Όσον
αφορά την ευρωπαϊκή
αγορά ομολόγων, η JP
Morgan επισημαίνει ότι η
απόδοση των γερμανικών
ομολόγων εμφάνισε
απότομη επίπεδη καμπύλη
την τελευταία εβδομάδα,
αντιστρέφοντας τη
bearish τάση που
επικρατούσε από τις
αρχές Μαρτίου. Τα
γερμανικά ομόλογα
ξεπέρασαν σε απόδοση τα
αντίστοιχα αμερικανικά
στις μεσοπρόθεσμες και
μακροπρόθεσμες
διάρκειες, ακολουθώντας
την πρόσφατη πτώση των
τιμών τους. Η μετατόπιση
από bearish σε bullish
διάθεση πιθανότατα
αντικατοπτρίζει τη
στροφή της αγοράς από
τις αυξημένες δαπάνες
προς τις επικείμενες
δασμολογικές
ανακοινώσεις στις ΗΠΑ
στις αρχές Απριλίου.
Από την
ανακοίνωση του μεγάλου
δημοσιονομικού πακέτου
της Γερμανίας για άμυνα
και υποδομές στις αρχές
Μαρτίου, οι αγορές έχουν
αρχίσει να προεξοφλούν
μία ισχυρή οικονομική
ανάκαμψη στην ευρωζώνη,
αναμένοντας
περιορισμένους κινδύνους
για την εφαρμογή των
φιλόδοξων σχεδίων.
Ωστόσο, η JP Morgan
εκτιμά ότι αυτή η
αισιοδοξία θα δοκιμαστεί
από ενδεχόμενες
δασμολογικές κινήσεις
των ΗΠΑ, οι οποίες θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
την πολιτική της ΕΚΤ και
να οδηγήσουν σε
αναθεωρήσεις των
προσδοκιών για
μελλοντική νομισματική
χαλάρωση.
Η
αμερικανική τράπεζα
υιοθετεί επιφυλακτική
στάση έναντι των spreads
εντός της ευρωζώνης,
λόγω των υψηλών
αποτιμήσεων και της
σταθερής overweight
τοποθέτησης των
επενδυτών. Σύμφωνα με
την ανάλυσή της, τα
spreads των κρατικών
ομολόγων της ευρωζώνης
είναι υπερτιμημένα κατά
περίπου 5 μονάδες βάσης.
Οι ανακοινώσεις των
δασμών των ΗΠΑ θα
μπορούσαν να
αποδυναμώσουν το θετικό
αφήγημα της αγοράς,
επιφέροντας κινήσεις
αποφυγής ρίσκου
(risk-off), ενισχύοντας
τη στρατηγική
underweight της τράπεζας
για την περιοχή.
Σε
μακροοικονομικό επίπεδο,
η JP Morgan έχει
αναθεωρήσει τις
εκτιμήσεις της για την
ανάπτυξη στην ευρωζώνη,
αναμένοντας αύξηση 0,4%
το 2025 (έναντι
προηγούμενης πρόβλεψης
-0,1%) και 1,5% το 2026
(από 0,4%). Η
δημοσιονομική τόνωση στη
Γερμανία αναμένεται να
αυξήσει το ΑΕΠ της κατά
1,3% το 2025 και 1,4% το
2026. Παρόλα αυτά, οι
διαρθρωτικές προκλήσεις
της ευρωζώνης, όπως η
έλλειψη Ένωσης
Κεφαλαιαγορών και
Τραπεζικής Ένωσης, οι
χαμηλές επενδύσεις, η
γήρανση του πληθυσμού
και η αδύναμη
παραγωγικότητα,
εξακολουθούν να
δημιουργούν αντίξοες
συνθήκες.
Overweight στάση στην
Ελλάδα
Μέσα σε
αυτό το πλαίσιο, η JP
Morgan διατηρεί μια
διαφοροποιημένη στάση
για την Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, επιλέγει
τα ελληνικά ομόλογα ως
μία από τις κορυφαίες
overweight τοποθετήσεις
μεσοπρόθεσμα, βασιζόμενη
σε τρεις βασικούς
παράγοντες:
Ισχυρά
μακροοικονομικά και
δημοσιονομικά μεγέθη.
Σταθερό
πολιτικό περιβάλλον.
Περιορισμένες
χρηματοδοτικές ανάγκες
για το υπόλοιπο του
2025, χάρη στη
στρατηγική
εμπροσθοβαρούς
δανεισμού.
Επιπλέον, η JP Morgan
τονίζει ότι η Ελλάδα
έχει έναν από τους
υψηλότερους αμυντικούς
προϋπολογισμούς στην
ευρωζώνη, υπερβαίνοντας
το 3% του ΑΕΠ το 2024.
Ως εκ τούτου, εκτιμά ότι
οποιαδήποτε μελλοντική
αύξηση των αμυντικών
δαπανών θα είναι
σταδιακή και δεν θα έχει
άμεσο αρνητικό αντίκτυπο
στις χρηματοδοτικές
ανάγκες της χώρας.
Για τους
επενδυτές που αναζητούν
αποδόσεις μέσω
overweight τοποθέτησης
στην Ελλάδα, η JP Morgan
επισημαίνει ότι τα
ελληνικά ομόλογα με
διάρκεια 5-15 έτη
παραμένουν ελκυστικά,
προσφέροντας τις
υψηλότερες πιθανότητες
θετικών αποδόσεων σε
σχέση με άλλα κρατικά
ομόλογα της ευρωζώνης. Η
τράπεζα διατηρεί επίσης
overweight στάση για τα
ισπανικά ομόλογα.
Παράλληλα, διατηρεί την
εκτίμησή της ότι τα
ελληνικά spreads θα
κινηθούν γύρω από τα
80-85 μονάδες βάσης,
παραμένοντας χαμηλότερα
από τα ιταλικά.
Συγκεκριμένα, αναμένει
ότι τα spreads θα
φτάσουν τις 85 μ.β. τον
Ιούνιο του 2025, τις 85
μ.β. τον Σεπτέμβριο, τις
80 μ.β. τον Δεκέμβριο
και θα διατηρηθούν στις
80 μ.β. τον Μάρτιο του
2026.
Στο
μέτωπο της οικονομίας, η
JP Morgan προβλέπει
ανάπτυξη 2,3% για την
Ελλάδα το 2025,
πληθωρισμό 2,4%,
πρωτογενές πλεόνασμα
2,9% και έλλειμμα
τρεχουσών συναλλαγών στο
7,5% του ΑΕΠ. Επίσης,
εκτιμά ότι ο δείκτης
χρέους προς ΑΕΠ θα
μειωθεί σημαντικά στο
147%, επιβεβαιώνοντας τη
θετική εικόνα της χώρας
στις διεθνείς αγορές.

|