|
|
|
|
| |
|
"Μας
ακούνε..." |
|
|
Έχοντας πει πως περιμένουμε πολλές
τέτοιες συνεδριάσεις όπως η χθεσινή,
με πολύ χαμηλές συναλλαγές και
διακυμάνσεις. Όχι μόνο μέχρι το
τέλος του καλοκαιριού, αλλά και για
μεγάλο μέρος του Σεπτεμβρίου. Να
θυμίσουμε τα όσα είχε αναφέρει η
Morgan Stanley σε μια έκθεσή της
πριν από μερικούς μήνες.
Ειδικότερα, η Ελλάδα εισέρχεται σε
μια από τις πιο κρίσιμες επενδυτικές
φάσεις των τελευταίων ετών, με τη
Morgan Stanley να τη χαρακτηρίζει
ξεκάθαρα ως αγορά στο «sweet spot»
μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων
αγορών. Στην έκθεση του Μαΐου,
Mid-Year Outlook για τις
ευρωπαϊκές μετοχές, ο αμερικανικός
οίκος «βλέπει» την ελληνική αγορά να
μετατρέπεται σταδιακά σε καθαρό
story re-rating, καθώς πλησιάζει η
πολυαναμενόμενη αναταξινόμηση της
Ελλάδας σε Developed Market.
Ελλάδα:
Από
emerging play
σε
developed market rotation story
Η Morgan Stanley
είχε γράψει πως το 2026 θα είναι
χρονιά-ορόσημο για το ελληνικό
χρηματιστήριο, καθώς οι μετοχές θα
βρεθούν όλο και περισσότερο στο
ραντάρ των θεσμικών επενδυτών των
ανεπτυγμένων αγορών.
Κομβικό σημείο
αποτελεί η 21η Σεπτεμβρίου
2026, όταν οι FTSE
Russell και STOXX θα θέσουν
σε ισχύ την αναταξινόμηση της
Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά, με
εκτιμώμενες παθητικές εισροές της
τάξης των 0,7 δισ. δολαρίων
— ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου
τρεις ημέρες συναλλακτικής
δραστηριότητας για την ελληνική
αγορά.
Παράλληλα, η
MSCI έχει προγραμματίσει να
ακολουθήσει στις 31 Μαΐου
2027, με χρονική μετάθεση
σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις
για τον Αύγουστο του 2026. Η
καθυστέρηση αυτή, σύμφωνα με τη
Morgan Stanley, δεν είναι
αναγκαστικά αρνητική, καθώς δίνει
περισσότερο χρόνο για την προσαρμογή
των χαρτοφυλακίων και επιτρέπει μια
πιο σταδιακή μετάβαση από το
καθεστώς των αναδυόμενων σε αυτό των
ανεπτυγμένων αγορών.
Passive flows: μικρά
νούμερα, μεγάλο impact στο ταμπλό
Η συνολική εικόνα
των εκτιμώμενων παθητικών
ροών είναι ξεκάθαρα θετική.
Παρά τις εκροές από τους δείκτες
αναδυόμενων αγορών, που εκτιμώνται
σε περίπου 2,6 δισ. δολάρια,
οι αναμενόμενες εισροές από τους
δείκτες ανεπτυγμένων αγορών
ανέρχονται σε περίπου 3,1
δισ. δολάρια, δημιουργώντας
μια καθαρή θετική ροή της
τάξης των 471 εκατ. δολαρίων.
Αριθμητικά πρόκειται
για ένα σχετικά μετριοπαθές ποσό σε
σχέση με το συνολικό μέγεθος των
διεθνών κεφαλαίων. Σε σχέση όμως με
τον μέσο ημερήσιο τζίρο των
περίπου 268 εκατ. δολαρίων
που καταγράφει η ελληνική αγορά, το
μέγεθος της επίδρασης γίνεται
ιδιαίτερα απτό και μπορεί να
αποκτήσει σημαντικό αποτύπωμα στο
ταμπλό.
|
|
|
|
|
|
|
Οι μεγάλοι winners
και οι «αδύναμοι κρίκοι»
Η εικόνα των ροών
δεν είναι ομοιόμορφη στο ταμπλό.
Πρωταγωνιστές του developed
re-rating αναδεικνύονται η
Εθνική Τράπεζα, η Eurobank, η
Τράπεζα Πειραιώς, η Alpha Bank και η
ΔΕΗ — με τις συστημικές
τράπεζες να συγκεντρώνουν τη μερίδα
του λέοντος των αναμενόμενων εισροών
και την Εθνική να προηγείται στην
κατανομή των παθητικών κεφαλαίων.
