνημόνια και έχουμε
κάποια μικρή βελτίωση της οικονομικής κατάστασης και
σημαντική μείωση της ανεργίας. Στην ανεργία δεν
υπολογίζονται η πλειοψηφία των NEETs και όσοι έχουν φύγει
στο εξωτερικό για εργασία. Έτσι η ανεργία μας εμφανίζεται
χαμηλή.
Ο μέσος όρος της
ΕΕ των 27 είναι 10,6%. Η Τουρκία έχει ποσοστό 25,4%, μετά
είμαστε εμείς και ακολουθούν η Ιταλία με 17%, η Σερβία με
15,6%, η Λετονία με 13,4% και η Ρουμανία με 13,3%.
Η απόστασή μας από
το μέσο όρο της ΕΕ είναι πολύ μεγάλη, όπως σε όλους τους
δείκτες. Και σ’ αυτές τις χώρες βελτιώνεται η κατάσταση. Το
2020 η Τουρκία ήταν στο 30,90%, η Ιταλία στο 24,2%
(χειρότερα από εμάς), η Σερβία στο 21,3% και η Λετονία στο
13,7%.
Η ελληνική
ιδιαιτερότητα
Στα καθ’ ημάς
τώρα, το πρόβλημα υπάρχει και είναι πολύ σημαντικό, αλλά
υπάρχει πιστεύω μία ιδιαιτερότητα. Έχοντας στη χώρα
μας υπερπαραγωγή καθηγητών υπάρχουν πολλοί καθηγητές
που κάνουν ιδιαίτερα με μαύρα χρήματα και
εμφανίζονται ως NEETs χωρίς να είναι.
Σχεδόν κανείς τους
δεν κάνει έναρξη επαγγέλματος οπότε εντάσσονται σ’ αυτή την
κατηγορία. Υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός άλλων νέων που
εργάζονται στην εστίαση, αλλά και στον κατασκευαστικό
τομέα ή και αλλού αδήλωτοι.
Έτσι κι αλλιώς οι
έλεγχοι είναι ελλιπείς, οπότε νομίζω ότι το φαινόμενο έχει
μεγάλη έκταση, που φυσικά δεν μπορεί να υπολογιστεί και ίσως
αλλοιώνει σε κάποιο βαθμό την επίδοση της χώρας μας.
Το πρόβλημα είναι
υπαρκτό
Πέραν αυτών η
αλήθεια είναι ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό και σημαντικό.
Έχει να κάνει πιο πολύ πιστεύω με την απογοήτευση αρκετών
παιδιών, που βλέπουν ότι το μέλλον τους είναι δυσοίωνο,
ακόμη και αν εργάζονται. Πρόκειται για τους φτωχούς
εργαζόμενους, διότι υπάρχουν πολλοί νέοι που εργάζονται αλλά
δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους αφού ο μισθός δεν φτάνει
για να συντηρήσουν σπίτι. Αυτό είναι καινούριο. Δεν
συνέβαινε πριν την κρίση. Μπορεί κάποιος να είχε χαμηλό
μισθό, αλλά δεν υπήρχε θέμα να μην μπορεί να πληρώσει το
ενοίκιο ή το ρεύμα. Δεν βρίσκουν, λοιπόν, νόημα στην εργασία
με τόσο κακές συνθήκες αρκετοί νέοι σήμερα και κάποιοι από
αυτούς επιλέγουν να μην κάνουν τίποτα.
Θα πρέπει να
σημειώσουμε ότι υπάρχουν και πολλοί νέοι που μεγάλωσαν σαν
πρίγκιπες ή πριγκίπισσες, καλομαθημένοι από τους
γονείς τους, που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την
πραγματικότητα, η οποία δεν ταιριάζει σε πρίγκιπες και
πριγκίπισσες. Η προσγείωση γι’ αυτά τα παιδιά θα είναι
ανώμαλη. Θα πρέπει να προσέχουν οι γονείς να μη σχηματίζουν
τα παιδιά τους μεγαλώνοντας λάθος εικόνα για τον κόσμο που
θα ζήσουν. Γιατί άλλο είναι η αγάπη και άλλο να δίνεις ψευδή
εικόνα του κόσμου.
