|
|
|
|
| |
|
"Μας
ακούνε..." |
|
|
Οι πρόσφατες
ανακοινώσεις των μεγάλων οίκων όπως
η MSCI και η FTSE Russell για την
αναβάθμιση του Χ.Α.,
αντιμετωπίζονται συχνά στην Ελλάδα
ως γεγονότα ιδιαίτερης σημασίας, όχι
μόνο για το χρηματιστήριο αλλά και
για την ίδια την οικονομία. Οι
τεχνικές αναδιαρθρώσεις των δεικτών,
τα γνωστά rebalancing, έχουν έντονο
συμβολικό χαρακτήρα, καθώς
θεωρούνται βήμα για την οριστική
επιστροφή του Χρηματιστηρίου Αθηνών
στο κλαμπ των ανεπτυγμένων αγορών
και ταυτόχρονα υπενθύμιση ότι η
πολυετής περίοδος της κρίσης και της
υποβάθμισης σταδιακά κλείνει.
Ωστόσο, η σημασία των δεικτών
ξεπερνά κατά πολύ την ελληνική
αγορά. Από το χρηματιστήριο της
Ινδονησίας και τα κρατικά ομόλογα
της Νότιας Κορέας μέχρι μετοχές όπως
η Robinhood, μια και μόνο απόφαση
των οίκων που καταρτίζουν δείκτες
μπορεί να προκαλέσει τεράστιες
μετακινήσεις κεφαλαίων στις διεθνείς
αγορές.
Το 2025, σύμφωνα με
διεθνείς εκτιμήσεις, περίπου 36
τρισ. δολάρια ήταν επενδεδυμένα σε
παθητικά επενδυτικά κεφάλαια, τα
οποία ακολουθούν αυτόματα τις
αποφάσεις εταιρειών όπως η MSCI, η
FTSE Russell και η S&P Global. Τα
funds αυτά αγοράζουν και πωλούν
τίτλους ανάλογα με τη συμμετοχή τους
στους δείκτες, δημιουργώντας ισχυρές
και πολλές φορές βίαιες ροές
κεφαλαίων.
|
|
|
|
|
|
|
Παράλληλα, ακόμη και
σημαντικό μέρος των θεωρητικά
ενεργητικά διαχειριζόμενων κεφαλαίων
κινείται ουσιαστικά με βάση τους
δείκτες αναφοράς. Πρόκειται για τους
λεγόμενους «closet index-huggers»,
διαχειριστές που αποφεύγουν να
αποκλίνουν ουσιαστικά από τους
δείκτες, φοβούμενοι τον επενδυτικό
κίνδυνο και την υποαπόδοση. Αυτό
έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη
στρατηγική επενδύσεων γύρω από την
πρόβλεψη των αλλαγών στους δείκτες.
Hedge funds και traders επιχειρούν
να εντοπίσουν έγκαιρα ποιες μετοχές
ή αγορές θα αναβαθμιστούν ή θα
ενταχθούν σε κάποιον δείκτη, ώστε να
τοποθετηθούν πριν από τα μεγάλα
παθητικά κεφάλαια που θα
ακολουθήσουν.
|
|
|
|
|
|
|
Η ίδια λογική
παρατηρείται και στην ελληνική
αγορά, καθώς αρκετοί επενδυτές
προσπαθούν να προεξοφλήσουν την
αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών
στις ανεπτυγμένες αγορές και τις
εισροές που θα μπορούσαν να
ακολουθήσουν μέσω των index tracking
funds. Σε θεωρητικό επίπεδο, σε μια
πλήρως αποτελεσματική αγορά, οι
ευκαιρίες αυτές θα έπρεπε να
εξαφανίζονται άμεσα, καθώς οι τιμές
θα ενσωμάτωναν αμέσως όλες τις
διαθέσιμες πληροφορίες. Στην πράξη
όμως, οι αγορές δεν λειτουργούν τόσο
ομαλά. Οι κινήσεις των επενδυτών που
προσπαθούν να προηγηθούν των
παθητικών κεφαλαίων είναι αρκετά
μεγάλες ώστε να επηρεάζουν από μόνες
τους τις τιμές των assets.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η υποβάθμιση της
Ινδονησίας στις frontier markets από
την MSCI, η οποία σύμφωνα με
εκτιμήσεις της Goldman Sachs θα
μπορούσε να οδηγήσει σε εκροές 7,8
δισ. δολαρίων. Αντίστοιχα, η μετοχή
της Robinhood σημείωσε πρόσφατα
άνοδο σχεδόν 20% μετά την ένταξή της
στον δείκτη S&P 500, ενώ η είσοδος
νοτιοκορεατικών ομολόγων στον δείκτη
FTSE World Government Bond Index
εκτιμάται ότι μπορεί να προσελκύσει
έως και 60 δισ. δολάρια ξένων
επενδύσεων.
