|
Σε όρους σύνθεσης
δεικτών, ο MSCI
Greece
αναμένεται να
περιλαμβάνει πέντε
μετοχές, με στάθμιση
περίπου 0,30% στον
MSCI
Europe
και 0,05% στον
MSCI
World.
Οι εκτιμώμενες καθαρές
παθητικές εισροές
υπολογίζονται σε περίπου
0,3 δισ. δολάρια, με
περιορισμένο αντίκτυπο
διάρκειας λίγων ημερών
στις επιμέρους μετοχές.
Ωστόσο, η Morgan
Stanley
υπογραμμίζει ότι η
σημασία της αναβάθμισης
δεν έγκειται τόσο στις
παθητικές ροές, όσο στη
διεύρυνση της
επενδυτικής βάσης. Παρά
το γεγονός ότι η Ελλάδα
είναι ήδη
overweight
σε χαρτοφυλάκια
επενδυτών της περιοχής
ΕΜΕΑ και των αναδυόμενων
αγορών, οι ενδείξεις
δείχνουν ότι πολλοί
επενδυτές σκοπεύουν να
διατηρήσουν την έκθεσή
τους, ακόμη και μετά την
έξοδο από τους σχετικούς
δείκτες.
Επιπλέον, ιστορικά
δεδομένα από μεταφορές
εισηγμένων εταιρειών σε
άλλες αγορές δείχνουν
ότι περίπου το 70%-75%
των κεφαλαίων διατηρούν
τις θέσεις τους μετά από
τέτοιες αλλαγές. Την
ίδια στιγμή, η συμμετοχή
των ευρωπαϊκών
funds
στις ελληνικές μετοχές
παραμένει χαμηλή, καθώς
μόλις το 12% έχει
σχετική έκθεση.
Παρά τη διόρθωση της
αγοράς —με τις ελληνικές
μετοχές να υποχωρούν
κατά περίπου 16% σε
όρους δολαρίου μετά την
έναρξη της κρίσης στη
Μέση Ανατολή— η τράπεζα
αποδίδει την πτώση
κυρίως σε αποτίμηση (de-rating),
λόγω υψηλού beta,
αυξημένης τοποθέτησης
επενδυτών, ανησυχιών για
στασιμοπληθωρισμό και
πιθανών επιπτώσεων στον
τουρισμό.
Ωστόσο, διατηρεί θετική
στάση, επισημαίνοντας
τέσσερις βασικούς
παράγοντες στήριξης: την
ισχυρή οικονομική
ανάπτυξη που υπερβαίνει
σημαντικά τον μέσο όρο
της ευρωζώνης, το υψηλό
πρωτογενές πλεόνασμα που
επιτρέπει δημοσιονομικά
μέτρα, τη βελτιωμένη
κερδοφορία των τραπεζών
μέσω αυξημένων
προμηθειών και
δανεισμού, καθώς και το
σημαντικό
discount
έναντι των ευρωπαϊκών
αγορών.
Στο πλαίσιο αυτό, η
Morgan
Stanley
προτείνει τοποθετήσεις
στην ελληνική αγορά
κυρίως μέσω του
τραπεζικού κλάδου,
εκτιμώντας ότι αποτελεί
τον βασικό μοχλό
αξιοποίησης της θετικής
μακροοικονομικής
δυναμικής.
|