Τα ίδια τα παιδιά
που δεν κάνουν τίποτα έχουν και αυτά πρόβλημα, αφού η
εργασία είναι μέρος της ταυτότητας του ανθρώπου. Και πέραν
αυτού πρόκειται για νέους ανθρώπους που δεν ονειρεύονται πως
να χτίσουν τη ζωή τους και δεν ελπίζουν σε τίποτα. Απλά
αφήνουν το χρόνο να τρώει τα νιάτα τους.

Ο Στράτος Στρατηγάκης είναι
μαθηματικός – ερευνητής
www.stadiodromia.gr
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Το διευρυνόμενο χάσμα
παραγωγικότητας ΕΕ–ΗΠΑ και η σύγκρουση προσεγγίσεων για το
μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας
Η απόσταση στην
παραγωγικότητα μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων
Πολιτειών προκαλεί έντονη ανησυχία στις εργοδοτικές
οργανώσεις, οι οποίες διαπιστώνουν σταδιακή απώλεια της
ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε μια περίοδο
όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι διεθνείς αβεβαιότητες
εντείνονται.
Σε ευθυγράμμιση με
τα συμπεράσματα της έκθεσης Ντράγκι και τις παρεμβάσεις του
Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το νεοσύστατο Ινστιτούτο
Ευρωπαίων Εργοδοτών (European Employers’ Institute – EEI)
επιχειρεί μια ποσοτική αποτύπωση της διαφοράς στην
παραγωγικότητα της εργασίας μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, αναλύοντας
παράλληλα τους λόγους για τους οποίους το χάσμα αυτό
διευρύνεται. Εκπροσωπώντας κυρίως μεγάλα επιχειρηματικά
συμφέροντα, το Ινστιτούτο υιοθετεί μια σαφώς φιλελεύθερη
οπτική, ζητώντας χαλάρωση των ρυθμιστικών πλαισίων και
περιορισμό της γραφειοκρατίας. Ασκεί έντονη κριτική στο
ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, υποστηρίζοντας ότι οι αυστηροί
κανόνες στην αγορά εργασίας, στην περιβαλλοντική πολιτική
και στον έλεγχο της συγκέντρωσης ισχύος λειτουργούν
ανασταλτικά για την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.
Σύμφωνα με το EEI,
ο βασικός λόγος της υστέρησης της Ευρώπης εντοπίζεται στις
χαμηλότερες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, με το Ινστιτούτο
να ζητά ειδικές διευκολύνσεις για τις επιχειρήσεις ώστε να
καλυφθεί το χαμένο έδαφος. Στον αντίποδα, η Συνομοσπονδία
Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC) απορρίπτει τη λογική της
περαιτέρω απορρύθμισης, τονίζοντας ότι η αύξηση της
παραγωγικότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος της
κοινωνικής προστασίας, αλλά προϋποθέτει ενίσχυση της
ποιοτικής εργασίας και διατήρηση του κοινωνικού μοντέλου.