|
|
|
|
|
|
|
Παρόλα αυτά, η
δυνατότητα επίτευξης εύκολων κερδών
μέσω αυτών των κινήσεων περιορίζεται
σταδιακά. Όπως επισημαίνουν
αναλυτές, η ίδια η λογική των
rebalancing δημιουργεί φαινόμενα
momentum: μια μετοχή που ανεβαίνει
έντονα αυξάνει τις πιθανότητες
ένταξης σε κάποιον δείκτη και, μόλις
ενταχθεί, προσελκύει ακόμη
περισσότερα κεφάλαια από τα passive
funds, ενισχύοντας περαιτέρω την
άνοδό της.
Ωστόσο, όσο
περισσότεροι traders επιχειρούν να
εκμεταλλευτούν αυτό το μοτίβο, τόσο
μειώνονται τα περιθώρια
υπεραποδόσεων. Έρευνα των Robin
Greenwood και Marco Sammon από το
Harvard Business School δείχνει ότι
τη δεκαετία του 1990 οι μετοχές που
εισέρχονταν στον S&P 500
υπεραπέδιδαν κατά μέσο όρο κατά 7,4
ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ
ανακοίνωσης και ένταξης. Από το 2010
και μετά, η αντίστοιχη μέση
υπεραπόδοση έχει περιοριστεί σε
λιγότερο από μία ποσοστιαία μονάδα.
Ακόμη και
επενδυτικοί οργανισμοί που θεωρητικά
λειτουργούν παθητικά συμμετέχουν
πλέον σε τέτοιες στρατηγικές
arbitrage. Το κρατικό επενδυτικό
ταμείο της Νορβηγίας, με ενεργητικό
2,3 τρισ. δολάρια, κατάφερε πέρυσι
να αποκομίσει περίπου 4 δισ. δολάρια
από συναλλαγές που σχετίζονταν
μεταξύ άλλων με αναδιαρθρώσεις
δεικτών.
|
|
|
|
|
|
|
Παράλληλα, αρκετά
passive funds δεν ακολουθούν πλέον
απόλυτα μηχανιστικά τους δείκτες
τους, προσπαθώντας να αποφύγουν τον
ρόλο του «εύκολου στόχου» για την
αγορά. Έρευνα των Peter Molk και
Adriana Robertson έδειξε ότι ακόμη
και τα μεγαλύτερα funds που
παρακολουθούν τον S&P 500
παρουσίαζαν αποκλίσεις από τον
δείκτη της τάξης του 1,7% έως 7,5%
του ενεργητικού τους, ποσοστά που
αντιστοιχούν σε επενδυτικές
αποφάσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων
δολαρίων.
Η αυξανόμενη επιρροή
των χρηματιστηριακών δεικτών
αποδεικνύει ότι οι σύγχρονες αγορές
δεν κινούνται μόνο από τα θεμελιώδη
οικονομικά μεγέθη αλλά και από τις
τεχνικές ροές κεφαλαίων. Σε αυτό το
περιβάλλον, η πιθανή αναβάθμιση της
ελληνικής αγοράς αποκτά όχι μόνο
συμβολική αξία, αλλά και ουσιαστική
σημασία για τις εισροές ξένων
κεφαλαίων, τη ρευστότητα και τη
διεθνή θέση του Χρηματιστηρίου
Αθηνών.
|
|
|
|
|
|
|
|
Οι
"ατάκες"
της
εβδομάδας |
|
|
|
|
|
 |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|