Στο 0,8%
το κενό είσπραξης
φορολογικών οφειλών
Το ΓΠΚΒ
τονίζει ότι «το
κενό είσπραξης οφειλών
προς τη Φορολογική
Διοίκηση, το
οποίο μετρά τη διαφορά
ανάμεσα στη φορολογική
επιβάρυνση που
επιβάλλεται στους
φορολογούμενους και το
βάρος που εκείνοι τελικά
αναλαμβάνουν, διαμορφώθηκε
το 2024 στο 0,8%,
αγγίζοντας το χαμηλότερο
ποσοστό από το 2000 και
αντανακλώντας την
ενίσχυση της
εισπρακτικής απόδοσης
της Φορολογικής
Διοίκησης».
Το 2024
μάλιστα, που το κενό
είσπραξης αγγίζει το
χαμηλότερό του σημείο
(0,8%), παρατηρείται
μείωση του συνολικού
ληξιπρόθεσμου χρέους
προς το δημόσιο σε
ετήσια βάση κατά 7%.
Χαμηλότερο το κεφαλαιακό
απόθεμα
Το ΓΠΚΒ
υπολόγισε ότι το
κεφαλαιακό απόθεμα της
ελληνικής οικονομίας ήταν
πέρυσι κατά 9,4%
χαμηλότερο σε σχέση με
το 2010 (657,2
δις. ευρώ έναντι 725,7
δις. ευρώ, αντίστοιχα).
Αυτό το
κενό θα μπορούσε
να καλυφθεί το 2030, αν
οι επενδύσεις αυξηθούν
με έναν μέσο ετήσιο
ρυθμό της τάξης του 6,6% που
ήταν ο μέσος όρος της
περιόδου 2017-2024.
Σε ένα
πιο συντηρητικό σενάριο, αν
οι επενδύσεις «τρέξουν»
με ετήσιο ρυθμό 4%, τότε
το κενό θα κλείσει το
2036. «Με
ισχυρότερους ρυθμούς
επένδυσης η οικονομία
προσθέτει ταχύτερα το
νέο κεφάλαιο που απώλεσε
κατά την διάρκεια της
κρίσης», σημειώνει.
Ο
αντίκτυπος των δασμών
Αναφορικά με τους
αμερικανικούς δασμούς
25% στον χάλυβα και το
αλουμίνιο, το ΓΠΚΒ
αναφέρει ότι η εμπειρία
με τους δασμούς που
είχαν επιβληθεί το 2018,
στην πρώτη θητεία του
Τραμπ, οι ελληνικές
εξαγωγές αλουμινίου δεν
φαίνεται να
επηρεάστηκαν, σε
αντίθεση με τις εξαγωγές
χάλυβα, κάτι στο οποίο
συνέβαλε και ο
χαμηλότερος τότε δασμός
στο αλουμίνιο (10%
έναντι 25% στον χάλυβα).
Κύρια σημεία
της Τριμηνιαίας
Έκθεσης (Μάρτιος 2025)
Η Ελληνική οικονομία το
2024 κατέγραψε
υπερδιπλάσιο ρυθμό
ανάπτυξης σε σχέση με
την Ευρωζώνη, καθώς το
ΑΕΠ της Ελλάδας συνολικά
για το έτος αυξήθηκε
κατά 2,3%, ενώ
παρουσίασε αύξηση 2,6%
το τέταρτο τρίμηνο του
2024 σε σχέση με το
τέταρτο τρίμηνο του 2023,
σύμφωνα με τα προσωρινά
στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Σε
αυτή την σημαντικά
θετική επίδοση του ΑΕΠ
συνετέλεσαν η αύξηση των
εξαγωγών αγαθών και
υπηρεσιών (3,6%
συνολικά, 5,9% για
υπηρεσίες και 1,6% για
αγαθά) και η αύξηση των
επενδύσεων παγίου
κεφαλαίου κατά 9,0%. Η
ιδιωτική κατανάλωση
παρουσίασε μικρή
επιβράδυνση του ρυθμού
αύξησης καταγράφοντας
0,8% ετησίως για το
τέταρτο τρίμηνο του
2024, ενώ για το 2024
συνολικά εξακολουθεί να
παρουσιάζει
ανθεκτικότητα με τον
ρυθμό αύξησης να
καταγράφεται στο 2,1%.
