|
Ο αναλυτής του
Brookings
Institution,
Μάικλ Ο'Χάκλον,
σημειώνει ότι κανένα από
τα σενάρια αυτά δεν
συγκεντρώνει υψηλές
πιθανότητες υλοποίησης
αυτή τη στιγμή,
υπογραμμίζοντας ωστόσο
ότι οι εξελίξεις μπορούν
να αλλάξουν γρήγορα.
Όπως επισημαίνει, κάθε
επιλογή συνοδεύεται από
σοβαρούς κινδύνους.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ,
οι απόψεις διίστανται.
Πολιτικοί όπως ο
Λίντσεϊ Γκράχαμ
και ο
Κιθ Κέλογκ
υποστηρίζουν ότι μια πιο
δυναμική στρατιωτική
στάση θα μπορούσε να
αναγκάσει την Τεχεράνη
σε υποχώρηση. Από την
άλλη πλευρά, τόσο
Ρεπουμπλικανοί όσο και
Δημοκρατικοί εκφράζουν
έντονες επιφυλάξεις,
φοβούμενοι το κόστος και
τις συνέπειες μιας
τέτοιας επιλογής.
Ένα από τα βασικά
ζητήματα που εγείρονται
αφορά τη φύση του
σύγχρονου πεδίου μάχης.
Όπως επισημαίνεται, μια
πιθανή σύγκρουση θα
εξελισσόταν σε
περιβάλλον με εκτεταμένη
χρήση μη επανδρωμένων
συστημάτων, κάτι που
διαφοροποιεί ριζικά τις
επιχειρησιακές συνθήκες
σε σχέση με παλαιότερους
πολέμους. Παράλληλα, το
Ιράν έχει αφήσει ανοιχτό
το ενδεχόμενο
ναρκοθέτησης στον
Περσικό Κόλπο,
εντείνοντας τους φόβους
για μεγάλες απώλειες.
Η ανησυχία αποτυπώνεται
και σε δηλώσεις
πολιτικών, όπως της
γερουσιαστή
Λίζα Μουρκόφσκι,
η οποία ασκεί κριτική
στην έλλειψη σαφούς
ενημέρωσης από την
κυβέρνηση για τους
στόχους και την έκταση
των επιχειρήσεων. Όπως
ανέφερε, εξετάζεται
ακόμη και η ανάγκη
θεσμικής έγκρισης για
τυχόν στρατιωτική δράση,
ώστε να καθοριστεί
ξεκάθαρος στρατηγικός
στόχος.
Στο μεταξύ, το
Πεντάγωνο έχει
ήδη ενισχύσει τη
στρατιωτική παρουσία
στην περιοχή,
αποστέλλοντας μονάδες
Πεζοναυτών με χιλιάδες
στρατιώτες,
συνοδευόμενες από
αεροπορικά και αποβατικά
μέσα. Η κινητοποίηση
αυτή προστίθεται στις
ήδη αυξημένες δυνάμεις
που είχαν αναπτυχθεί
πριν από την έναρξη της
πρόσφατης στρατιωτικής
εκστρατείας.
Παρά τη στρατιωτική
ενίσχυση, η επίσημη
γραμμή παραμένει ότι δεν
υπάρχει πρόθεση για
άμεση ανάπτυξη χερσαίων
δυνάμεων. Ο πρόεδρος της
Βουλής των Αντιπροσώπων
Μάικ Τζόνσον
υπογράμμισε ότι η
συγκέντρωση στρατευμάτων
λειτουργεί κυρίως ως
μήνυμα αποτροπής,
καλώντας το Ιράν να
λάβει σοβαρά υπόψη τη
δυναμική αυτή.
Σε διπλωματικό επίπεδο,
η Ουάσιγκτον εξακολουθεί
να δηλώνει ότι επιδιώκει
λύση μέσω διαλόγου. Ο
Τραμπ έχει επανειλημμένα
τονίσει ότι βρίσκονται
σε εξέλιξη συνομιλίες,
ενώ πρόσφατα έδωσε
παράταση στο τελεσίγραφο
προς την Τεχεράνη για το
άνοιγμα των Στενών του
Ορμούζ.
Ωστόσο, ειδικοί
προειδοποιούν ότι μια
ενδεχόμενη μετάβαση από
αεροπορικές επιχειρήσεις
σε χερσαίο πόλεμο θα
άλλαζε δραματικά τους
όρους της σύγκρουσης.
Όπως επισημαίνει ο
Μπράντλεϊ Μπόουμαν,
ένα τέτοιο βήμα θα
περιόριζε τα συγκριτικά
πλεονεκτήματα των ΗΠΑ
και θα αύξανε σημαντικά
τον κίνδυνο απωλειών.
Την ίδια στιγμή,
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι
εκφράζουν έντονη
ανησυχία, εκτιμώντας ότι
μια χερσαία επέμβαση στο
Ιράν θα μπορούσε να
οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη
κλιμάκωση, με σοβαρές
περιφερειακές και
διεθνείς συνέπειες.
|