|
Δεύτερον, παρά την βάναυση
καταστολή του πρόσφατου κύματος διαμαρτυριών
στην χώρα, οι αρχές του Ιράν δεν φαίνεται να
αντιμετωπίζουν κάποια ουσιαστική αμφισβήτηση.
Αντιθέτως, η επίθεση που δέχθηκε η χώρα
διεγείρει τον ιρανικό εθνικισμό και προκαλεί
συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση, όσο μισητό κι
αν είναι το καθεστώς σε ορισμένα τμήματα της
κοινωνίας.
Τρίτον, η Ισλαμική
Δημοκρατία διαπνέεται από νοοτροπία που δεν
προσιδιάζει στα ορθολογικά δυτικά πρότυπα
διακυβέρνησης. Ο ηθικός κώδικας του σιιτικού
Ισλάμ, βασισμένος σε ακλόνητες μεταφυσικές
βεβαιότητες και γνωστός ως shahadat (“θάνατος
για την πίστη”), προτάσσει τους μάρτυρες και την
αυτοθυσία ως θέματα ύψιστης τιμής και ο
θρησκευτικός φανατισμός λειτουργεί σε μεγάλο
βαθμό ως συγκολλητική ουσία του ιρανικού
καθεστώτος.
Τέταρτον, ως απόρροια της
σιιτικής ταυτότητας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η
ιρανική ηγεσία δεν είχε ενδοιασμούς για την κατά
μέτωπο σύγκρουση με τις σουνιτικές μοναρχίες στα
δυτικά παράλια του Κόλπου και την διεύρυνση των
εχθροπραξιών σε περιφερειακή κλίμακα. Το δε
μένος για το Ισραήλ αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο
της ιδεολογίας του θεοκρατικού καθεστώτος
περίπου μισό αιώνα τώρα.
Πέμπτον, εκτός από την
αίσθηση εξαιρετισμού του Ιράν, έπρεπε να είχε
ληφθεί υπόψη η αποφασιστικότητα για περιφρούρηση
της ισλαμικής επανάστασης και επιβίωση του
θεοκρατικού καθεστώτος. Αυτό σημαίνει ότι η
ηγεσία της χώρας δεν φοβάται την διεθνή
απομόνωση και είναι έτοιμη να φτάσει στα άκρα,
χωρίς να υπολογίζει τις επιπτώσεις αυτής της
κρίσης στην Μέση Ανατολή, αλλά και στον υπόλοιπο
κόσμο.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο
Έκτον, μετά τον πόλεμο των
12 ημερών τον περασμένο Ιούνιο και τους
αμερικανικούς βομβαρδισμούς στις πυρηνικές του
εγκαταστάσεις, το Ιράν προέβη σε εντατική
προετοιμασία για την αναμενόμενη νέα σύγκρουση
με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Φρόντισε να
αναβαθμίσει τις επιχειρησιακές του ικανότητες
τόσο ως προς το οπλοστάσιό του, όσο και ως προς
την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεών του. Η
αποκέντρωση των στρατιωτικών μονάδων, όπως και η
ενίσχυσή τους με πόρους και διοικητική
αυτοτέλεια σε τοπικό επίπεδο, διασφαλίζουν το
αξιόμαχό τους σε περίπτωση απωλειών στα ανώτατα
κλιμάκια του κράτους.
Έβδομον, φαίνεται πως την
ανθεκτικότητα του Ιράν στην σύρραξη με τις
απείρως ισχυρότερες δυνάμεις των ΗΠΑ και του
Ισραήλ έχει ενισχύσει και η διακριτική
υποστήριξη της Τεχεράνης από την Ρωσία και την
Κίνα. Η Μόσχα φέρεται να δίνει στην Τεχεράνη
συντεταγμένες πιθανών στόχων, ενώ είναι πιθανό η
χρήση του κινεζικού συστήματος γεωεντοπισμού και
πλοήγησης BeiDou να συμβάλλει στην αυξημένη
ακρίβεια των ιρανικών πληγμάτων στις χώρες του
Κόλπου, όπως και στο Ισραήλ.
Όγδοον, είναι φανερό ότι,
παρά την συντριπτική υπεροχή της ισραηλινής και
αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας και τους
ανεμπόδιστους βομβαρδισμούς που υφίσταται το
Ιράν, το οπλοστάσιο της Ισλαμικής Δημοκρατίας
δεν έχει εξαλειφθεί ακόμη. Σ’ αυτό, ως βασικό
στρατηγικό πλεονέκτημα του ιρανικού καθεστώτος,
προστίθεται και ο ασύμμετρος πόλεμος φθοράς,
στον οποίο καταφεύγει. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι
και τα φθηνά drones του Ιράν έχουν καταφέρει σε
πολλές περιπτώσεις να διαπεράσουν την κατά πολύ
ακριβότερη αεράμυνα του Ισραήλ και των
γειτονικών χωρών στον Κόλπο.
Σε γεωστρατηγικό επίπεδο
Ένατον, το κλείσιμο των
Στενών του Ορμούζ πάντα ήταν ένα ισχυρό όπλο
στην φαρέτρα της Τεχεράνης και οι ΗΠΑ δεν είχαν
προετοιμαστεί επαρκώς γι ’αυτό το ενδεχόμενο. Εξ
ου οι εκ των υστέρων εκκλήσεις του Αμερικανού
προέδρου για εμπλοκή των δυτικών συμμάχων, παρά
το γεγονός ότι δεν τούς συμβουλεύτηκε – και ούτε
καν τους ενημέρωσε – πριν την επίθεση της 28ης
Φεβρουαρίου. Αυτό και μόνο καταδεικνύει ελλιπή
σχεδιασμό από τους επιτελείς του Τραμπ και του
Νετανιάχου.
Δέκατον, όλα δείχνουν ότι
το δίκτυο των πληρεξουσίων (proxies) του Ιράν
δεν έχει εξαρθρωθεί. Παρά την πτώση του
καθεστώτος Άσαντ στην Συρία και την αποδυνάμωση
της Χεζμπολάχ, το Ισραήλ εξακολουθεί να δέχεται
επιθέσεις από βορρά και δεσμεύει σημαντικούς
πόρους σ’ αυτό το μέτωπο. Οι δε Χούθι της
Υεμένης δεν έχουν μπει ακόμη στην εξίσωση και
παραμένουν ένα κρυφό ατού της Τεχεράνης εν όψει
ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης.
Καθίσταται σαφές, λοιπόν,
ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ – που γνωρίζει
το Ιράν όσο κανείς άλλος – αιφνιδιάστηκαν με την
ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος. Δεν
περίμεναν την ένταση και την έκταση των
αντιδράσεών του και προφανώς υποτίμησαν την
αποφασιστικότητά του. Διατυπώνονται, επίσης,
πολλά ερωτήματα για την νομιμότητα και την
πολιτική λογική αυτού του πολέμου. Πάντως,
ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της σύρραξης, οι
ιστορικοί του μέλλοντος θα κρίνουν αυστηρά τόσο
το καθεστώς του αμυνόμενου Ιράν όσο ακριβώς και
την αποτυχία του επιτιθέμενου
αμερικανοϊσραηλινού διδύμου να διαβάσει σωστά
τον αντίπαλό του.
(*) Ο Πλάμεν Τόντσεφ
είναι Επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών
στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων
(ΙΔΟΣ)
Πηγή: kreport.gr
|