Η Εθνική εμφανίζει
τις υψηλότερες εκτιμώμενες καθαρές
παθητικές εισροές, στα 264
εκατ. δολάρια,
ακολουθούμενη από τη Eurobank με
216 εκατ. δολάρια,
την Πειραιώς με 202 εκατ.
δολάρια, την Alpha Bank με
126 εκατ. δολάρια
και τη ΔΕΗ με 75 εκατ.
δολάρια.
Αντίθετα,
ΟΤΕ, Jumbo και Allwyn δεν
περιλαμβάνονται στο αντίστοιχο
developed market προφίλ της MSCI που
χρησιμοποιεί η Morgan Stanley και
εμφανίζουν δυνητικές καθαρές εκροές,
ύψους περίπου 156 εκατ., 134
εκατ. και 122 εκατ. δολαρίων,
αντίστοιχα. Το index rebalancing,
επομένως, δεν λειτουργεί ομοιόμορφα
για όλες τις μετοχές, αλλά ευνοεί
διαφορετική σύνθεση χαρτοφυλακίων.
Το μεγάλο trade:
χαμηλή διείσδυση στα DM funds, υψηλή
υπερέκθεση στα EM
Η Morgan Stanley
έγραφε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα
σε ένα χαρακτηριστικό παράδοξο:
υπερεκπροσωπείται στα
ενεργητικά χαρτοφυλάκια αναδυόμενων
αγορών, ενώ παραμένει ουσιαστικά
αόρατη στα αντίστοιχα χαρτοφυλάκια
ανεπτυγμένων αγορών. Αυτό
το structural gap δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για ένα πολυετές
re-rating, καθώς η Ελλάδα περνά
σταδιακά από το επενδυτικό σύμπαν
των Emerging Markets σε αυτό των
Developed Markets.
Η Morgan Stanley
ουσιαστικά περιγράφει μια αγορά που
δεν «αναβαθμίζεται απλώς» στους
δείκτες, αλλά μπαίνει σε ένα νέο
επενδυτικό regime: από EM
discount σε DM re-rating premium,
με σταδιακό αλλά δομικό rotation
κεφαλαίων. Το βασικό trade δεν αφορά
τόσο τις άμεσες εισροές κεφαλαίων,
όσο τη συνολική επανατοποθέτηση της
Ελλάδας στον παγκόσμιο επενδυτικό
χάρτη.
|
|
|
|
|
|
|
Οι μεγάλοι winners
και οι «αδύναμοι κρίκοι»
Η εικόνα των ροών
δεν είναι ομοιόμορφη στο ταμπλό.
Πρωταγωνιστές του developed
re-rating αναδεικνύονται η
Εθνική Τράπεζα, η Eurobank, η
Τράπεζα Πειραιώς, η Alpha Bank και η
ΔΕΗ — με τις συστημικές
τράπεζες να συγκεντρώνουν τη μερίδα
του λέοντος των αναμενόμενων εισροών
και την Εθνική να προηγείται στην
κατανομή των παθητικών κεφαλαίων.
Η Εθνική εμφανίζει
τις υψηλότερες εκτιμώμενες καθαρές
παθητικές εισροές, στα 264
εκατ. δολάρια,
ακολουθούμενη από τη Eurobank με
216 εκατ. δολάρια,
την Πειραιώς με 202 εκατ.
δολάρια, την Alpha Bank με
126 εκατ. δολάρια
και τη ΔΕΗ με 75 εκατ.
δολάρια.
Αντίθετα,
ΟΤΕ, Jumbo και Allwyn δεν
περιλαμβάνονται στο αντίστοιχο
developed market προφίλ της MSCI που
χρησιμοποιεί η Morgan Stanley και
εμφανίζουν δυνητικές καθαρές εκροές,
ύψους περίπου 156 εκατ., 134
εκατ. και 122 εκατ. δολαρίων,
αντίστοιχα. Το index rebalancing,
επομένως, δεν λειτουργεί ομοιόμορφα
για όλες τις μετοχές, αλλά ευνοεί
διαφορετική σύνθεση χαρτοφυλακίων.
Το μεγάλο trade:
χαμηλή διείσδυση στα DM funds, υψηλή
υπερέκθεση στα EM
Η Morgan Stanley
έγραφε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα
σε ένα χαρακτηριστικό παράδοξο:
υπερεκπροσωπείται στα
ενεργητικά χαρτοφυλάκια αναδυόμενων
αγορών, ενώ παραμένει ουσιαστικά
αόρατη στα αντίστοιχα χαρτοφυλάκια
ανεπτυγμένων αγορών. Αυτό
το structural gap δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για ένα πολυετές
re-rating, καθώς η Ελλάδα περνά
σταδιακά από το επενδυτικό σύμπαν
των Emerging Markets σε αυτό των
Developed Markets.
