Μέχρι
πρότινος η Nvidia και η OpenAI έμοιαζαν να είναι
οι «βασίλισσες» του χορού – η πρώτη στο
hardware, η δεύτερη στο software. Δυο γίγαντες,
με ρυθμούς ανάπτυξης που «ζάλιζαν» και έμοιαζαν
να είναι εκείνοι που θα γράψουν τα σημαντικότερα
κεφάλαια στη μεγαλύτερη ιστορία της εποχής μας,
μιας ιστορίας όπου οι υπολογιστές δεν είναι πια
«εργαλεία», αλλά «συνεργάτες», «συνομιλητές»,
«δημιουργοί». Η Nvidia, με τα πανίσχυρα τσιπ της
δεν δημιούργησε απλώς ένα ανεπτυγμένο hardware,
στην πραγματικότητα έβαλε τις βάσεις για μια νέα
εποχή στην ισχύ των υπολογιστικών συστημάτων,
ταράζοντας για τα καλά τα νερά της «βαθιάς
μάθησης». Από την άλλη, η OpenAI, ο φορέας που
μας σύστησε την τεχνητή νοημοσύνη και άνοιξε ένα
αλγοριθμικό παράθυρο στον κόσμο των σκεπτόμενων
μηχανών, φάνταζε εδώ και καιρό ως ο φυσικός
ηγέτης στην επανάσταση που έρχεται. Όσοι, όμως,
πίστευαν πως η τεχνητή νοημοσύνη είναι παιχνίδι
για λίγους, σήμερα διαψεύδονται κατηγορηματικά.
Η κινεζική
startup, DeepSeek, παρότι δεν μπορούσε να
αποκτήσει τις τελευταίες και καλύτερες
τεχνολογίες της Nvidia, κατάφερε να υπερκεράσει
αυτό που φάνταζε σαν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο,
μετατρέποντας τις αμερικανικές κυρώσεις προς την
Κίνα, σε μια μεγάλη ευκαιρία για την ίδια. Η
ανάγκη, ως γνωστόν, αποτελεί συχνά την μητέρα
της καινοτομίας. Η εμφάνιση του νέου μοντέλου
τους, όχι μόνο προκάλεσε, σε σύντομο χρονικό
διάστημα, μεγάλο προβληματισμό στους «γίγαντες»
του χώρου και την αγορά, αλλά οδήγησε και σε
αναθεώρηση των προσδοκιών των επενδυτών.
Χρειαζόμαστε, άραγε, όλα αυτά τα τεράστια κέντρα
δεδομένων και τα δισεκατομμύρια που δαπανώνται
για νέες υποδομές AI; Μήπως τελικά μπορούμε να
δημιουργήσουμε αποδοτικά μοντέλα με χαμηλό
κόστος; Για τη εξέλιξη του CHAT-GPT, η OpenAI
δαπάνησε 6,6 δισεκατομμύρια δολάρια και σήμερα
απασχολεί 4.500 εργαζόμενους. Οι Κινέζοι
κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα εξίσου αποδοτικό
μοντέλο με μόλις έξι εκατομμύρια δολάρια και 200
άτομα προσωπικό, μειώνοντας μεταξύ, πολλών
άλλων, τις ανάγκες σε GPU από 100.000 σε 2.000.
Φανταστείτε, δηλαδή, να παίζει σκάκι ένα
πεντάχρονο με τον Μάγκνους Κάρλσεν και να τον
κερδίζει σε τρεις κινήσεις.
Το
αδιανόητο τεχνολογικό «άλμα» που πέτυχαν οι
Κινέζοι και το προσφέρουν για την ώρα δωρεάν
δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητό –δεν πρόκειται
απλώς για τεχνική υπεροχή, αλλά για ακραία
καινοτομία που όμοια της είχαμε δεκαετίες να
δούμε. Σε αυτό το νέο σκηνικό, δύσκολα μπορεί να
προβλέψει κανείς τα επόμενα βήματα. Το βέβαιο
είναι πως η Nvidia είδε τη μετοχή της να
κατρακυλά έως και 17%, χάνοντας 600
δισεκατομμύρια δολάρια σε κεφαλαιοποίηση και όλα
αυτά μέσα σε λίγες δεκάδες ώρες. Αντίστοιχη
πορεία ακολούθησαν και άλλες εταιρίες που
δραστηριοποιούνται στον χώρο των τσιπ, ενώ και η
κραταιά OpenAI έχει αρχίσει να «ιδρώνει»,
προχωρώντας σε κατηγορίες περί «κλοπής». Από την
άλλη πλευρά, εταιρείες όπως η Apple και η Meta
φαίνεται να επωφελούνται -η Apple, με την
ικανότητά της να βελτιώνει τα δικά της μοντέλα
με χαμηλότερο κόστος και η Meta, η οποία
επενδύει σε ανοιχτού κώδικα λύσεις όπως το
μοντέλο R1, φαίνεται πως διαθέτουν μια πιο
ορθολογική στρατηγική, η οποία ταιριάζει
καλύτερα στο νέο περιβάλλον που
διαμορφώνεται. «Πόλεμος», όμως, διεξάγεται και
εντός Κίνας, αφού οι μεγάλοι τεχνολογικοί
κολοσσοί της χώρας, όπως η Alibaba, η Baidu, η
Tencent και η Huawei ανταγωνίζονται για την
κυριαρχία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Η
απάντηση της Alibaba στο DeepSeek είναι το
ολόφρεσκο Qwen 2.5-Max, με τον «γίγαντα» του
ηλεκτρονικού εμπορίου να καλεί, την Τετάρτη
(29/1), προγραμματιστές και ερευνητές να
δοκιμάσουν τις δυνατότητες του από πρώτο χέρι.