Αρνητική ήταν η συμβολή
της δημόσιας κατανάλωσης
(-3,4%) και των
εισαγωγών αγαθών και
υπηρεσιών (αύξηση 2,4%
συνολικά).
Ο οίκος
Moody’s, ο τελευταίος
από τους τρεις μεγάλους
οίκους αξιολόγησης, αναβάθμισε
το αξιόχρεο της χώρας στην
κατηγορία της
επενδυτικής βαθμίδας,
ενώ είχε προηγηθεί η
αναβάθμιση εντός της
επενδυτικής βαθμίδας από
τους οίκους Scope και
DBRS. Οι αναβαθμίσεις
του αξιόχρεου της
Ελλάδας δημιουργούν
ευνοϊκότερες συνθήκες
χρηματοδότησης για το
σύνολο της εθνικής
οικονομίας.
Οι
επενδύσεις και η
παραγωγικότητα με έμφαση
σε εξαγωγικούς τομείς
υψηλής προστιθέμενης
αξίας σε συνδυασμό με
επιτάχυνση των
μεταρρυθμίσεων σε όλο το
φάσμα της οικονομίας
αποτελούν τον μοχλό για
την βελτίωση του
ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών, το οποίο
παρουσιάζει επιδείνωση
για το 2024, και την
ταχύτερη σύγκλιση του
πραγματικού εισοδήματος
των πολιτών προς τον
μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η παγκόσμια οικονομία
κλυδωνίζεται εξαιτίας
της εντεινόμενης
γεωπολιτικής και
οικονομικής αβεβαιότητας
που πηγάζει από τον φόβο
ενός απρόβλεπτου
εμπορικού πολέμου μεταξύ
ΗΠΑ, ΕΕ και Κίνας. Μία
ενδεχόμενη ειρηνευτική
συμφωνία στην Ουκρανία
θα αφαιρούσε μία
σημαντική πηγή
παγκόσμιας γεωπολιτικής
και οικονομικής
αβεβαιότητας και
συνακόλουθα θα
αποτελούσε παράγοντα που
θα συνεισφέρει θετικά
στην μελλοντική ανάπτυξη
στην Ευρώπη και κατ’
επέκταση και στη χώρα
μας.
Οι
προστατευτικές πολιτικές
και οι δασμοί απειλούν
το παγκόσμιο εμπόριο,
ενώ οι γεωπολιτικές
εντάσεις επιβαρύνουν τις
εφοδιαστικές αλυσίδες,
ενισχύοντας τον
πληθωρισμό. Το Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο συμφώνησε, στο
πλαίσιο της ενίσχυσης
της αμυντικής αυτονομίας
της ΕΕ, σε ένα πακέτο
αμυντικών δαπανών ύψους
800 δισ. ευρώ σε βάθος
τετραετίας που θα
χρηματοδοτηθεί με 150
δισ. ευρώ από Ευρωπαϊκό
δανεισμό μέσω του
εργαλείου SAFE, και τους
εθνικούς προϋπολογισμούς
με την ευελιξία που θα
δοθεί με την
ενεργοποίηση της ρήτρας
διαφυγής. Η
ιστορική συμφωνία στην
Γερμανική Βουλή για την
χαλάρωση του φρένου
χρέους, οδηγεί
σε μία πρωτόγνωρη για
την χώρα αυτή
δημοσιονομική επέκταση
ύψους 500 δισ. ευρώ,
αφενός δημιουργώντας
προσδοκίες ανάκαμψης από
την στασιμότητα για την
μεγαλύτερη οικονομία της
Ευρωζώνης και αφετέρου
σηματοδοτώντας αλλαγή
μοντέλου της οικονομικής
πολιτικής της χώρας
αυτής, με ευνοϊκές
συνέπειες για την
Ευρωπαϊκή και Ελληνική
οικονομία.