Η Morgan Stanley
ουσιαστικά περιγράφει μια αγορά που
δεν «αναβαθμίζεται απλώς» στους
δείκτες, αλλά μπαίνει σε ένα νέο
επενδυτικό regime: από EM
discount σε DM re-rating premium,
με σταδιακό αλλά δομικό rotation
κεφαλαίων. Το βασικό trade δεν αφορά
τόσο τις άμεσες εισροές κεφαλαίων,
όσο τη συνολική επανατοποθέτηση της
Ελλάδας στον παγκόσμιο επενδυτικό
χάρτη.

|
|
|
|
|
|
|
Βέβαια, αφού πιάσαμε τα όσα έχουν
ειπωθεί για την ιστορία, να
θυμίσουμε τα όσα είχε πει πριν από
περίπου 8–9 μήνες ο David Aserkoff,
CFA, της JP Morgan, παραμένοντας
πιστός στην άποψή του ότι η ένταξη
της ελληνικής χρηματιστηριακής
αγοράς στις αναπτυγμένες αγορές
(Developed Markets – DM) ήταν
λανθασμένη.
Αμέσως μετά την
ανακοίνωση της αναβάθμισης από τον
FTSE Russell, είχε εκδώσει νέο
σημείωμα εκφράζοντας την απογοήτευσή
του, τονίζοντας χαρακτηριστικά:
«Yes, we are unhappy that
FTSE upgraded Greece to DM».
Παρά το γεγονός ότι η κίνηση αυτή
δεν αποτέλεσε έκπληξη, ο Aserkoff
εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν ταιριάζει
πλέον πλήρως στα χαρακτηριστικά των
αναδυόμενων αγορών (EM), καθώς είναι
μέλος της Ευρωζώνης και διαθέτει
αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας.
Παρά τη θετική
ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σε
σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, τις
προσδοκίες ενίσχυσης του ευρώ έναντι
του δολαρίου και τη συγκριτικά υψηλή
αποτίμηση των ελληνικών τραπεζών, η
JP Morgan διατηρεί θετική στάση για
την Ελλάδα στις στρατηγικές CEEMEA
και Emerging Markets. Ωστόσο, ο
Aserkoff υπογραμμίζει ότι η
αναβάθμιση σε DM μπορεί να έχει
αρνητικές συνέπειες για την εγχώρια
χρηματιστηριακή αγορά.
Τα επιχειρήματα του
Aserkoff
Σύμφωνα με τον ίδιο,
η μετατόπιση της αγοράς από
επενδυτές που εστιάζουν στις
αναδυόμενες αγορές σε ένα κοινό με
ευρωπαϊκό προσανατολισμό σημαίνει
ότι η προσοχή προς την Ελλάδα μπορεί
να περιοριστεί. Όπως εξηγεί, όταν η
επενδυτική βάση μετακινείται από
τους country-focused EM επενδυτές
προς τους pan-European διαχειριστές,
η ορατότητα της ελληνικής αγοράς
μειώνεται.
Καμία ελληνική
τράπεζα δεν κατατάσσεται στην πρώτη
50άδα των πανευρωπαϊκών
χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η ΔΕΗ είναι η 25η
μεγαλύτερη μετοχή στον ευρωπαϊκό
δείκτη utilities, σε σύνολο 26
εταιρειών.
Η Jumbo κατατάσσεται
42η από τις 46 μετοχές στον
ευρωπαϊκό δείκτη consumer
discretionary.
Ο Aserkoff είχε
επίσης αναφερθεί στην περίπτωση της
Metlen, η οποία μετέφερε την κύρια
διαπραγμάτευσή της από την Αθήνα στο
Λονδίνο. Μετά την ένταξή της στον
FTSE 100, ο μέσος ημερήσιος όγκος
συναλλαγών στο Λονδίνο είχε
διαμορφωθεί στα 5,1 εκατ. ευρώ,
έναντι 9,8 εκατ. ευρώ που ήταν στην
Αθήνα πριν από τη μεταφορά. Το
παράδειγμα αυτό χρησιμοποιείται από
την JP Morgan ως ένδειξη του
κινδύνου περιορισμού της ορατότητας
και της συναλλακτικής δραστηριότητας
όταν μια ελληνική μετοχή εντάσσεται
σε ένα πολύ μεγαλύτερο πανευρωπαϊκό
επενδυτικό σύμπαν.
|
|
|
|
|
|
|
Ιστορική αναφορά
Ο αναλυτής
υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα είχε
αναβαθμιστεί σε DM το 2001. Τότε, το
ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά
είχε μειωθεί σημαντικά, και εκφράζει
την εκτίμηση ότι η ιστορία μπορεί να
επαναληφθεί με τη νέα αναβάθμιση.
