|
«Αυτό αρκεί για να
στηρίξει ισχυρή αύξηση
κερδών (άνω του 10%) και
υψηλότερη αποτίμηση,
περίπου στις 16 φορές τα
κέρδη», ανέφεραν σε
σημείωμά τους οι
στρατηγικοί αναλυτές της
UBS,
Gerry
Fowler
και Sutanya
Chedda.
Οι προηγούμενοι στόχοι
της UBS
ήταν στις 630 μονάδες
για το 2026 και στις 680
μονάδες για το 2027.
Αυτές οι προβλέψεις
αντανακλούσαν μια αγορά
με περιορισμένη ηγεσία,
καθώς και ανησυχίες για
την αύξηση του κόστους
εισροών λόγω της
σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή.
Ωστόσο, οι αναλυτές της
UBS
σημειώνουν ότι «η
εκτίμηση αυτή πλέον
φαίνεται υπερβολικά
συντηρητική».
Η σημαντικότερη αλλαγή
αφορά το εύρος της
βελτίωσης. Οι θετικές
εξελίξεις «δεν
περιορίζονται πλέον μόνο
στους ημιαγωγούς και
στις εταιρείες που
επωφελούνται από την
τεχνητή νοημοσύνη»,
ανέφεραν οι αναλυτές.
Πλέον, κλάδοι όπως τα
είδη πολυτελείας, τα
καταναλωτικά βασικά
προϊόντα, οι
φαρμακευτικές εταιρείες,
οι τράπεζες και οι
βιομηχανικές
επιχειρήσεις εμφανίζουν
πιο σταθερές ή
βελτιούμενες προοπτικές
κερδών.
Αυτό, σύμφωνα με την
UBS,
καθιστά ολοένα πιο
δύσκολο να εντοπιστούν
σημαντικοί καθοδικοί
κίνδυνοι για τον δείκτη
στο σύνολό του.
Το μοντέλο αποτίμησης
της τράπεζας, το οποίο
λαμβάνει υπόψη
παράγοντες όπως οι τιμές
του χρυσού, οι
παραγγελίες στη
μεταποίηση της
Ευρωζώνης, οι αποδόσεις
των αμερικανικών 10ετών
ομολόγων και οι τιμές
του πετρελαίου, δείχνει
ότι ο Stoxx
600 μπορεί να συνεχίσει
να ανατιμάται, με τον
δείκτη αποτίμησης να
ενδέχεται να ξεπεράσει
τις 16 φορές τα κέρδη το
2027.
Η UBS
εκτιμά ότι η ηγεσία της
αγοράς θα παραμείνει
συγκεντρωμένη στις
εταιρείες που
επωφελούνται από την
τεχνητή νοημοσύνη, στις
τράπεζες και σε τμήματα
του βιομηχανικού κλάδου.
Οι συγκεκριμένοι κλάδοι
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 40%-50% του δείκτη
και συνεχίζουν να
εμφανίζουν τη μεγαλύτερη
δυναμική στις
αναθεωρήσεις των
εκτιμήσεων κερδοφορίας.
Παράλληλα, πρώην
υστερούντες κλάδοι, όπως
τα είδη πολυτελείας, οι
φαρμακευτικές εταιρείες
και ορισμένοι αμυντικοί
κλάδοι, αρχίζουν να
γίνονται ξανά ελκυστικοί
επενδυτικά, καθώς οι
προσδοκίες για τα κέρδη
σταθεροποιούνται και οι
αποτιμήσεις παραμένουν
ελκυστικές.
«Ο κλάδος της
αυτοκινητοβιομηχανίας
παραμένει ο πιο
ξεκάθαρος τομέας
επιφυλακτικότητας, όμως
αντιστοιχεί μόλις στο
1,3% της στάθμισης του
MSCI
Europe»,
σημείωσαν οι
Fowler
και Chedda.
Οι αναλυτές της
UBS
επισήμαναν επίσης τη
διαφοροποίηση μεταξύ
Νότιας και Βόρειας
Ευρώπης, με την Ισπανία,
την Ιταλία και την
Πορτογαλία να εμφανίζουν
ισχυρότερη πιστωτική
επέκταση, καλύτερη
καταναλωτική
δραστηριότητα και
μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
των νοικοκυριών σε σχέση
με τις πιο αδύναμες
ενδείξεις στη Γερμανία,
τη Γαλλία και το Ηνωμένο
Βασίλειο.
Η UBS
διευκρίνισε ότι η
εκτίμησή της «δεν
αποτελεί έκκληση για
υπερβολική αισιοδοξία»,
αλλά αντίθετα «έκκληση
για λιγότερη
επιφυλακτικότητα», καθώς
το μακροοικονομικό
περιβάλλον στην Ευρώπη
παραμένει αδύναμο σε
σχέση με άλλες μεγάλες
οικονομίες, με χαμηλή
ανάπτυξη και τις
επιπτώσεις του
ενεργειακού σοκ από τη
Μέση Ανατολή να
εξακολουθούν να
επηρεάζουν την
οικονομία.
Τα αποτελέσματα δεύτερου
τριμήνου των ευρωπαϊκών
εταιρειών αναμένεται να
αποτελέσουν σημαντικό
τεστ για το κατά πόσο η
πρόσφατη βελτίωση του
επενδυτικού κλίματος
είναι διατηρήσιμη.
Οι επενδυτές, σύμφωνα με
την UBS,
θα επικεντρωθούν κυρίως
σε τρία σημεία: εάν
συνεχιστούν οι
αναβαθμίσεις που
σχετίζονται με την
τεχνητή νοημοσύνη, εάν
οι τράπεζες συνεχίσουν
να εμφανίζουν ισχυρές
επιδόσεις και εάν οι
αμυντικοί κλάδοι
σταθεροποιήσουν τις
προοπτικές τους.
|