Ιδρυτής της
DeepSeek Artificial Intelligence Co., Ltd, είναι
ο Λιανγκ Γουενφένγκ (Liang Wenfeng), ένας
40χρονος Κινέζος από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ,
ο οποίος σπούδασε πληροφορική στο Πανεπιστήμιο
Τσετσιάνγκ και το 2015 συνίδρυσε την πρώτη του
εταιρία, τη High-Flyer, ένα hedge fund που
χρησιμοποιoύσε τα μαθηματικά και την τεχνητή
νοημοσύνη για επενδυτικές στρατηγικές. Τον
Οκτώβριο του 2016, η High-Flyer ανέπτυξε το
πρώτο της AI μοντέλο της και μέχρι το 2017, το
fund βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε AI μοντέλα
για τις επενδύσεις του. Η όρεξή του Λιανγκ είχε
μόλις ανοίξει.
Το 2021
άρχισε να συγκεντρώνει χιλιάδες επεξεργαστές
γραφικών (GPUs) της Nvidia για το νέο AI
πρότζεκτ που σχεδίαζε, ωστόσο τον πρόλαβαν οι
εξελίξεις, αφού το ίδιο έτος η κυβέρνηση των ΗΠΑ
επέβαλε περιορισμούς στην εξαγωγή των πανίσχυρων
τσιπ προς την ασιατική χώρα. Αυτό δεν τον
εμπόδισε να ιδρύσει το 2023 την DeepSeek
Artificial Intelligence Co., Ltd και σύντομα
τράβηξε την προσοχή της κινεζικής κυβέρνησης.
Μάλιστα πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας
φωτογραφίες και βίντεο που δημοσίευσε το
κινεζικό δίκτυο CCTV, από μια κλειστή σύσκεψη,
υπό τον Κινέζο πρωθυπουργό, Λι Κιανγκ (Li
Qiang), με εννέα εκλεκτούς προσκεκλημένους -η
εικόνα ήταν ελαφρώς σουρεαλιστική. Ένας νεαρός
με μυαλό από πυρίτιο να κάθεται αμήχανος δίπλα
σε γκριζομάλληδες κρατικούς αξιωματούχους με
δεκαετίες πολιτικών ελιγμών στις πλάτες τους,
ακαδημαϊκούς με πρόσωπα που είχαν σκαλιστεί από
χρόνια γραφειοκρατικής σοφίας και διευθυντές
κολοσσιαίων κρατικών επιχειρήσεων που έμοιαζαν
να έχουν δει και ακούσει τα πάντα. Η αντίθεση
ήταν έντονη. Η πρόσκλησή του, όμως, σε αυτό το
τραπέζι, υπό τον πρωθυπουργό Λι Κιανγκ δεν ήταν
απλώς μια αναγνώριση των ικανοτήτων του —ήταν
μια δήλωση.
Για
δεκαετίες ολόκληρες, η κινεζική τεχνολογική
σκηνή ακολουθούσε την ίδια προβλέψιμη ρουτίνα:
κοιτούσε προς τη Δύση, «έκλεβε» ιδέες και τις
επέβαλε στην αγορά με τη δύναμη μιας χώρας 1,4
δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Λιανγκ Γουένφενγκ
φαίνεται πως δεν αρκείται σε αυτό, δεν θέλει να
είναι ακόμα ένας ταλαντούχος μιμητής. Σε
παλαιότερη συνέντευξή του στο κινεζικό περιοδικό
«Waves», τον Ιούλιο του 2023, είχε πει: «Η Κίνα
δεν μπορεί να βρίσκεται για πάντα σε θέση
ακόλουθου. Συχνά λέμε ότι υπάρχει χάσμα ενός ή
δύο ετών μεταξύ της τεχνητής νοημοσύνης της
Κίνας και των ΗΠΑ –όμως το πραγματικό χάσμα
είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρωτοτυπία και την
απομίμηση». Σήμερα ο φιλόδοξος Κινέζος στέλνει
ένα σαφές και ξεκάθαρο μήνυμα προς πάσα
κατεύθυνση: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πια το
παιχνίδι της Silicon Valley, το μέλλον δεν
ανήκει ούτε στους μεγαλύτερους, ούτε στους
πλουσιότερους. Ανήκει στους πιο ευέλικτους,
στους πιο δημιουργικούς, σε εκείνους που μπορούν
να χτίσουν γέφυρες πάνω από γκρεμούς χωρίς να
αδειάσουν τα ταμεία του πλανήτη.
Αντώνης
Ντινιακός (Το Βήμα)
|