|
Αναλυτικά:
Η ενίσχυση του ευρώ
δημιουργεί μια νέα
πρόκληση για την
ανταγωνιστικότητα της
Ευρώπης. Το τελευταίο
διάστημα, ολοένα και
περισσότεροι Ευρωπαίοι
πολιτικοί ηγέτες και
εκπρόσωποι της
βιομηχανίας εκφράζουν
έντονη ανησυχία για τη
σημαντική ανατίμηση του
ενιαίου νομίσματος.
Το
μήνυμα που εκπέμπεται
είναι ξεκάθαρο: ένα
ισχυρό ευρώ δεν συνιστά
κατ’ ανάγκη ένδειξη
υγιούς ευρωπαϊκής
οικονομίας. Αντίθετα,
αντανακλά συχνά ασταθείς
και αντιφατικές
πολιτικές επιλογές,
καθώς και τις
γεωπολιτικές εντάσεις
που επικρατούν διεθνώς.
Παράλληλα, όμως,
επιβαρύνει ουσιαστικά
τις εξαγωγικές
επιχειρήσεις και τη
βιομηχανία της ηπείρου.
Με άλλα
λόγια, πέρα από το
χρόνιο πρόβλημα του
υψηλού ενεργειακού
κόστους που αποδυναμώνει
τη διεθνή θέση της
Ευρώπης, η ανατίμηση του
ευρώ περιορίζει
περαιτέρω την
ανταγωνιστικότητα των
ευρωπαϊκών προϊόντων σε
αγορές όπου κυριαρχεί το
δολάριο.
Για
πολλούς κλάδους —από τη
βιομηχανική παραγωγή έως
την ενεργοβόρα
μεταποίηση— η εξέλιξη
αυτή προσθέτει πρόσθετες
πιέσεις σε μια περίοδο
όπου τα περιθώρια
κέρδους είναι ήδη
περιορισμένα και ο
παγκόσμιος ανταγωνισμός
ιδιαίτερα έντονος.
Δεν
πρόκειται απλώς για μια
συνηθισμένη νομισματική
διακύμανση. Αντιθέτως,
αποτελεί μια ακόμη
ένδειξη ότι η Ευρώπη
οφείλει να επιταχύνει
τις πολιτικές που
ενισχύουν τη βιομηχανική
ανθεκτικότητα, τη
στρατηγική αυτονομία και
τον δίκαιο ανταγωνισμό
σε διεθνές επίπεδο.
Η μείωση
των εξαρτήσεων, η
ενδυνάμωση της
εσωτερικής αγοράς και η
αξιοποίηση κατάλληλων
εργαλείων πολιτικής
μπορούν να αποτελέσουν
μέρος μιας
μακροπρόθεσμης
απάντησης, πέρα από τη
διαρκή πρόκληση του
ενεργειακού κόστους.
Η Ευρώπη
διαθέτει τις δεξιότητες
και το ανθρώπινο
κεφάλαιο. Αυτό που
απαιτείται είναι ένα
θεσμικό και οικονομικό
πλαίσιο που να επιτρέπει
στις ευρωπαϊκές
βιομηχανίες όχι μόνο να
ανταγωνίζονται, αλλά και
να διακρίνονται σε
παγκόσμιο επίπεδο.
|