Το πιο σημαντικό
πάντως από αυτά που είπε ήταν άλλο.
Σύμφωνα με τον Aserkoff, η
αναβάθμιση από τον FTSE δεν έχει
τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο αυτή του
MSCI, ο οποίος αντιπροσωπεύει
περίπου τα 2/3 των παθητικών
ροών και την πλειοψηφία των
ενεργών δεικτών. Ο MSCI ανακοίνωσε
τον προηγούμενο Ιούνιο ότι η Ελλάδα
πληροί όλα τα κριτήρια για
αναβάθμιση σε DM, εκτός από τον
κανόνα μεγέθους και της συνεχούς
ρευστότητας. Όπως είχε γράψει τότε ο
Aserkoff, η τελική αναβάθμιση
αναμενόταν, με βάση τον ετήσιο
αναθεωρημένο προγραμματισμό, τον
Μάιο του 2028, αν
και υπήρχε η δυνατότητα επιτάχυνσης
της διαδικασίας από τον MSCI μέσω
«συνετής διακριτικής ευχέρειας».
Αυτό ακριβώς συνέβη στη συνέχεια, με
τον MSCI να επιταχύνει τελικά τη
διαδικασία και την αναβάθμιση να
έχει πλέον προγραμματιστεί για τον
Μάιο του 2027.
Θυμίζουμε πως πριν
από τις παραπάνω αναφορές του
αναλυτή του οίκου, η JP Morgan είχε
αναφέρει τα παρακάτω.
Η αναβάθμιση του
Χρηματιστηρίου Αθηνών σε ανεπτυγμένη
αγορά από τον οίκο FTSE Russell
αποτελεί, σύμφωνα με την JP Morgan,
σημαντικό ορόσημο που αναγνωρίζει
την πρόοδο της ελληνικής
κεφαλαιαγοράς. Ωστόσο, η πραγματική
πρόκληση θα είναι η διατήρηση της
ελκυστικότητας και της ρευστότητας
των ελληνικών μετοχών σε ένα πιο
ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Η Ελλάδα θα
επανενταχθεί στις ανεπτυγμένες
αγορές τον Σεπτέμβριο του 2026,
περισσότερο από μία δεκαετία μετά
την προηγούμενη υποβάθμισή της. Ο
FTSE σημειώνει ότι η χώρα πληροί τα
22 ποιοτικά κριτήρια της «FTSE
Quality of Markets Matrix», καθώς
και τις ελάχιστες απαιτήσεις σε
επενδύσιμη κεφαλαιοποίηση, αριθμό
εισηγμένων τίτλων, κατά κεφαλήν
εισόδημα και πιστοληπτική αξιολόγηση
«επενδυτικής βαθμίδας» από τους
τρεις κορυφαίους οίκους αξιολόγησης.
Επιπτώσεις για την
ελληνική αγορά
Σύμφωνα με την JP
Morgan, η Ελλάδα διαθέτει 33
εταιρείες στον δείκτη FTSE Emerging
Market All Cap (29 στο τμήμα
Standard και 4 στο Small Cap).
Από αυτές, 29 αναμένεται να πληρούν
τα κριτήρια για ένταξη στον FTSE
Developed Market Index (8
στο Standard και 21 στο Small Cap).
Η αναδιάρθρωση αυτή
προβλέπει:
Εκροές
περίπου 2,84 δισ. δολαρίων
από παθητικά επενδυτικά κεφάλαια που
ακολουθούν τον δείκτη FTSE Emerging
Markets.
Εισροές
περίπου 2,7 δισ. δολαρίων
από funds που παρακολουθούν τον
δείκτη FTSE Developed Markets.
Το καθαρό αποτέλεσμα
εκτιμάται από την JP Morgan σε
εκροή 112,8 εκατ. δολαρίων
για την ελληνική αγορά, σύμφωνα με
τη συγκεκριμένη ανάλυση του οίκου.
Με την ένταξή της
στους ανεπτυγμένους δείκτες, η
Ελλάδα θα κατέχει περίπου
0,27% στον FTSE Developed Market All
Cap ex-US Index, σημαντικά
μειωμένο σε σχέση με το
0,70% που κατέχει στον FTSE
Emerging Market All Cap Index.

|
|
|
|
|
|
|
|
Οι
"ατάκες"
της
εβδομάδας |
|
|
 |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|