Για τις
ΗΠΑ, αυτό το σχέδιο θεωρήθηκε υπαρξιακή απειλή
για την παγκόσμια τεχνολογική τους κυριαρχία. Οι
αναλυτές γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι πέρα από
την επιβολή δασμών σε προϊόντα όπως ο χάλυβας
και η σόγια, η ουσία της διαμάχης βρισκόταν στην
τεχνολογία και στη βιομηχανική στρατηγική.
Ωστόσο, το τι ακριβώς καθιστά μια τεχνολογία
«στρατηγική» είναι συχνά ασαφές. Μια τεχνολογία
θεωρείται στρατηγική όταν:
– Εχει
υψηλή οικονομική και στρατιωτική αξία.
–
Δημιουργεί ισχυρές εξωτερικότητες, δηλαδή οφέλη
που ξεπερνούν τη μεμονωμένη χρήση της.
– Είναι
ευάλωτη σε παρεμβάσεις από ανταγωνιστικές
δυνάμεις, κάτι που μπορεί να την καταστήσει
σημείο εξάρτησης.
Για
παράδειγμα, οι ημιαγωγοί αποτελούν σήμερα τον
πυρήνα του ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας. Αυτά τα
μικροσκοπικά, ηλεκτρονικά εξαρτήματα βρίσκονται
σε όλες τις σύγχρονες συσκευές, από
smartphones μέχρι
στρατιωτικά συστήματα. Η εξάρτηση της Κίνας από
αμερικανικές και ταϊβανέζικες εταιρείες στον
τομέα αυτόν την καθιστά ευάλωτη στις
γεωπολιτικές πιέσεις.
Οι ΗΠΑ,
αναγνωρίζοντας τη σημασία των στρατηγικών
τεχνολογιών, έχουν επιβάλει περιορισμούς στις
κινεζικές εταιρείες, μπλοκάροντας την πρόσβασή
τους σε προηγμένα τσιπ και λογισμικά.
Αντίστοιχα, η Κίνα επενδύει μαζικά στην εγχώρια
παραγωγή και επιταχύνει τις προσπάθειες
τεχνολογικής αυτονομίας.
Αυτή η
σύγκρουση δεν είναι μόνο διμερής. Επηρεάζει
ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και
εμπορίου, καθώς χώρες και εταιρείες πρέπει να
επιλέξουν μεταξύ δύο ανταγωνιστικών τεχνολογικών
οικοσυστημάτων:
– Το
αμερικανικό (βασισμένο σε εταιρείες όπως η
Nvidia, η
Intel
και η
Microsoft).
– Το
κινεζικό (με πρωταγωνιστές τη
Huawei,
την
Alibaba
και τη
SMIC).
Ο
ανταγωνισμός για τις στρατηγικές τεχνολογίες δεν
πρόκειται να σταματήσει σύντομα. Αντίθετα
αναμένεται να ενταθεί, με τις ΗΠΑ και την Κίνα
να διεκδικούν παγκόσμια ηγεμονία σε τομείς όπως
η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική και
η βιοτεχνολογία.
Οι
αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης
(Τ.Ν.), όπως η
OpenAI,
η
Google
DeepMind
και η
Anthropic,
κυριαρχούν στην Τ.Ν. και κατέχουν το μεγαλύτερο
μερίδιο της αγοράς. Σήμερα απειλούνται από το
DeepSeek
R1
και το
Qwen2.5-Max.
Στην περίοδο της αρχικής εμφάνισης της
πληροφορικής οι τεράστιοι υπολογιστές «mainframe»
απειλήθηκαν από την ανατρεπτική καινοτομία των
επιτραπέζιων υπολογιστών και μετά των φορητών
υπολογιστών. Θα γίνει κάτι παρόμοιο και στα
μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs),
όπως συμβαίνει και σε όλα τα προϊόντα νέας
τεχνολογίας. Το ερώτημα είναι, αυτή την ανατροπή
θα την κάνουν οι ήδη κυρίαρχοι της αγοράς ή
κάποια
startup
όπως η
DeepSeek,
ή οι κυρίαρχοι της αγοράς θα κυκλοφορήσουν
παρόμοια, πιο ελαφρά μοντέλα;
Μία από τις
πιο καινοτόμους μεθόδους που χρησιμοποιεί το
DeepSeek
R1
είναι η «απόσταξη γνώσης» (distillation).
Αντί να δημιουργήσει από την αρχή ένα γιγαντιαίο
μοντέλο με δισεκατομμύρια παραμέτρους, το
DeepSeek
αξιοποιεί μεγαλύτερα υπάρχοντα μοντέλα όπως το
GPT-4 και το
Meta
Llama
για να εκπαιδεύσει ένα μικρότερο μοντέλο. Με
αυτόν τον τρόπο διατηρεί την αποτελεσματικότητα
των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, ενώ μειώνει
σημαντικά το υπολογιστικό κόστος. Αυτή η τεχνική
λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που ένας
μαθητευόμενος διδάσκεται από έναν έμπειρο
τεχνίτη – χωρίς να χρειάζεται να κατέχει όλη τη
γνώση, μαθαίνει μόνον ό,τι είναι ουσιώδες για
την πρακτική εφαρμογή. Επιπλέον, η κινεζική
Alibaba εμφάνισε το
Qwen2.5-Max,
ένα προηγμένο μοντέλο Τ.Ν. που ξεπερνάει κατά
πολύ το
DeepSeek!
Μπορεί να δημιουργεί κείμενα, εικόνες, βίντεο,
να εκτελεί κώδικα, ακόμη και να πραγματοποιεί
αναζητήσεις στο Διαδίκτυο σε πραγματικό χρόνο με
τα εξής χαρακτηριστικά:
Δεν
δημιουργεί απλώς κώδικα, αλλά τον εκτελεί και
τον δοκιμάζει σε πραγματικό χρόνο. Είναι
εξαιρετικά ακριβές στη δημιουργία λεπτομερών
εικόνων που ακολουθούν οδηγίες. Παράγει βίντεο
ταχύτερα από το 90% των υφιστάμενων εργαλείων
Τ.Ν. Διεξάγει διαδικτυακές αναζητήσεις, συλλέγει
δεδομένα και συνοψίζει ερευνητικό υλικό σε
πραγματικό χρόνο. Διαβάζει
pdf,
τα αναλύει και εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα στη
στιγμή.
Η εξέλιξη
αυτή υπογραμμίζει μια βασική αλήθεια: η
τεχνολογία δεν είναι απλώς ένα οικονομικό
εργαλείο, αλλά ένας πυλώνας γεωπολιτικής ισχύος.
Η ικανότητα μιας χώρας να παράγει, να ελέγχει
και να προστατεύει τις στρατηγικές τεχνολογίες
της θα καθορίσει τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή
τον 21ο αιώνα. Το 2025 θα διαπιστωθεί εάν η Κίνα
πετυχαίνει τους δεκαετείς στόχους της.
*Ο κ.
Γιώργος Ατσαλάκης είναι οικονομολόγος,
αναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης,
Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης.
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|