Στο
ιδιαίτερα ρευστό αυτό
γεωπολιτικό και
οικονομικό περιβάλλον
που διαμορφώνεται σε
διεθνές επίπεδο, το
Γραφείο αξιολογεί ως
πρώτη προτεραιότητα την
συνέχιση της ταχείας
μείωσης του δημοσίου
χρέους η οποία ενισχύει
την εκλαμβανόμενη
αξιοπιστία της
οικονομικής πολιτικής (επισημαίνουμε
ότι ένας παράγοντας που
οδήγησε στις πρόσφατες
αναβαθμίσεις από τους
οίκους αξιολόγησης ήταν
η πορεία του δημόσιου
χρέους). Σε αυτό το
πλαίσιο, ο
δημοσιονομικός χώρος ο
οποίος δύναται να
προκύψει από την
Ευρωπαϊκή συμφωνία για
τις αμυντικές δαπάνες θα
μπορούσε, ανάλογα με το
εύρος που θα έχει, να
αξιοποιηθεί επίσης για πολιτικές
που ενισχύουν την
παραγωγική δυναμικότητα
της Ελληνικής οικονομίας
όπως η ελάφρυνση των
φορολογικών βαρών της
μισθωτής εργασίας.
Highlight στην Έκθεση
του ΓΠΚΒ οι Άμεσες
Επιπτώσεις της
Αναμενόμενης Νέας
Δασμολογικής Πολιτικής
των ΗΠΑ στις Ελληνικές
Εξαγωγές Χάλυβα και
Αλουμινίου, εξεταζόμενες
με βάση ένα ανάλογο
“πείραμα επιβολής
δασμών” που έγινε το
2018 και περιελάμβανε
μια παρόμοια μεταβολή
στη δασμολογική πολιτική
των ΗΠΑ, με επιβολή
δασμού 25% στις
εισαγωγές χάλυβα και 10%
στις εισαγωγές
αλουμινίου (καταργήθηκαν
το 2021).
Οι
κλάδοι χάλυβα και
σιδήρου, και αλουμινίου
αποτελούν σημαντικούς
πυλώνες της βαριάς
βιομηχανίας της χώρας
μας, με τις επιχειρήσεις
που δραστηριοποιούνται
στους κλάδους αυτούς να
αποτελούν σημαντικούς
εργοδότες στην Ελληνική
οικονομία. Ο κλάδος του
αλουμινίου, ειδικότερα,
χαρακτηρίζεται από υψηλό
βαθμό εξωστρέφειας και
περιλαμβάνει μεγάλες
βιομηχανικές μονάδες
έντασης κεφαλαίου για
την παραγωγή πρώτης ύλης
καθώς και μικρές
βιοτεχνίες έντασης
εργασίας που
δραστηριοποιούνται στην
κατασκευή και τοποθέτηση
οικοδομικών προϊόντων
από αλουμίνιο.
Η
επιβολή δασμού 25% στις
εισαγωγές των ΗΠΑ το
2018 συνδέεται με μια
σχετικά υψηλή ευαισθησία
των Ελληνικών εξαγωγών
σιδήρου και χάλυβα στις
ΗΠΑ στην αύξηση των
δασμών κατά 25% στη χώρα
αυτή. Αυτή η ευαισθησία
δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη
ότι ο κλάδος δεν είχε
την ευελιξία στην
επέκταση σε νέες ή
υπάρχουσες εξαγωγικές
αγορές. Από την άλλη
μεριά, η επιβολή δασμού
10% από τις ΗΠΑ στο
αλουμίνιο το 2018 δεν
είχε επιπτώσεις στις
Ελληνικές εξαγωγές
αλουμινίου στη χώρα
αυτή.