Τα στοιχεία
καταγράφουν μια σταθερή απόκλιση. Την τελευταία
εικοσιπενταετία, η ωριαία παραγωγικότητα της εργασίας στις
ΗΠΑ αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,7%, ενώ στην Ευρωπαϊκή
Ένωση περιορίζεται στο 1%. Σε όρους πραγματικών τιμών, η
παραγωγικότητα της εργασίας στην ΕΕ το 2024 υπολείπεται κατά
περίπου 38% εκείνης των ΗΠΑ. Η διαφορά αυτή παρατηρείται
σχεδόν σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους, με εξαίρεση τις
μη εμπορικές υπηρεσίες, τόσο σε ονομαστικούς όρους όσο και
σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Το think tank των
εργοδοτών προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη υστέρηση της
παραγωγικότητας έχει πολλαπλές επιπτώσεις: συμπιέζει το
βιοτικό επίπεδο, περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης των
μισθών, δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους
και αποδυναμώνει την ικανότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί
σε συλλογικές προκλήσεις, όπως η κλιματική μετάβαση, η
άμυνα, η ψηφιακή αναβάθμιση και οι δημογραφικές εξελίξεις.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Το διευρυνόμενο χάσμα
παραγωγικότητας .... (2)
Μεταξύ των βασικών
παραγόντων που, σύμφωνα με το EEI, καθηλώνουν την ευρωπαϊκή
παραγωγικότητα, συγκαταλέγονται οι χαμηλότερες επενδύσεις σε
τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, όπου η ένταση
κεφαλαίου στις ΗΠΑ υπερβαίνει κατά περίπου 50% εκείνη της
ΕΕ. Η Ευρώπη υστερεί επίσης στην ανάπτυξη και εμπορική
αξιοποίηση καινοτόμων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη,
καθώς η συντριπτική πλειονότητα των προηγμένων μοντέλων και
των κορυφαίων τεχνολογικών ομίλων προέρχεται από τις
Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένας ακόμη
κρίσιμος παράγοντας είναι ο κατακερματισμός της ενιαίας
αγοράς. Παρά το συγκρίσιμο μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας
με την αμερικανική, τα διοικητικά, φορολογικά και
κανονιστικά εμπόδια αυξάνουν σημαντικά το κόστος των
ενδοκοινοτικών συναλλαγών, περιορίζοντας τις επιχειρήσεις
στις εθνικές τους αγορές και μειώνοντας τις αποδόσεις
μεγάλων επενδύσεων. Παράλληλα, οι δαπάνες για έρευνα και
ανάπτυξη παραμένουν χαμηλότερες, με αποτέλεσμα η Ευρώπη, αν
και ισχυρή στην ακαδημαϊκή παραγωγή, να υστερεί σημαντικά
στην κατοχύρωση πατεντών υψηλής τεχνολογίας.
Το EEI επισημαίνει
επίσης τον χαμηλότερο επιχειρηματικό δυναμισμό, με λιγότερες
ταχέως αναπτυσσόμενες νεοφυείς επιχειρήσεις και μεγαλύτερη
παρουσία μικρών, ώριμων εταιρειών χαμηλής ανάπτυξης. Το
μικρότερο μέσο μέγεθος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, η
περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω ιδίων κεφαλαίων,
καθώς και οι δυσκολίες άντλησης πόρων από νεοφυείς
επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης επιτείνουν το πρόβλημα.
Σημαντικά εμπόδια
εντοπίζονται και στον ψηφιακό τομέα, καθώς η Ευρώπη υστερεί
σε υπολογιστική ισχύ, δίκτυα οπτικών ινών και υποδομές 5G,
ενώ η κατακερματισμένη αγορά τηλεπικοινωνιών αυξάνει το
κόστος των επενδύσεων. Παράλληλα, οι εργοδοτικές οργανώσεις
θεωρούν ότι οι αυστηροί κανόνες στην αγορά εργασίας και οι
λιγότερο αποτελεσματικές διοικητικές πρακτικές περιορίζουν
την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών.
Η γραφειοκρατία
παραμένει ένας από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς
παράγοντες, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η
έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων, κυρίως σε τομείς τεχνολογίας
και πληροφορικής, εντείνει την αναντιστοιχία μεταξύ
εκπαίδευσης και αναγκών της αγοράς. Τέλος, οι
μακροοικονομικές πολιτικές της μετα-κρίσης περιόδου, με
έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, οδήγησαν σε ανάπτυξη
που δημιούργησε θέσεις εργασίας αλλά όχι αντίστοιχη αύξηση
της παραγωγικότητας.
Συμπερασματικά, η
αντιμετώπιση του χάσματος παραγωγικότητας απαιτεί, σύμφωνα
με τις αναλύσεις, έναν συνδυασμό πολιτικών που θα ενισχύουν
τις τεχνολογικές επενδύσεις, θα προωθούν την ουσιαστική
ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, θα περιορίζουν τη
διοικητική επιβάρυνση και θα ενθαρρύνουν τον επιχειρηματικό
δυναμισμό, χωρίς να παραβλέπεται η κοινωνική διάσταση της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
|
|
|
|
|
|