|
Στο
μακροοικονομικό επίπεδο, η ισορροπία
επιτυγχάνεται όταν η αποταμίευση ισούται με τις
επενδύσεις. Η αποταμίευση (χρήματα που δεν
καταναλώνονται) έχει αξία όταν μετατρέπεται σε
επενδυτικό κεφάλαιο. Με αυτόν το τρόπο,
δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, αυξάνεται η
παραγωγική δυναμικότητα και ενισχύεται το
εισόδημα. Η Ελλάδα, ιστορικά, αντιμετωπίζει
πρόβλημα επενδυτικού κενού, το οποίο
επιδεινώθηκε λόγω της δεκαετής οικονομικής
κρίσης. Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται
περισσότερες και κυρίως δυναμικές και ποιοτικές
επενδύσεις στη χώρα μας. Επενδύσεις οι οποίες
δημιουργούν νέα αξία μέσω της καινοτομίας, της
τεχνολογίας, της εκπαίδευσης και των υποδομών.
Για παράδειγμα, επενδύσεις στην πράσινη
ενέργεια, στην ψηφιακή μετάβαση και στην έρευνα
μπορούν να μετασχηματίσουν το παραγωγικό μοντέλο
της Ελλάδας και να την καταστήσουν πιο
ανταγωνιστική διεθνώς. Νέες τεχνολογίες και
καινοτομίες στον τουρισμό και τον πρωτογενή
τομέα, σε συνδυασμό με νέες δεξιότητες των
εργαζομένων, θα αυξήσουν την παραγωγή και τις
εξαγωγές. Η αύξηση της παραγωγής μπορεί να
αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και
να βελτιώσει σημαντικά τους μακροοικονομικούς
δείκτες, αρκεί να μειωθεί το κόστος παραγωγής.
Είναι
γεγονός ότι, η παγκόσμια όπως και η ελληνική
οικονομία αντιμετωπίζουν ένα έντονο φαινόμενο
πληθωρισμού κόστους. Ο πληθωρισμός αυτός
οφείλεται κυρίως στην αύξηση του κόστους
παραγωγής λόγω των παγκόσμιων γεγονότων: άνοδος
των τιμών των πρώτων υλών, αύξηση του
ενεργειακού κόστους, υψηλότερα επιτόκια και
διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές
αλυσίδες. Οι επιχειρήσεις, προκειμένου να
διατηρήσουν τη βιωσιμότητά τους, μετακυλύουν
αυτό το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, με
αποτέλεσμα τη γενικευμένη άνοδο των τιμών.
Επομένως, η αντιμετώπιση του υψηλού πληθωρισμού
δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε
επιδοματικές πολιτικές αλλά στην αύξηση της
παραγωγικότητας. Όταν μια οικονομία παράγει
περισσότερα και καλύτερα αγαθά, τότε πετυχαίνει
ανταγωνιστικές τιμές αφού τονώνει την παραγωγή,
και έτσι μειώνει το ποσοστό ανεργίας και αυξάνει
το ΑΕΠ της.
Είναι
γεγονός ότι, η αύξηση της παραγωγικότητας
προϋποθέτει επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο,
τεχνολογία και οργανωτικές δομές. Η εκπαίδευση
και η δια βίου μάθηση, η ψηφιοποίηση των
επιχειρήσεων, η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης
και η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου
αποτελούν βασικές συνιστώσες αυτής της
προσπάθειας στη χώρα μας. Σε συνδυασμό με τη
μείωση του χρέους και την ενίσχυση των
επενδύσεων, η παραγωγικότητα μπορεί να
αποτελέσει το αντίβαρο στον πληθωρισμό και το
θεμέλιο μιας βιώσιμης αναπτυξιακής πορείας. Με
απλά λόγια, η σχέση του χρέους με τις επενδύσεις
και τη πραγματική αύξηση της παραγωγής, είναι το
κλειδί για οικονομική ανάπτυξη και ευημερία στη
χώρα μας.
Είναι
αναμφισβήτητο ότι, η ελληνική οικονομία
συνεχίζει και αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς –
αυτό θα πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει ώστε να
μιλάμε για μια ισχυρή και σταθερή οικονομία που
μπορεί να ενισχύεται σε κάθε δυσμενή συνθήκη.
