|
Η
μεγαλύτερη ανησυχία της
τράπεζας δεν αφορά τις
παθητικές τοποθετήσεις,
αλλά τη συμπεριφορά των
ενεργών διαχειριστών
κεφαλαίων. Όπως τονίζει
χαρακτηριστικά, υπάρχει
ο κίνδυνος η Ελλάδα να
μετατραπεί σε μια
«αόρατη» αγορά εντός του
σύμπαντος των
ανεπτυγμένων αγορών, που
απλώς δεν θα προσελκύει
ουσιαστικό επενδυτικό
ενδιαφέρον.
Παθητικές ροές: λιγότερο
θετικές απ’ όσο
φαίνονται
Η
μετάβαση στις
ανεπτυγμένες αγορές
ενεργοποιεί μηχανικές
ανακατανομές κεφαλαίων.
Τα παθητικά funds που
ακολουθούν τον MSCI
Emerging Markets θα
αναγκαστούν να πουλήσουν
ελληνικές μετοχές, ενώ
αντίστοιχα τα funds που
παρακολουθούν δείκτες
ανεπτυγμένων αγορών θα
πρέπει να αγοράσουν.
Ωστόσο,
η HSBC αμφισβητεί την
άποψη ότι αυτό θα
οδηγήσει σε καθαρές
εισροές. Το βάρος της
Ελλάδας στους δείκτες DM
θα είναι αισθητά
χαμηλότερο σε σχέση με
το σημερινό της βάρος
στον MSCI EM, ενώ και ο
αριθμός των ελληνικών
μετοχών που θα
περιλαμβάνονται στον
βασικό δείκτη θα μειωθεί
– εκτιμάται ότι θα
περιοριστούν περίπου σε
πέντε, από οκτώ σήμερα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
και το γεγονός ότι η
αναβάθμιση του MSCI
συμπίπτει χρονικά με
κινήσεις και από άλλους
παρόχους δεικτών. Ο FTSE
Russell έχει ήδη
ανακοινώσει ότι θα
μεταφέρει την Ελλάδα από
τις Προηγμένες
Αναδυόμενες Αγορές στις
Ανεπτυγμένες, ενώ ο
STOXX ενδέχεται να
ακολουθήσει στην
επικείμενη αξιολόγησή
του τον Απρίλιο,
καθιστώντας τις
ελληνικές μετοχές
επιλέξιμες για δείκτες
όπως ο STOXX 600 και ο
Euro STOXX.
Παρά τις
πολλαπλές αυτές αλλαγές,
η HSBC εκτιμά ότι το
καθαρό αποτέλεσμα στις
ροές μπορεί τελικά να
είναι σχεδόν ουδέτερο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της αγοράς, η ένταξη
στον STOXX θα μπορούσε
να οδηγήσει σε αγορές
περίπου 1 δισ. δολαρίων,
ωστόσο οι αλλαγές σε
FTSE και MSCI ενδέχεται
να προκαλέσουν πωλήσεις
της τάξης των 400 εκατ.
και 500 εκατ. δολαρίων
αντίστοιχα, σε
συγκεκριμένες
ημερομηνίες.
Ο
κρίσιμος παράγοντας: τα
ενεργά funds
Για την
HSBC, το πραγματικό
στοίχημα βρίσκεται στη
στάση των ενεργών
επενδυτών. Όπως
σημειώνει, τα funds
αναδυόμενων αγορών θα
αναγκαστούν να
περιορίσουν ή να
μηδενίσουν την έκθεσή
τους στην Ελλάδα μόλις
αυτή πάψει να θεωρείται
EM, ενώ τα funds
ανεπτυγμένων αγορών
ενδέχεται να την
αγνοήσουν λόγω του πολύ
μικρού μεγέθους της.
