|
Μετά την
έγκριση του νόμου, θα
ακολουθήσει η δημιουργία
των απαραίτητων
μηχανισμών και υποδομών,
ώστε η πρώτη υποβολή και
διαβίβαση των στοιχείων
να πραγματοποιηθεί το
2027.
Ωστόσο,
πρόκειται περισσότερο
για ένα αρχικό –ή όπως
χαρακτηρίζεται, «μισό»–
βήμα προς τον
αποτελεσματικό έλεγχο
και τη φορολόγηση των
κεφαλαίων που
επενδύονται σε
κρυπτονομίσματα. Και
αυτό διότι, αφενός, ο
αριθμός των χωρών που θα
συμμετάσχουν στο σύστημα
ανταλλαγής πληροφοριών
παραμένει περιορισμένος,
γεγονός που επιτρέπει
στους επενδυτές να
κατευθυνθούν σε άλλες
δικαιοδοσίες. Αφετέρου,
η υποχρέωση παροχής
στοιχείων αφορά κυρίως
τα χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα, ενώ υφίστανται
–ή αναμένεται να
εμφανιστούν– κατηγορίες
παρόχων υπηρεσιών
κρυπτοστοιχείων που δεν
καλύπτονται από τον
υφιστάμενο ορισμό και
συνεπώς δεν υποχρεούνται
σε διαβίβαση δεδομένων.
Στόχος η
φοροδιαφυγή και το
«μαύρο» χρήμα
Κεντρικός στόχος της
ανταλλαγής πληροφοριών
είναι η αντιμετώπιση της
φοροδιαφυγής και του
ξεπλύματος χρήματος. Οι
φορολογικές αρχές κάθε
χώρας θα έχουν τη
δυνατότητα να ελέγχουν
εάν τα ποσά που
εμφανίζεται να έχει
επενδύσει ένας
φορολογούμενος σε
κρυπτονομίσματα
προέρχονται από
εισοδήματα που έχουν
δηλωθεί.
Σε
περιπτώσεις όπου
διαπιστώνεται ότι το
αρχικό κεφάλαιο της
επένδυσης δεν
δικαιολογείται από τα
δηλωθέντα εισοδήματα, ο
φορολογούμενος θα
βρίσκεται αντιμέτωπος με
κατηγορίες τόσο για
φοροδιαφυγή όσο και για
νομιμοποίηση εσόδων από
παράνομες
δραστηριότητες.
Όσον
αφορά τη φορολόγηση των
crypto, το εγχείρημα
παραμένει σύνθετο. Το
υπουργείο Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών έχει
συγκροτήσει δύο ειδικές
επιτροπές για τη
διερεύνηση των
δυνατοτήτων και των
μεθόδων φορολόγησης των
κρυπτονομισμάτων, χωρίς
ωστόσο να έχει υπάρξει
κατάληξη εδώ και σχεδόν
δύο χρόνια.
Βασική
αιτία της καθυστέρησης
είναι η δυσκολία
εντοπισμού τόσο των
επενδυτών όσο και των
κεφαλαίων που
τοποθετούνται σε crypto,
με απώτερο στόχο τη
φορολόγηση της υπεραξίας
–εφόσον υφίσταται– με
συντελεστή κοντά στο
15%, σύμφωνα με το
επικρατέστερο σενάριο. Η
ανεύρεση αυτών των
στοιχείων αποτελεί και
τον βασικό σκοπό του υπό
συζήτηση νομοσχεδίου.
Τα
στοιχεία που θα
ανταλλάσσονται από το
2027
Στο
πλαίσιο της συμφωνίας,
προσδιορίζονται
αναλυτικά τα δεδομένα
που θα διαβιβάζονται
μεταξύ των φορολογικών
αρχών, τα οποία
περιλαμβάνουν, μεταξύ
άλλων:
Τα
στοιχεία ταυτοποίησης
του φορολογούμενου
(ονοματεπώνυμο,
διεύθυνση, φορολογική
κατοικία, ΑΦΜ,
ημερομηνία και τόπο
γέννησης για φυσικά
πρόσωπα).
Την
επωνυμία, τη διεύθυνση
και τον αριθμό
αναγνώρισης του παρόχου
υπηρεσιών
κρυπτοστοιχείων που
υποβάλλει τα στοιχεία.
Το είδος
και την πλήρη ονομασία
κάθε σχετικού
κρυπτοστοιχείου για το
οποίο πραγματοποιήθηκαν
συναλλαγές.
Τα
συνολικά ακαθάριστα
ποσά, τον αριθμό μονάδων
και τον αριθμό
συναλλαγών για αγορές
και πωλήσεις έναντι
παραστατικού νομίσματος.
Την
πραγματική εμπορική αξία
και τα αντίστοιχα μεγέθη
για συναλλαγές
ανταλλαγής μεταξύ
διαφορετικών
κρυπτοστοιχείων.
Στοιχεία
για πληρωμές λιανικής,
μεταφορές και
διαβιβάσεις σε
πορτοφόλια που δεν
συνδέονται με γνωστούς
παρόχους ή
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα.
Οι
βασικοί ορισμοί των
crypto
Παράλληλα, το νομοσχέδιο
θεσπίζει σαφείς ορισμούς
για τα κρυπτοστοιχεία.
Ως «κρυπτοστοιχείο»
ορίζεται κάθε ψηφιακή
αναπαράσταση αξίας που
βασίζεται σε τεχνολογία
κατανεμημένου καθολικού
ή παρόμοια κρυπτογραφικά
ασφαλή μέθοδο επικύρωσης
συναλλαγών.
Ως
«σχετικό κρυπτοστοιχείο»
χαρακτηρίζεται κάθε
crypto που δεν αποτελεί
ψηφιακό νόμισμα
κεντρικής τράπεζας, ούτε
συγκεκριμένο προϊόν
ηλεκτρονικού χρήματος,
και το οποίο μπορεί να
χρησιμοποιηθεί είτε για
πληρωμές είτε για
επενδυτικούς σκοπούς.
Επιπλέον,
αποσαφηνίζονται οι
έννοιες του ψηφιακού
νομίσματος κεντρικής
τράπεζας και του
συγκεκριμένου προϊόντος
ηλεκτρονικού χρήματος,
το οποίο συνδέεται άμεσα
με παραστατικό νόμισμα,
εκδίδεται έναντι
χρηματικών ποσών και
είναι ανά πάσα στιγμή
εξαγοράσιμο στην
ονομαστική του αξία.
|