Και παρόλο που ο καταξιωμένος οικονομολόγος
Μινσκι δήλωνε ότι «η σταθερότητα είναι ασταθής»,
είναι πιο σημαντικό από ποτέ η οικονομία μας να
συνεχίσει να μεγεθύνεται δίνοντας έμφαση στη
σύγκλιση με ισχυρές οικονομίες της ΕΕ.
Θεωρητικά, η οικονομική μεγέθυνση εξαρτάται από
την τεχνολογία, το κεφάλαιο και την αύξηση του
εργατικού δυναμικού. Έτσι η υγιής μεγέθυνση,
πάντα με στόχο μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη,
θα πρέπει να σχετίζεται με την καινοτομία, η
οποία προϋποθέτει επενδύσεις, αλλά και με την
επιχειρηματικότητα, τον ανταγωνισμό και την
κρατική παρέμβαση, η οποία σωστά δίνει έμφαση σε
οικονομικά και φορολογικά κίνητρα. Με δεδομένα
την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τους
εμπορικούς δασμούς, το 2026 είναι οικονομικό
έτος με πολλές προκλήσεις και πιθανούς κινδύνους
όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα και το
διεθνές εμπόριο.
Στη χώρα
μας, η μείωση του κόστους παραγωγής θα πρέπει να
είναι στρατηγικός στόχος για το 2026. Όπως
αναφέρουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΤτΕ σε
πρόσφατες εκθέσεις τους, η οικονομία της Ελλάδας
αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με
ισχυρό ρυθμό, με προβλεπόμενη ανάπτυξη πάνω από
2% το 2026 και υψηλότερο από το μέσο ρυθμό
ανάπτυξης της ευρωζώνης, υποστηριζόμενη από τις
επενδύσεις, τη μείωση της ανεργίας, τα πρωτογενή
πλεονάσματα, τις φορολογικές περικοπές και τα
κοινωνικά μέτρα. Τα παραπάνω δημιουργούν ένα
σταθερό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, όμως
χρειάζονται περισσότερες παρεμβάσεις για να
πετύχουμε ένα ανθεκτικό, εξωστρεφές και σύγχρονο
παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης. Αυτό είναι
επιβεβλημένο να συμβεί, όταν ο πληθωρισμός στην
Ελλάδα αναμένεται να διατηρηθεί πάνω από το 2%
λόγω των υψηλών τιμών της ενέργειας και των
πρώτων υλών. Για να επιτευχθεί μια μείωση του
κόστους παραγωγής που θα λειτουργήσει ως
καταλύτης της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας
το 2026, θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω
παρεμβάσεις στην ενέργεια (ΑΠΕ), τη φορολογία
(στοχευμένη μείωση συντελεστών όπου το επιτρέπει
η δημοσιονομική πολιτική) και τον ψηφιακό
μετασχηματισμό (ενίσχυση του ψηφιακού κράτους
και μείωση της γραφειοκρατίας, νέες καινοτομίες
στον τουρισμό και τον πρωτογενή τομέα). Με σκοπό
περαιτέρω αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας
το 2026, θα πρέπει να στοχεύσουμε σε υψηλούς
ρυθμούς οικονομικής δραστηριότητας σε όλους τους
τομείς ώστε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας
μας να ενισχυθεί σημαντικά.
Συμπερασματικά, η πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου
χρέους μειώνει την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο,
η ισορροπία αποταμίευσης και επενδύσεων ενισχύει
τη σταθερότητα, ενώ οι δυναμικές επενδύσεις και
η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελούν τη μόνη
μακροπρόθεσμη απάντηση στις πληθωριστικές
πιέσεις και τις διαρθρωτικές προκλήσεις της
ελληνικής οικονομίας, η οποία αναμφισβήτητα
αναπτύσσεται με υψηλό ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση
με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αρκεί αυτό να
είναι βιώσιμο και να συνεχίζει να συμβαίνει σε
όφελος της ανάπτυξης της κοινωνίας μας.
* Ο Καθηγητής Χρήστος Φλώρος είναι Μέλος του
Συμβουλίου Διοίκησης του Ελληνικού Μεσογειακού
Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ), Καθηγητής
Χρηματοοικονομικής στο Τμήμα Λογιστικής και
Χρηματοοικονομικής του ΕΛΜΕΠΑ, τ. Αντιπρύτανης
ΕΛΜΕΠΑ.
Πρώτη δημοσίευση στο Money Review
|