Η
τράπεζα εκτιμά ότι
περίπου το 10% έως 20%
των funds δεν
επιτρέπεται από το
καταστατικό τους να
επενδύουν εκτός
benchmark. Σε ένα τέτοιο
πλαίσιο, η Ελλάδα
–εφόσον ενταχθεί στους
δείκτες DM– θα
συγκαταλέγεται στις
μικρότερες αγορές της
Ευρώπης. Ενδεικτικά, η
Εθνική Τράπεζα, η
μεγαλύτερη εισηγμένη
τράπεζα της χώρας, θα
κατατάσσεται περίπου στη
θέση 175 μεταξύ 245
χρηματοοικονομικών
εταιρειών του δείκτη
ανεπτυγμένων αγορών.
Οι
προβληματισμοί αυτοί
αποτέλεσαν βασικό λόγο
για τον οποίο η HSBC
υποβάθμισε την Ελλάδα σε
underweight στις αρχές
του έτους. Η απόφαση
αυτή, όπως αναφέρει,
προκάλεσε έντονο διάλογο
με τους πελάτες της,
κυρίως γύρω από το κατά
πόσο τα funds
ανεπτυγμένων αγορών θα
δείξουν πραγματικό
ενδιαφέρον για τις
ελληνικές μετοχές και
ειδικά για τις τράπεζες.
Αποτιμήσεις και timing
Το
βασικό αντεπιχείρημα που
ακούει η HSBC –κυρίως
από funds αναδυόμενων
αγορών– είναι ότι η
Ελλάδα θα προσελκύσει
επενδυτές DM λόγω
χαμηλότερων αποτιμήσεων,
ισχυρής πιστωτικής
επέκτασης και μιας
πειστικής διαρθρωτικής
ιστορίας.
Παρότι η
τράπεζα αναγνωρίζει τη
βελτίωση των θεμελιωδών
μεγεθών των ελληνικών
τραπεζών, θεωρεί ότι το
timing της αναβάθμισης
είναι προβληματικό. Οι
ευρωπαϊκές τραπεζικές
μετοχές έχουν ενισχυθεί
κατά περίπου 70% τον
τελευταίο χρόνο, ενώ
μετά το έντονο re-rating
της τελευταίας διετίας,
οι ελληνικές τράπεζες
δεν εμφανίζονται πλέον
ξεκάθαρα υποτιμημένες σε
όρους PB και ROE έναντι
των ευρωπαϊκών.
Επιπλέον, τα στοιχεία
παγκόσμιας τοποθέτησης
κεφαλαίων δεν είναι
ενθαρρυντικά. Περίπου το
60% των funds
αναδυόμενων αγορών έχουν
έκθεση στην Ελλάδα, όμως
μόνο το 7% των
παγκόσμιων funds και
μόλις το 5% αυτών έχουν
τοποθετήσεις στις
ελληνικές τράπεζες. Τα
αντίστοιχα ποσοστά για
τράπεζες μεγάλων
ευρωπαϊκών αγορών είναι
πολλαπλάσια.
Το
παράδειγμα του Ισραήλ
Η HSBC
κλείνει την ανάλυσή της
παραπέμποντας στο
παράδειγμα του Ισραήλ. Η
ισραηλινή αγορά
μετακινήθηκε από τον
MSCI EM στον DM το 2010,
με το βάρος της στους
δείκτες να μειώνεται
δραστικά – από 2,7% σε
μόλις 0,2%. Στα τρία
χρόνια που ακολούθησαν,
ο τζίρος στο
χρηματιστήριο του Τελ
Αβίβ μειώθηκε κατά
περίπου 50%, ενώ η αγορά
υποαπέδωσε σημαντικά
τόσο έναντι των
αναδυόμενων όσο και των
ανεπτυγμένων αγορών.
Κατά την
εκτίμηση της HSBC, η
Ελλάδα διατρέχει τον
κίνδυνο να ακολουθήσει
παρόμοια διαδρομή,
γεγονός που δικαιολογεί
τη διατήρηση της
επιφυλακτικής στάσης της
απέναντι στο
Χρηματιστήριο Αθηνών.


|