|
Αντίρροπες δυνάμεις στον
πληθωρισμό
Όπως
επισημαίνει η Eurobank,
οι ανοδικές πιέσεις
προέρχονται κυρίως από
τις τιμές των μη
επεξεργασμένων τροφίμων,
τις υπηρεσίες –όπως η
στέγαση και η αναψυχή–
καθώς και την ενέργεια,
συμπεριλαμβανομένου του
ηλεκτρικού ρεύματος και
του φυσικού αερίου.
Παράλληλα, καθοδικά
λειτούργησε η
αποκλιμάκωση των τιμών
στα επεξεργασμένα
τρόφιμα, στα μη
ενεργειακά βιομηχανικά
αγαθά και στα υγρά
καύσιμα.
Η
τράπεζα τονίζει ότι, σε
ένα περιβάλλον ισχυρής
εγχώριας ζήτησης, η
ενίσχυση της παραγωγικής
βάσης μέσω βελτίωσης της
διαρθρωτικής
ανταγωνιστικότητας
μπορεί να λειτουργήσει
διττά: αφενός να
περιορίσει την επιμονή
του πληθωρισμού και
αφετέρου να συμβάλει στη
σταδιακή μείωση του
ελλείμματος του
ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών. Μια τέτοια
εξέλιξη αυξάνει και τις
πιθανότητες για
περαιτέρω αναβαθμίσεις
της πιστοληπτικής
ικανότητας της χώρας σε
μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ξεκινά ο
νέος κύκλος αξιολογήσεων
Ο πρώτος
οίκος που θα ανοίξει τον
κύκλο αξιολογήσεων για
το 2026 είναι η DBRS
Morningstar στις 6
Μαρτίου, ένας από τους
πέντε οίκους των οποίων
οι αξιολογήσεις
λαμβάνονται υπόψη από
την Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα για σκοπούς
νομισματικής πολιτικής
και αποδοχής ενεχύρων.
Θα
ακολουθήσουν η Moody’s
στις 13 Μαρτίου, η Scope
Ratings στις 20 Μαρτίου,
η Standard & Poor’s στις
24 Απριλίου, ενώ η Fitch
αναμένεται να
ολοκληρώσει τον κύκλο
στις 8 Μαΐου.
Η εικόνα
των αξιολογήσεων
παραμένει σύνθετη. Η
Moody’s έχει ήδη εντάξει
την Ελλάδα στην
επενδυτική βαθμίδα, ενώ
οι υπόλοιποι οίκοι
διατηρούν τη χώρα μία
βαθμίδα χαμηλότερα.
Παράλληλα, μόνο η Scope
συνοδεύει την αξιολόγησή
της με θετικές
προοπτικές, με τους
άλλους οίκους να
διατηρούν σταθερό
outlook, γεγονός που
περιορίζει τις
πιθανότητες άμεσης
αναβάθμισης στον επόμενο
γύρο.
Οι
αναφορές των οίκων
αναγνωρίζουν τη βελτίωση
κυρίως στο δημοσιονομικό
σκέλος, χωρίς όμως να
παραβλέπουν τις
διαρθρωτικές αδυναμίες
και τους καθοδικούς
κινδύνους για τις
μεσομακροπρόθεσμες
προοπτικές της
οικονομίας.
Το βάρος
στη διαρθρωτική
ανταγωνιστικότητα
Σε αυτό
το πλαίσιο, η Eurobank
υπογραμμίζει ότι, με την
εγχώρια ζήτηση να
παραμένει ισχυρή μετά
την πανδημία, η βασική
πρόκληση είναι η βιώσιμη
διεύρυνση της
παραγωγικής βάσης. Η
ενίσχυση της
διαρθρωτικής
ανταγωνιστικότητας
θεωρείται κρίσιμη τόσο
για τον έλεγχο των
πληθωριστικών πιέσεων
όσο και για τη βελτίωση
των εξωτερικών
ισορροπιών της χώρας.
Πληθωρισμός πάνω από τον
μέσο όρο της Ευρωζώνης
Σύμφωνα
με τα στοιχεία της
ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός
στην Ελλάδα παρέμεινε
επίμονος το 2025. Ο
μέσος ετήσιος ρυθμός του
εναρμονισμένου δείκτη
τιμών καταναλωτή
διαμορφώθηκε στο 2,9%,
ελαφρώς χαμηλότερα από
το 3,0% του 2024, την
ώρα που στην Ευρωζώνη
υποχώρησε στο 2,1% από
2,4%.
Η
Eurobank επισημαίνει
επίσης τις έντονες
αποκλίσεις μεταξύ των
χωρών του ευρώ, με τις
υψηλότερες αυξήσεις
τιμών να καταγράφονται
σε οικονομίες που είναι
περισσότερο εκτεθειμένες
σε γεωπολιτικούς
κινδύνους.
Για την
Ελλάδα, οι βασικές
εστίες πληθωριστικής
πίεσης το 2025
εντοπίζονται στις
υπηρεσίες, στα μη
επεξεργασμένα τρόφιμα
και στην ενέργεια, όπου
οι ανατιμήσεις
επιταχύνθηκαν. Αντίθετα,
εξισορροπητικά
λειτούργησε η
επιβράδυνση στα
επεξεργασμένα τρόφιμα
και στα μη ενεργειακά
βιομηχανικά αγαθά, καθώς
και η πιο έντονη πτώση
των τιμών στα υγρά
καύσιμα, λόγω της
αποκλιμάκωσης των
διεθνών τιμών
πετρελαίου.
Σε αυτό
το περιβάλλον, η
Eurobank επαναφέρει ως
κεντρικό ζητούμενο τη
βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας και
τη βιώσιμη ενίσχυση της
παραγωγικής βάσης,
παράγοντες που μπορούν
να στηρίξουν την
αποκλιμάκωση των τιμών,
τη μείωση των εξωτερικών
ανισορροπιών και,
τελικά, τη θετική πορεία
των αξιολογήσεων της
ελληνικής οικονομίας.
|