Η αύξηση
της τάξεως του 6% του κατώτατου μισθού, που
ενέκρινε χθες το Υπουργικό Συμβούλιο, δεν είναι
διόλου αμελητέα ως ποσοστό. Αλλά πλέον δεν είναι
αμελητέα και ως απόλυτο μέγεθος, καθώς σε ετήσια
βάση σε έναν καθαρό μηνιαίο μισθό 743 ευρώ
προσθέτει συνολικά πάνω από 470 ευρώ στον νέο
εργαζόμενο. Για τους δικαιούχους των τριετιών
είναι ακόμα παραπάνω.
Το θέμα
είναι ότι με τρέχοντα πληθωρισμό κάτω από το 3%
και με υπερδιπλάσια αύξηση στον κατώτατο, μας
τελειώνει και το επιχείρημα της μείωσης των
πραγματικών εισοδημάτων. Για την ακρίβεια, ποτέ
δεν υπήρξε επιχείρημα που να στέκει σε
οποιαδήποτε λογική συζήτηση με αφετηρία τον
μισθό των νεοεισερχομένων. Για τους υψηλότερους
μισθούς το συζητούμε, αλλά για αυτούς σπανίως
τοποθετούνται ειδικά τα κόμματα της
αντιπολίτευσης στον δημόσιο διάλογο. Ενα μείγμα
φόρων του παρελθόντος και μια δυσκολία των
επιχειρήσεων από πλευρά μεγέθους να
ανταποκριθούν σε υψηλότερους μισθούς τους κρατά
καθηλωμένους και με ροκανισμένη αγοραστική
δύναμη. Για αυτό και η κυβέρνηση υπόσχεται
αλλαγές στην κλίμακα των μισθωτών, που θα
ανακοινωθούν τον Σεπτέμβριο.
Για τους
δικαιούχους του κατώτατου μισθού, όμως, με
σωρευτική ακρίβεια 18,1% την τελευταία
πενταετία, η αύξηση στον κατώτατο φτάνει το
35,4%. Σχεδόν «double
score»,
παρά την γκρίνια.
Υπερκαλύφθηκε ο πληθωρισμός της τελευταίας
τριετίας, αλλά μαζί μειώθηκε και το τεράστιο
μισθολογικό χάσμα που δημιουργήθηκε την
προηγούμενη δεκαετία με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Εκλεισε
έστω και μερικώς η ψαλίδα. Προφανώς έχουμε πάρα
πολύ δρόμο να διανύσουμε για να πλησιάσουμε έστω
στην απόσταση που είχαμε από την υπόλοιπη Ευρώπη
πριν από τη δική μας κρίση. Αλλά μειώνουμε τη
διαφορά.
Για να το
πετύχουμε ως χώρα, βάζουν πλάτη οι δεκάδες
χιλιάδες επιχειρήσεις κάθε μεγέθους. Αυτές
πληρώνουν τις αυξήσεις, από το προϊόν που
παράγουν και με το ρίσκο που παίρνουν οι μέτοχοί
τους. Η κυβέρνηση έχει έναν ρόλο, να δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για να πετυχαίνουν όσο το
δυνατόν μεγαλύτερη κερδοφορία. Το να ακούς από
έμπειρους πολιτικούς ως μομφή την υψηλή
κερδοφορία των επιχειρήσεων που επιτυγχάνεται τα
τελευταία χρόνια είναι σαν να μην καταλαβαίνεις
πώς λειτουργεί η οικονομία. Χωρίς αυτή την
κερδοφορία δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε ούτε για
σύγκλιση ούτε για αύξηση έστω του κατώτατου ούτε
γενικά για οικονομία.
Νίκος
Φιλιππίδης (Ο.Τ.)
|