Συμπερασματικά, με βάση
το “πείραμα” του 2018
της επιβολής 25% δασμού
στις εισαγωγές χάλυβα
και σιδήρου και κατά 10%
στις εισαγωγές
αλουμινίου, οι Ελληνικές
εξαγωγές χάλυβα και
σιδήρου στις ΗΠΑ ήταν
πιο ευαίσθητες σε σχέση
με τις εξαγωγές
αλουμινίου. Το
διαφορετικό μέγεθος του
δασμού θα μπορούσε να
αποτελεί μία εξήγηση για
τη διαφορετική αυτή
επίπτωση. Η επίπτωση του
δασμού 10% στο αλουμίνιο
το 2018 δεν φαίνεται να
επηρέασε τις Ελληνικές
εξαγωγές αλουμινίου,
υποδηλώνοντας ότι οι
Ελληνικές εξαγωγικές
επιχειρήσεις αλουμινίου
ήταν το 2018 σε θέση να
αντεπεξέλθουν με
επιτυχία. Τέλος,
Ελληνικές εξαγωγές
ενδιάμεσων προϊόντων
προς την ΕΕ-27, τα οποία
χρησιμοποιούνται για την
παραγωγή τελικών
προϊόντων που εξάγονται
από την ΕΕ-27 προς τις
ΗΠΑ, ενδέχεται να
επηρεαστούν αρνητικά από
τη νέα δασμολογική
πολιτική των ΗΠΑ.
Ανάλυση
στην Έκθεση του ΓΠΚΒ
σχετικά με το Κενό
Είσπραξης Οφειλών προς
τη Φορολογική Διοίκηση.
Το Κενό
Είσπραξης Οφειλών προς
τη Φορολογική Διοίκηση,
το οποίο μετρά τη
διαφορά ανάμεσα στη
φορολογική επιβάρυνση
που επιβάλλεται στους
φορολογούμενους και το
βάρος που εκείνοι τελικά
αναλαμβάνουν,
διαμορφώθηκε το 2024 στο
0,8%, αγγίζοντας το
χαμηλότερο ποσοστό από
το 2000 και
αντανακλώντας την
ενίσχυση της
εισπρακτικής απόδοσης
της Φορολογικής
Διοίκησης. Το ποσοστό
αυτό προκύπτει από τη
διαφορά μεταξύ του
"μέσου φορολογικού
συντελεστή", ο οποίος
ορίζεται ως το σύνολο
του απαιτητού ποσού από
τη Φορολογική Διοίκηση
εντός του έτους προς το
ΑΕΠ, και του
"αποτελεσματικού
φορολογικού συντελεστή",
ο οποίος ορίζεται ως το
σύνολο των εισπράξεων
της Φορολογικής
Διοίκησης εντός του
έτους προς το ΑΕΠ.
Η
εξέλιξη του Κενού
Είσπραξης είναι
καθοριστικός παράγοντας
για την πορεία του
συνολικού ληξιπρόθεσμου
υπολοίπου, όπως αυτό
συσσωρεύεται με την
πάροδο των ετών μέχρι να
αγγίξει τα 106,3 δισ.
ευρώ το 2024.
Χαρακτηριστικό είναι ότι
μετά το 2015 το Κενό
Είσπραξης παρουσιάζει
μείωση (με εξαίρεση το
2020 που αυξήθηκε λόγω
των οικονομικών
επιπτώσεων της κρίσης
του COVID-19), ενώ το
ίδιο χρονικό διάστημα ο
ρυθμός αύξησης του
συνολικού ληξιπρόθεσμου
σταδιακά μειώνεται. Το
2024 μάλιστα, που το
Κενό Είσπραξης αγγίζει
το χαμηλότερό του σημείο
(0,8%), παρατηρείται
μείωση του συνολικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου
σε ετήσια βάση κατά 7%.
Το
μεγαλύτερο μέρος του
Κενού Είσπραξης σε όλα
τα έτη της περιόδου
2000-2024 πηγάζει από
τις μη φορολογικές
οφειλές και τα πρόστιμα
(57,3% κατά μέσο όρο).
Ακολουθούν οι έμμεσοι
φόροι με μέσο ποσοστό
συμμετοχής 24,3%, ενώ τη
μικρότερη συμμετοχή στη
διαμόρφωση του Κενού
Είσπραξης έχουν οι
άμεσοι φόροι (18,4%).
|